ΓΔ: 897,01 -13,20 (-1,45 %)

Τζίρος: 251,67 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 2017η
Δευτέρα, 10 Μαΐου 2021

ΓΔ: 897,01 -13,20 (-1,45 %)

Τζίρος: 251,67 εκατ. €   RT

Γιατί ο Μπ.Τζόνσον λέει ψέματα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Γιατί ο Μπ.Τζόνσον λέει ψέματα για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

«Αντιλαμβάνομαι τα έντονα συναισθήματα του ελληνικού λαού και του Κυριάκου Μητσοτάκη για το θέμα, αλλά τα Γλυπτά αποκτήθηκαν νομίμως από τον λόρδο Ελγιν και ο νόμιμος ιδιοκτήτης τους είναι οι επίτροποι του Βρετανικού Μουσείου». Τάδε έφη  Μπόρις Τζόνσον, στα «Νέα» επαναλαμβάνοντας την καραμέλα της βρετανικής πλευράς.

Δεν σας τα δίνουμε πίσω, τα αγοράσαμε νομίμως. Τόσο νομίμως, που ενάμιση αιώνα μετά την πρώτη αγορά τους, η Μεγάλη Βρετανία κατάλαβε πως ακόμα και αυτή η ανήθικη απόφαση του Βρετανικού Κοινοβουλίου του 1816, τίποτα δεν διασφάλιζε. Κι έτσι, ξαναπέρασε άλλη, συμπληρωματική πράξη, για να δέσει τις πομπές.

Το θέμα της επιστροφής των Παρθενώνειων Γλυπτών στην Ελλάδα, από όπου τα άρπαξε παράνομα ο λόρδος Ελγιν στις αρχές του 18ου αιώνα, και ενώ η πατρίδα μας βρισκόταν υπό οθωμανική κατοχή, δεν μπορεί να είναι νομικό, διότι πρωτίστως είναι ηθικό. Ως τέτοιο το έθεσε η Μελίνα Μερκούρη στη συνδιάσκεψη της ΟΥΝΕΣΚΟ τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό. Ως τέτοιο το χειρίζονται οι κυβερνήσεις μας έκτοτε.

Ωστόσο, έχει σημασία να γνωρίζει η ανθρωπότητα πως το Βρετανικό Μουσείο δεν αγόρασε νομίμως τα γλυπτά από τον Ελγιν, διότι εκείνος τα είχε αρπάξει κρυφά και με δόλιο τρόπο. Χωρίς νομιμοποίηση από τον κατακτητή και, το κυριότερο, χωρίς τη συμφωνία των υπόδουλων Ελλήνων.

Ας δούμε τα στοιχεία που έχει η χώρα μας ως προς τις συζητήσεις για τις αγοραπωλησίες των Μαρμάρων του Παρθενώνα (parthenon marbles αντί του προσβλητικού Elgin marbles όπως τα αποκαλούσαν οι Αγγλοι και εν μέρει συνεχίζουν να το κάνουν). 

Ιούνιος του 1816

Διακόσια πέντε  χρόνια πριν, στις 7 Ιουνίου 1816 το Βρετανικό Κοινοβούλιο αποφασίζει να καλύψει όλες τις παρανομίες του λόρδου Ελγιν και να αγοράσει αντί 35.000 στερλινών τα γλυπτά του Παρθενώνα, που εκείνος είχε αφαιρέσει βανδαλίζοντας το μνημείο,. Ηταν μια απόφαση  καθοριστική αφού, όπως λέει ο πρόεδρος του Μουσείου Ακρόπολης Δημήτρης Παντερμαλής, είναι εντελώς διαφορετικό να ζητά σήμερα η χώρα μας τα γλυπτά από κάποιον απόγονο του Ελγιν και διαφορετικό να τα ζητά από τη Μεγάλη Βρετανία.

Ελληνες και ξένοι ερευνητές που έχουν ερευνήσει ντοκουμέντα από εκείνη την περίοδο, αποκαλύπτουν πολλά για το πώς μεθοδεύτηκε η όλη επιχείρηση και πώς ξεπλύθηκαν ή και απεκρύβησαν οι παρανομίες του Ελγιν. 

Το φιρμάνι δεν υπάρχει

Το «φιρμάνι» του Καϊμακάν Πασά προς τον βοεδόδα της Αθήνας το 1801, υποτίθεται πως αποτελεί το κορυφαίο αποδεικτικό στοιχείο νόμιμης κατοχής. Όμως, δεν ήταν παρά μια φιλική επιστολή, σύμφωνα με τον Βασίλη Δημητριάδη, καθηγητή Τουρκολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και την επίτιμη γενική διευθύντρια αρχαιοτήτων του υπουργείου Πολιτισμού Ελενα Κόρκα.

Αντίθετα με όσα ισχυρίστηκε ο Ελγιν (και δέχτηκε το βρετανικό κοινοβούλιο) με την επιστολή δινόταν στα συνεργεία που είχε στείλει  ο λόρδος εκεί, άτυπη άδεια να ζωγραφίσουν, να κάνουν εκμαγεία, να ανασκάψουν και να μεταφέρουν τμήματα από επιγραφές ή γλυπτά που θα έβρισκαν κατά τις ανασκαφές. Αλλά, με προϋπόθεση να μην υπάρξει βλάβη ή φθορά στον «Ναό των Ειδώλων» όπως ονομαζόταν από τους Οθωμανούς ο Παρθενώνας. Κάτι που μονίμως και εντέχνως αποκρύπτεται επιμελώς.

Ο κ. Δημητριάδης απέδειξε πως το έγγραφο δεν έχει τη δομή φιρμανιού. Η κα Κόρκα, το χαρακτηρίζει μια «χαριστική» επιστολή ενός αξιωματούχου, του αναπληρωτή  του Μεγάλου Βεζύρη, την οποία ο Ελγιν υπερέβη κατά πολύ. Ιδού ένα τμήμα του εγγράφου που έχει βρεθεί σε ιταλική μετάφραση. Δεν γνωρίζουμε καν πόσο πιστή στο πρωτότυπο είναι αυτή, αλλά δεν αποτελεί φιρμάνι, παρότι έτσι επιγράφεται:

«Φιρμάνι ή Επίσημο Γράμμα του Καϊμακάν Πασά προς τον Καδή ή Προϊστάμενο Δικαστή και προς τον Βοεβόδα ή Διοικητή της Αθήνας το 1801.

Σε ειδοποιούμε ότι ο ειλικρινής Φίλος ή Εξοχότητα του Λόρδος Έλγιν Έκτακτος Πρεσβευτής από την Αγγλική Αυλή στην Πύλη της Ευτυχίας, μας έχει βεβαιώσει ότι είναι γνωστό πως οι περισσότερες Φράγκικες [χριστιανικές] Αυλές επιθυμούν να διαβάσουν και να μελετήσουν τα βιβλία, γλυπτά και άλλα επιστημονικά έργα των Αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Και ότι ειδικότερα, οι υπουργοί, φιλόσοφοι, επίσκοποι και άλλοι σημαίνοντες Άγγλοι ενδιαφέρονται για τα γλυπτά που έχουν μείνει από την εποχή των προαναφερθέντων Ελλήνων και τα οποία βρίσκονται στις ακτές του Αρχιπελάγους και σε άλλες περιοχές. Και εξαιτίας αυτού του πράγματος έχουν στείλει από καιρού εις καιρόν ανθρώπους για να εξερευνήσουν και να εξετάσουν τα αρχαία κτίρια και γλυπτά.

Και πως επειδή ορισμένοι φιλότεχνοι της Αγγλικής Αυλής θέλουν να δουν τα αρχαία κτίρια και τα περίεργα γλυπτά στην Πόλη των Αθηνών και τα παλαιά τείχη που σώζονται από τον καιρό των Ελλήνων, που βρίσκονται τώρα στο εσωτερικό μέρος του προαναφερθέντος τόπου. Όθεν αυτός [δηλ. ο πρεσβευτής] έχει προσλάβει πέντε Άγγλους ζωγράφους που μένουν τώρα στην Αθήνα, για να παρατηρήσουν και να εξετάσουν και επίσης να αντιγράψουν τα γλυπτά που υπάρχουν εκεί από την αρχαιότητα.

Κι ακόμη μας έχει ζητήσει, ειδικά για αυτή τη φορά, να γραφεί και να διαταχθεί ότι για όσον καιρό οι προαναφερθέντες ζωγράφοι θα μπαίνουν και θα βγαίνουν στο φρούριο αυτής της πόλης, που είναι ο τόπος της μελέτης, και θα τοποθετούν ικριώματα γύρω από τον αρχαίο Ναό των Ειδώλων που υπάρχει εκεί.

Και θα κατασκευάζουν εκμαγεία των προαναφερθέντων κοσμημάτων και γλυπτών σε κονίαμα ή γύψο. Και θα καταμετρούν τα λείψανα των άλλων ερειπωμένων οικοδομημάτων που βρίσκονται εκεί. Και θα σκάβουν, όταν το κρίνουν απαραίτητο, τα θεμέλια για να ανακαλύψουν επιγραφές που μπορεί να έχουν καλυφθεί από σκουπίδια. Να μην υπάρξει καμία διακοπή ούτε εμπόδιο στην εργασία τους από τον Δισδάρη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Κανείς να μην αναμειχθεί με τα ικριώματα ή τα εργαλεία που μπορεί να χρειαστούν στις εργασίες τους. Και πως όταν θελήσουν να πάρουν μαζί τους θραύσματα πέτρας που φέρουν παλιές επιγραφές ή γλυπτά, να μην υπάρξει καμία αντίρρηση. (….)

Ειδικά, καθώς δεν υπάρχει κίνδυνος αν τα προαναφερθέντα γλυπτά και κτίρια παρατηρηθούν και σχεδιαστούν. (….)»

Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης Βασίλης Δημητριάδης, είχε παρουσιάσει σε συνέδριο το 2000 στοιχεία, που καταρρίπτουν το επιχείρημα ότι πρόκειται περί φιρμανιού, άρα ο Ελγιν είχε, με αυτό, άδεια. Οπως πολύ χαρακτηριστικά είπε, «το έγγραφο του Ελγιν ισοδυναμεί, σήμερα, με μια συστατική επιστολή ενός αντιπροέδρου κυβέρνησης προς νομάρχη με την οποία ζητείται η εξυπηρέτηση ενός φίλου.» Και σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελεί έγγραφο με το οποίο αποκτά κανείς κυριότητα πάνω σε αντικείμενο.

«Χαριστική» επιστολή

Ο κ. Δημητριάδης απέδειξε, πως ο όρος χρησιμοποιείται εσφαλμένα. Δεν είχε τη δομή ενός φιρμανιού, τη γλώσσα που το πρωτόκολλο επέβαλε ούτε και κάποια υπογραφή από τον Σουλτάνο (τα φιρμάνια ξεκινούσαν με τη γενεαλογία του Σουλτάνου που τα υπέγραφε, συνέχιζαν με συγκεκριμένο τρόπο και έκλειναν με υπογραφή). Πρώτες έρευνες από το υπουργείο Πολιτισμού στα αρχεία της Κωνσταντινούπολης το 1999, δεν είχαν εντοπίσει  φιρμάνι εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται αν υπήρχε.

Τη συνέχεια έδωσε η Ελενα Κόρκα με πολυετείς έρευνες σε αρχεία. Κατέληξε ότι ήταν μια «χαριστική» επιστολή ενός αξιωματούχου, του αναπληρωτή  του Μεγάλου Βεζύρη και ότι ακόμα και αυτό το υπερέβη κατά πολύ. Πράγμα που συνιστά παρανομία.

Η κα Κόρκα σημειώνει  πως η ιταλική μετάφραση του λεγόμενου φιρμανιού περιήλθε στη Μεγάλη Βρετανία με την αγορά των γλυπτών. Τότε αποκτήθηκαν και όλα τα συνοδά έγγραφα, τουλάχιστον όσα είχαν διασωθεί. Η έρευνά της είναι λεπτομερής, και έχει στηρίξει τη διδακτορική της διατριβή στα Μάρμαρα του Παρθενώνα.

Η ίδια γράφει άρθρο για το φιρμάνι στο περιοδικό «Ανθέμιο» της Ένωσης Φίλων Ακροπόλεως στο τεύχος που είναι αφιερωμένο στα 200 χρόνια από την απόφαση του Βρετανικού Κοινοβουλίου. Με την επιστολή, σημειώνει, ζητούνταν «η ευνοϊκή αντιμετώπιση του συνεργείου του Elgin από τους προεστούς της Αθήνας, προκειμένου να γίνει αποτύπωση, σχέδια και λήψη εκμαγείων από τα μνημεία της Ακρόπολης, καθώς και ανασκαφή και πιθανή απομάκρυνση από τα ερείπια γύρω από τον Παρθενώνα κάποιων τμημάτων ενεπίγραφων ή με γλυπτή διακόσμηση, με σαφή διευκρίνηση όμως ότι δεν θα επερχόταν καμία βλάβη ή φθορά στο κτήριο».

Αυτή η… λεπτομέρεια παρασιωπάται, και όλοι στηρίζονται στη δυνατότητα που δίνεται στον Ελγιν να απομακρυνθούν τμήματα ενεπίγραφα ή με γλυπτή διακόσμηση. Ναι. Όμως χωρίς βλάβη ή φθορά στο κτήριο. Αρα, μόνο για όσα θα προέκυπταν  από ανασκαφές.

Χειραγωγήσεις αξιωματούχων

Ενδιαφέρον είναι και το εύρημα της αρχαιολόγου Τατιάνας Πούλου, στο ίδιο τεύχος του «Ανθεμίου» για τα 200 χρόνια από το δυστυχές γεγονός. Σχολιάζει επιστολή του αιδεσιμότατου Φίλιπ Χαντ, δεξιού χεριού του Ελγιν στην επιχείρηση αρπαγής.

Εντοπίστηκε στο αρχείο Ελγιν και αναγράφει ό,τι περιγράφεται στο λεγόμενο «φιρμάνι» με συμπληρώματα «γραφειοκρατικής» γλώσσας. Δηλαδή ο Ελγιν έδωσε συγκεκριμένο κείμενο, με την περιγραφή των αναγκών στον Καϊμακάμη, προκειμένου εκείνος να το αντιγράψει!

Η χειραγώγηση των αξιωματούχων αποδεικνύεται επίσης από την Ελενα Κορκα. Οι οθωμανικές αρχές στην Αθήνα, προφανώς επειδή γνώριζαν ότι είχαν παρανομήσει. ζήτησαν αναδρομική κάλυψή τους από την Υψηλή Πύλη. Ο  βεζύρης Γαζί Γιουσούφ Ζιγιά στέλνει επιστολή προς τον βοεβόδα της Αθήνας με την οποία τους ευχαριστεί για την πρέπουσα υποδοχή και φιλοξενία προς τον Ελγιν το 1802. Καμία λέξη για την αφαίρεση γλυπτών. Που σημαίνει πως η Υψηλή Πύλη αγνοούσε, αλλά διά της πλαγίας οδού ο Ελγιν νομιμοποίησε τις κλεψιές του. Όπως τονίζει η κ. Κόρκα, «η αδυναμία όλων των κειμένων αυτών είναι η ασάφειά τους και η ρητορικότητα των οθωμανικών εκφράσεων». 

Σε επιστολή του ο Σερ Ρίτσαρντ Αντερ, ο οποίος χρημάτισε, επίσης, πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στην Κωνσταντινούπολη, αναφέρει στον Ελγιν ότι οι οθωμανοί αξιωματούχοι της Πόλης αρνήθηκαν κατηγορηματικά πως είχε οποιοδήποτε δικαίωμα στα Μάρμαρα. Μεγάλο μέρος της συλλογής βρισκόταν ακόμα στην Αθήνα και ο βοεβόδας ζητούσε άδεια εξαγωγής. Ο Ουίλιαμ Σεν Κλαιρ στο βιβλίο του γράφει πως οι αξιωματούχοι του απάντησαν ότι ο Ελγιν «δεν είχε λάβει ποτέ άδεια να αφαιρέσει αρχαιότητες από την Ακρόπολη και δεν είχε καμία ιδιοκτησία επ’ αυτών».

Η άδεια για να φύγει το δεύτερο μέρος της συλλογής δόθηκε το 1810 με έγγραφο του Καϊμακάμη Χουσεΐν Κιαμήλ προς τον βοεβόδα της Αθήνας. Ένα κείμενο που και πάλι έχει ασάφειες. Δεν αναφέρεται πουθενά «οθωμανική διοικητική αποδοχή αποξήλωσης γλυπτών από τα μνημεία της Ακρόπολης». Αναφέρονται σπασμένα μάρμαρα και αγγεία και δίνεται η άδεια μεταφοράς τους μετά από δώρα αξίας 1.480 πιάστρων και 100 στερλινών στην Κωνσταντινούπολη και ένα ακόμη δώρο απροσδιόριστης αξίας στον Καϊμακάμη.

Όταν ο Ελγιν κλήθηκε να αποδείξει στο Βρετανικό Κοινοβούλιο πως οι ενέργειές του ήταν νόμιμες, ζήτησε από τον Αντερ νέα τροποποιημένη επιστολή, στην οποία να εμφαίνεται κάτι τέτοιο, απολύτως ψευδές όπως έχει πλέον αποδειχθεί.

Μετά από πολλές τροποποιήσεις και διαγραφές σε σχέδια επιστολών, ο Ελγιν ικανοποιείται και στέλνει στον Αντερ το σχέδιο που του ζητά να καθαρογράψει και να αποστείλει στον ίδιον. Μία ακόμη  πλαστογράφηση από έναν αξιωματούχο, τον οποίο χειραγώγησε ο επωφελούμενος λόρδος.

Τριάντα πέντε χιλιάδες στερλίνες

Το Βρετανικό Κοινοβούλιο έδωσε το 1816 έγκριση να αγοραστούν τα γλυπτά αντί 35.000 στερλινών και ενώ ο Ελγιν ζητούσε τα διπλά, λέγοντας πως είχε κάνει έξοδα 68- 75 χιλιάδων λιρών Αγγλίας. Για να έχουμε  μια τάξη μεγέθους πρέπει να πούμε ότι το 1800 ο μισθός μιας υπηρέτριας ήταν έως 40 στερλίνες τον χρόνο, ο μισθός ενός μηχανικού  έως 110, ενώ ο Ελγιν πρόσφερε στον σπουδαίο βρετανό ζωγράφο Ουίλιαμ Τέρνερ 700 με 800 στερλίνες για να σχεδιάσει τα γλυπτά (αυτή ήταν η πρώτη άδεια που είχε), αλλά εκείνος δεν δέχτηκε και έτσι επελέγη ο Ιταλός Λουζιέρι.

Αλλά η μοιραία εκείνη απόφαση του Βρετανικού Κοινοβουλίου, κάθε άλλο παρά εξασφάλιζε την κυριότητα των παρθενώνειων γλυπτών. Έτσι, όπως αποκαλύφθηκε σε πόρισμα των νομικών Τζέφρυ Ρόμπερτσον, Νόρμαν Πάλμερ και Αμάλ Κλούνεϊ, που είχε ζητηθεί από την τότε ελληνική κυβέρνηση το 2014, το κοινοβούλιο έκανε το 1963 νέα πράξη για αυτά. Με αυτήν «ξεπλένει» τα κλοπιμαία του Ελγιν, καθώς τα μέλη του έχουν αντιληφθεί πως δεν διαθέτουν καθαρά παραστατικά απόκτησης. Δίνουν έτσι de facto πιστοποιητικά στο Βρετανικό Μουσείο. 

Ο λόρδος Ελγιν στήριξε όλα του τα επιχειρήματα στο ότι είχε φιρμάνι του σουλτάνου, στο ότι έσωσε τα γλυπτά από καταστροφές που έκαναν οι Τούρκοι και στο ότι οι Ελληνες δεν αντέδρασαν. Τα επιχειρήματα καταρρίφθηκαν ένα προς ένα από την ομάδα νομικών που συνέταξε το  πόρισμα. 

Τα «έσωσε» ο λόρδος;

Ως προς την «διάσωση», ο λόρδος Ελγιν και μαζί του το Βρετανικό Κοινοβούλιο που δέχτηκε το επιχείρημα, δεν  μπορούν να ισχυριστούν  ότι τα γλυπτά προστατεύθηκαν, επειδή ο κλέφτης δεν έχει το δικαίωμα να προβάλει προς υπεράσπισή του πως τα φύλαξε καλύτερα από τον ιδιοκτήτη, λένε οι νομικοί.

Αλλωστε, η Ελλάδα μετά από λίγο ελευθερώθηκε από τον οθωμανικό ζυγό. Ακόμα και κατά τα έτη της Επανάστασης και παρά τις πολιορκίες της Ακρόπολης, δεν έπαθαν το παραμικρό όσα είχαν μείνει στο μνημείο. Επιπροσθέτως, υπάρχουν επιστολές που έχει αποκαλύψει η κα Κόρκα, σύμφωνα με τις οποίες οι οθωμανοί δεν είχαν επιτρέψει σε κανέναν ποτέ να αποσπάσει ο,τιδήποτε από τον «Ναό των ειδώλων» όπως τον αποκαλούσαν, επειδή τον σέβονταν ως μνημείο. Αλλωστε, η χώρα ήταν υπό κατοχή και ακόμα και αν είχαν δώσει την άδεια, παρανόμως δόθηκε.

Επιπροσθέτως, το οθωμανικό δίκαιο προέβλεπε ότι όλες οι αρχαιότητες ανήκαν στον Σουλτάνο, άρα, όπως μας λέει διαπρεπής Ελληνας νομικός, η  εξαγωγή τους απαγορευόταν. Ακόμη και αν ο Ελγιν είχε νόμιμη άδεια αφαίρεσης και εξαγωγής, που δεν είχε, εφόσον το δίκαιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας το απαγόρευε, η άδεια δεν θα είχε καμία ισχύ.

Επομένως, το επιχείρημα «No Elgin, no marbles» (αν δεν υπήρχε ο Ελγιν δεν θα υπήρχαν τα μάρμαρα), απλώς  αποτελεί προπαγάνδα. Η αλήθεια είναι πως χωρίς τον Έλγιν, τα γλυπτά θα ήταν στον Παρθενώνα μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας.

Ποτέ δεν αποδείχθηκε  ότι ο άρπαγας λόρδος τα έσωσε υπό τον οθωμανικό νόμο ή ότι αυτό έγινε υπό συνθήκες έκτακτη ανάγκης. Ήταν ένα μεγάλο «φάουλ» από το Βρετανικό Κοινοβούλιο. Παρότι μάλιστα ο λόρδος Μέριτ δήλωσε πως υπήρξαν σθεναρές αντιθέσεις Ελλήνων, οι βουλευτές έκαναν σαν να μην άκουσαν τίποτα.

Η Μεγάλη Βρετανία είναι υπόλογη για τις πράξεις του Ελγιν, αφού σύμφωνα με τον διεθνή νόμο οι πράξεις ενός πρέσβη αντανακλούν στο κράτος του ακόμα και αν δεν έχουν σχέση με το ρόλο του ως πρέσβη. Η Ελλάδα ήταν τότε κατεχόμενο κράτος και τα μνημεία της, ιδίως τα θρησκευτικά, έπρεπε να τυγχάνουν σεβασμού. Ο Ελγιν δήλωσε επανειλημμένα πως ενήργησε αυτοβούλως ως ιδιώτης και όχι ως πρεσβευτής της χώρας του. Είναι όμως φανερό πως αν δεν κατείχε αυτή τη διπλωματική θέση δεν θα είχε καταφέρει το παραμικρό. Πρόκειται για μια υπόθεση διάτρητη που στερείται ηθικής.