Ο γεωστρατηγικός αντίκτυπος της σινο - ινδικής σύγκρουσης

Ο γεωστρατηγικός αντίκτυπος της σινο - ινδικής σύγκρουσης
APImages

Όλος ο κόσμος παρακολουθεί με μεγάλη ανησυχία τις εξελίξεις στα Ιμαλάια (Ανατολικό Κασμίρ) μετά τις αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ Ινδίας και Κίνας κατά τις οποίες δεκάδες στρατιώτες έχασαν την ζωή τους. Με την κλιμάκωση της έντασης στην αμφισβητούμενη περιοχή την οποία διεκδικούν Ινδία, Πακιστάν και Κίνα, υπάρχουν φόβοι για γενίκευση της σύρραξης, κάτι το οποίο θα είχε καταστρεπτικές συνέπειες δεδομένου ότι οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές κατέχουν πυρηνικά όπλα.

Αυτές οι ανησυχίες δεν έχουν λογική βάση. Όσο αιματηρές και αν ήταν οι συγκρούσεις, ούτε ο Κινέζος πρόεδρος Xi Jinping, ούτε ο Ινδός πρωθυπουργός Narendra Modi είναι τόσο ανόητοι ώστε να προχωρήσουν σε γενίκευση της σύρραξης και σε έναν καταστροφικό πόλεμο. Άλλωστε, αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που οι σινο-ινδικές αψιμαχίες οδηγούν στον θάνατο στρατιωτών.

Αυτό που έχει πραγματικό ενδιαφέρον στην μελέτη της εν λόγω σύγκρουσης είναι οι γεωστρατηγικές επιπτώσεις που επιφέρει η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ των παραδοσιακά ανταγωνιστικών περιφερειακών δυνάμεων. Οι επιπτώσεις αυτές αφορούν στην περαιτέρω στροφή της Ινδίας προς στις ΗΠΑ η οποία αποτελεί μάλλον μονόδρομο για το μεγάλο κράτος της Ινδικής υποηπείρου.

Η Ινδία ήδη θεωρείται μια φιλική προς τις ΗΠΑ χώρα και αυτό οφείλεται στην στρατηγική σχέση που έχουν αναπτύξει Κίνα και Πακιστάν. Δηλαδή, ο κύριος στρατιωτικός αντίπαλος της Ινδίας (το Πακιστάν) έχει στενές συμμαχικές και αμυντικές σχέσεις με τον κύριο στρατηγικό αντίπαλο της Ινδίας στην Ασία (δηλ. την Κίνα). Αυτό έχει οδηγήσει την Ινδία σε ένα «σύνδρομο περικύκλωσης» το οποίο έχει εν μέρει μετριαστεί από την κατοχή πυρηνικών όπλων, αλλά και την μεγάλη στρατιωτική της ισχύ. Όμως αυτό δεν είναι επαρκές. Τόσο η Κίνα όσο και το Πακιστάν διαθέτουν πυρηνικά όπλα, προηγμένους στρατιωτικούς εξοπλισμούς και μεγάλες σε αριθμό δυνάμεις. Ταυτόχρονα, οι δύο αντίπαλες χώρες υποστηρίζουν ένοπλα κινήματα στο εσωτερικό της Ινδίας τα οποία τάσσονται κατά της κεντρικής κυβέρνησης και απαρτίζονται από μειονότητες είτε θρησκευτικές (π.χ. στο Κασμίρ) είτε εθνικές (π.χ. στο Άσαμ), αλλά και από ένοπλα πολιτικά κινήματα όπως οι μαοϊστές αντάρτες στην κεντρική Ινδία.

Σε περιφερειακό επίπεδο, η Ινδία δεν έχει την επιλογή να διαλέξει κάποιον ισχυρό σύμμαχο για να μπορέσει να αντιμετωπίσει την συμμαχία Κίνας – Πακιστάν. Όλες οι όμορες χώρες είναι μικρές σε ισχύ και συνήθως υιοθετούν ουδέτερη στάση. Για τον λόγο αυτόν, η Ινδία μάλλον θα προσπαθήσει να αποκτήσει μια βαθιά στρατηγική σχέση με κάποια παγκόσμια μεγάλη δύναμη. Η επιλογή της Ρωσίας δεν είναι δυνατή. Παρά το γεγονός ότι η Μόσχα εξοπλίζει το Νέο Δελχί και παρά τις φιλικές σχέσεις που τα δύο κράτη διατηρούν, η Ρωσία δεν είναι πρόθυμη να έρθει σε σύγκρουση με την Κίνα, ούτε έχει την δυνατότητα να προστατεύσει ουσιαστικά την Ινδία.

Αντιθέτως, οι ΗΠΑ, όντας η παγκόσμια υπερδύναμη και έχοντας συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο που προέρχεται από την γιγάντωση της Κίνας, αναγνωρίζουν την Ινδία ως έναν άξιο δυνητικό σύμμαχο με τον οποίο θα εμποδιστεί η οικονομική, πολιτική και στρατιωτική επέκταση της Κίνας στην Ασία. Οι Αμερικανοί φοβούμενοι την λεγόμενη «παγίδα του Θουκυδίδη» και την αμφισβήτηση της Pax Americana με την ενδεχόμενη μελλοντική οικονομική και στρατιωτική υπερπέκταση της Κίνας στον κόσμο, επιθυμούν να αναπτύξουν μια στρατηγική σχέση με την Ινδία κάτι το οποίο επιταχύνεται εξαιτίας της δράσης της Κίνας στην ευρύτερη περιφέρειά της και την ανασφάλεια που αυτή προκαλεί στις δύο χώρες.

Η Ινδία είναι μια σημαντική και μεγάλη σε έκταση χώρα και σε λίγα χρόνια εκτιμάται ότι θα περάσει την Κίνα σε πληθυσμό. Διαθέτει την πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο και όπως προαναφέρθηκε είναι μία εκ των μεγάλων ασιατικών δυνάμεων με όρους στρατιωτικής ισχύος. Αυτά, σε συνδυασμό με τις ανταγωνιστικές σχέσεις που διαθέτει με την Κίνα, την αναδεικνύουν ως μίας εκ των σημαντικότερων μελλοντικών συμμάχων των ΗΠΑ στην Ασία. Μην ξεχνάμε ότι η Αμερική αποχωρεί σταδιακά από τη Μέση Ανατολή και κυρίως από την Ευρώπη και έχει υιοθετήσει το δόγμα “Pivot to Asia”. Σε αυτή τη νέα στρατηγική εξεύρεσης νέων αντικινεζικών συμμάχων, η Ινδία είναι προφανές ότι έχει μεγάλη γεωστρατηγική αξία.

ΗΠΑ και Ινδία έχουν κοινά συμφέροντα στους τομείς της ασφάλειας,της άμυνας και των πληροφοριών. Η σφυρηλάτηση μιας ουσιαστικής συμμαχίας μεταξύ των δύο κρατών θα βοηθήσει το Νέο Δελχί να αντιμετωπίσει το δίλημμα ασφαλείας που έχει εξαιτίας τόσο της επεκτατικής πολιτικής της Κίνας όσο και από την συμμαχία της τελευταίας με το εχθρικό προς την Ινδία Πακιστάν. Οι ΗΠΑ, από την άλλη πλευρά, θα αποκτήσουν έναν ισχυρό στρατηγικό σύμμαχο στο υπογάστριο της ανταγωνιστικής Κίνας, ο οποίος, μεταξύ άλλων, θα εμποδίσει και την επιδιωκόμενη από την Κίνα κυριαρχία στον Ινδικό Ωκεανό.

Συμπερασματικά, οι πρόσφατες συγκρούσεις στη Νότια Ασία είναι μεν ανησυχητικές, όμως δεν εκτιμώ πως θα οδηγήσουν σε κάποια μορφή γενικευμένης, πόσο μάλλον πυρηνικής σύρραξης. Η κλιμάκωση της έντασης δημιουργεί στην Ινδία την ανάγκη μιας ακόμη στενότερης σχέσης με τις ΗΠΑ, της παγκόσμιας στρατιωτικής υπερδύναμης. Οι Αμερικανοί από την μεριά τους θα αναγνωρίσουν την γεωστρατηγική αξία της Ινδίας και θα προχωρήσουν στην περαιτέρω σύσφιξη των σχέσεών τους, όχι μόνο των οικονομικών, αλλά και των αμυντικών.

* Ο Γιώργος Μενεσιάν είναι διεθνολόγος