Νίκος Βέττας: Η ύφεση να λειτουργήσει ως σήμα κινδύνου ότι πρέπει να αλλάξουμε

Η ύφεση να λειτουργήσει ως σήμα κινδύνου ότι πρέπει να αλλάξουμε

Τον κώδωνα του κινδύνου ότι ήρθε η ώρα για γενναίες μεταρρυθμίσεις και ότι χωρίς αλλαγές στη δομή της οικονομίας, αυτή θα παραμείνει παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο εσωστρέφειας και θα συνεχίσει να διολισθαίνει προς τις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης, κρούει, μιλώντας στο Liberal.gr ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας.

«Η σημερινή ύφεση πρέπει να λειτουργήσει ως ένα ακόμη σήμα κινδύνου ότι πρέπει να αλλάξουμε, αλλά και ως ευκαιρία και αφετηρία μιας νέας εποχής όπου η Ευρώπη και ο κόσμος αναδιατάσσονται», λέει στον απόηχο των αποτελεσμάτων της τριμηνιαίας έκθεσης του ΙΟΒΕ, όπου οι προβλέψεις για ύφεση αναθεωρούνται επί τα χείρω.

Και σημειώνει ότι αν η ελληνική οικονομία δεν εξαρτιόταν τόσο καθοριστικά από τον τουρισμό, αλλά υπήρχε σήμερα και ένας δεύτερος ισχυρός πυλώνας, δηλαδή η μεταποίηση μαζί με την καινοτομία, η εικόνα θα ήταν καλύτερη, το οικονομικό κλίμα θα άρχιζε να ανακάμπτει, όπως βλέπουμε σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το ίδιο και οι εξαγωγές και αυτό θα διαμόρφωνε ευνοϊκότερες προσδοκίες για την επόμενη ημέρα.

Βλέπει έντονη ανάπτυξη το 2021, αλλά υπό όρους, εφόσον δηλαδή θα έχει ξεκαθαρίσει το υγειονομικό τοπίο, αλλά και θα έχει ξεκινήσει μια δυναμική πορεία αλλαγών που θα βελτιώσουν περαιτέρω το επιχειρηματικό περιβάλλον, ώστε να προσελκύσουμε επενδύσεις.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη:

- Γιατί το ΙΟΒΕ βλέπει βαθύτερη ύφεση 7,5%-10% έναντι 5% - 9% της προηγούμενης εκτίμησής του;

Οι κυρίαρχοι παράγοντες σε αυτό το  διάστημα είναι η εξέλιξη του υγειονομικού προβλήματος και της οικονομικής ύφεσης στο εξωτερικό. Η πανδημία εξακολουθεί να αποτελεί πολύ σημαντικό πρόβλημα παγκοσμίως και δεν υπάρχει ορατότητα για το πότε θα έχουμε ουσιαστική απάλειψή του. Είναι πολύ πιθανό τους επόμενους μήνες να έχουμε καλύτερη εικόνα για την εξέλιξη του COVID 19 και τις επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία ωστόσο αυτό θα εξαρτηθεί τόσο από την επιστημονική πρόοδο όσο και από τυχαίους παράγοντες.

Σε αυτό το πλαίσιο παγκόσμιας αναταραχής είναι φυσιολογικό να πλήττεται ισχυρά και η ελληνική οικονομία, όπως μαρτυρούν και τα επιμέρους επίσημα στοιχεία που έχουν πρόσφατα δημοσιοποιηθεί. Κρίσιμο είναι βέβαια πως η οικονομία μας έχει ακόμη εγγενείς αδυναμίες που επηρεάζουν κρίσιμα τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της, άρα και τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί τις νέες ευκαιρίες που σταδιακά θα εμφανίζονται καθώς η παγκόσμια οικονομία θα ανακάμπτει.

- Εκτός από την παγκόσμια αβεβαιότητα και το θολό υγειονομικό τοπίο, είναι επίσης και το γεγονός ότι δείχνει να αδυνατίζει το καλό σενάριο για τον τουρισμό;

Είναι ο συνδυασμός όλων των παραπάνω. Και κυρίως ότι για τις εξαγωγές της η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές από τον εισερχόμενο τουρισμό και από άλλες υπηρεσίες που σχετίζονται με μετακινήσεις και μεταφορές.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και στο διάστημα που θα ακολουθήσει είναι αναπόφευκτο ότι θα υπάρχει σημαντική μείωση τουριστικών εσόδων αλλά και της ευρύτερης επίδρασης που αυτά στη συνέχεια θα είχαν στην οικονομία.

Έχει, μάλιστα, ενδιαφέρον η εικόνα που σχηματίζεται από την μέτρηση του οικονομικού κλίματος  Στην Ελλάδα, δεν δείχνει ανάκαμψη, μετά την πολύ ισχυρή επιδείνωση, όπως είδαμε στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, αλλά καταγράφεται μικρότερη, σταδιακή αλλά συνεχιζόμενη επιδείνωση. Εάν υπήρχε και ένας δεύτερος ισχυρός πυλώνας στην οικονομία, η μεταποίηση  και ένα σύστημα καινοτομίας, θα επέτρεπε τη σχετική ανάκαμψη των εξαγωγών διαμορφώνοντας ευνοϊκότερες προσδοκίες για την οικονομία για την επόμενη μέρα.

- Σαν αποτέλεσμα των παραπάνω, το βασικό σενάριο μιλά για ανεργία κάτω από το 20% και το χειρότερο για αύξηση προς το 21%. Εφόσον αυτά επιβεβαιωθούν, δεν τίθενται εν αμφιβόλω και οι εκτιμήσεις για δυναμική ανάκαμψη το 2021;

Το ύψος στο οποίο τελικά θα διαμορφωθεί η αύξηση της ανεργίας για το τρέχον έτος εξαρτάται όχι μόνο από τη μείωση της οικονομικής δραστηριότητας αλλά και από το εάν θα γίνουν επιλογές για στήριξη της απασχόλησης έστω και με μειωμένο ωράριο και μειωμένο μισθό, κάτι που σε ένα βαθμό συμβαίνει στη χώρα μας. Ή εναλλακτικά, εάν το βάρος της στήριξης θα το αναλάβουν το ταμείο ανεργίας κατόπιν απόλυσης και μέχρι η οικονομία να ανακάμψει, όπως συμβαίνει σε ορισμένες άλλες χώρες οι οποίες καταγράφουν έτσι μεγαλύτερη αύξηση ανεργίας από τη δική μας.

Σε κάθε περίπτωση το πρόβλημα της απασχόλησης όχι μόνο στους επόμενους μήνες αλλά και στα επόμενα χρόνια θα είναι οξύ και δυσεπίλυτο, καθώς μια σειρά από κλάδους και τομείς της οικονομίας που προσέφεραν διαχρονικά πολλές θέσεις εργασίας στην ελληνική οικονομία δεν θα μπορούν πλέον να το κάνουν, για διάφορους λόγους. Ας θυμηθούμε συγκεκριμένα ότι μεγάλο μέρος των θέσεων εργασίας βρίσκονταν στο Δημόσιο, στον τουρισμό, στο λιανικό εμπόριο, στην εστίαση και στην οικοδομή.

Κοιτώντας προς τα εμπρός, εκτός από τη σχετική ανάκαμψη σε αυτούς τους χώρους, είναι σημαντική και η ανάπτυξη άλλων τομέων, προς τους οποίους πολλοί εργαζόμενοι θα μπορούν να στραφούν, ενδεχομένως μετά από κατάλληλα προγράμματα κατάρτισης. Συνδυαστικά πάντως, η ύφεση και η δεκαετής κρίση, η χρονιά αναντιστοιχία  ικανοτήτων και απαιτήσεων της αγοράς εργασίας  η τεχνολογική πρόοδος σε ορισμένους τομείς και η πρόσφατη διεθνής κρίση κορονοϊού δημιουργούν ένα δύσκολο τοπίο  για τους εργαζόμενους στη χώρα μας.

Όσο για την ανάπτυξη το 2021 αυτή μπορεί να είναι έντονη, εφόσον βέβαια το υγειονομικό τοπίο ξεκαθαρίσει, αλλά μόνο υπό όρους, δηλαδή αν έχει εκκινήσει αποφασιστικά μια πορεία αλλαγών που θα προσελκύουν επενδύσεις και ανθρώπινο κεφάλαιο.

- Τι γίνεται σε επίπεδο παραγωγικών επενδύσεων, ποιες οι εκτιμήσεις σας;

Η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει τα τελευταία χρόνια ένα μεγάλο επενδυτικό κενό αλλά είναι σημαντικό να τονίσουμε πως υπάρχει διαχρονικά ένα χάσμα ανάμεσα στις εταιρικές επενδύσεις που γίνονται στη χώρα μας και στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές. Μία παγκόσμια κρίση όπως η σημερινή αναπόφευκτα δημιουργεί πίεση στους επενδυτές και τους κάνει πιο επιφυλακτικούς. Στην περίπτωση της χώρας μας το πρόβλημα είναι ακόμη μεγαλύτερο διότι πλήττονται άμεσα τομείς όπως ο τουρισμός, οι μετακινήσεις, οι μεταφορές και οι υποστηρικτικές τους υποδομές, στους οποίους κατά κύριο λόγο εστίαζαν πολλές από τις επενδύσεις.

Αυτό κάνει ακόμη εντονότερη την ανάγκη για βελτίωση του ευρύτερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος στη χώρα, ώστε, να θεωρηθεί σταδιακά προνομιακός προορισμός για επενδυτές.

- Πολλή κουβέντα γίνεται για την ανάγκη αλλαγής του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας. Πώς επιδρά στην κατεύθυνση αυτή η πανδημία;

Για όσους παρακολουθούν προσεκτικά τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας και αγωνιούν για την εξέλιξή της, δηλαδή αγωνιούν ουσιαστικά για την ευημερία των Ελλήνων, είναι σαφές ότι τομές της οικονομικής πολιτικής που θα απελευθερώσουν το αναπτυξιακό δυναμικό εκκρεμούν για πολύ καιρό. Η αύξηση της εξωστρέφειας και η συστηματική άνοδος της παραγωγικότητας αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη συστηματική βελτίωση των εισοδημάτων αλλά δεν θα συμβούν αυτόματα, ούτε  χωρίς προσπάθεια.

Η οικονομία μας βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα φαύλο κύκλο εσωστρέφειας με κλειστές και μη ανταγωνιστικές αγορές, και μη αποτελεσματικό δημόσιο τομέα. Υπάρχουν πράγματι πολλοί Έλληνες που φοβούνται πως ενδεχόμενες αλλαγές θα μειώσουν την ευημερία τους, και, έχουν συνδυάσει μεταρρυθμιστικές τομές με μείωση εισοδημάτων.

Η αλήθεια όμως είναι ακριβώς το αντίθετο: Χωρίς αλλαγές στη δομή της οικονομίας αυτή διολισθαίνει σταδιακά προς τις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης κάτι το οποίο ασφαλώς μπορεί και πρέπει να αντιστραφεί. Σταδιακά μεν, αποφασιστικά δε και ξεκινώντας άμεσα. Η σημερινή κρίση και βαθιά ύφεση θα πρέπει να λειτουργήσει ως ένα ακόμη σήμα κινδύνου. Αλλά ταυτόχρονα και αφετηρία, καθώς πολλές διεθνείς αγορές αναδιατάσσονται, θα δημιουργηθούν ευκαιρίες, ενώ παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα και στους ευρωπαϊκούς κανόνες και προτεραιότητες.