Για την ΕΡΤ (ξανά)

Τρίτη 06 Αυγούστου 2019, 00:02
-A +A

Πριν από 14 μήνες, πέρυσι τον Ιούνιο, γράφαμε σ’ αυτή τη στήλη τα παρακάτω, κόντρα σε όσους έλεγαν πως η κρατική τηλεόραση έπρεπε να «ισοπεδωθεί», να «βομβαρδιστεί» ή να γίνει πάρκο για να φυτεύουμε λάχανα:

Η ΕΡΤ δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξανακλείσει. Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι η μόνη χώρα στην ΕΕ χωρίς δημόσια ραδιοτηλεόραση. Ναι μεν η ΕΡΤ ήταν και είναι μία εστία σκανδάλων, κακοδιαχείρισης και προπαγάνδας σχεδόν βορειοκορεατικού πλέον τύπου, ναι μεν ακόμη και η σκέψη για την ανασύνταξή της μοιάζει απέλπιδα, ναι μεν ακόμη και οι αγαθότερες των προθέσεων σπάνε τα κεφάλια τους πάνω στα τείχη της όποτε επιχειρήθηκε οποιοσδήποτε εξορθολογισμός της διοίκησης και της λειτουργίας της, αλλά τίποτε δεν είναι αδύνατον εάν υπάρχει ισχυρή πολιτική βούληση — και ισχυρή κυβέρνηση που να την εκφράζει. Αυτό δηλαδή που θα έρθει μέσα στους επόμενους μήνες. Ξέρω επίσης, ας μου επιτραπεί, πως δεν είναι… αντιφιλελεύθερο το να υπάρχει και να υποστηρίζεται η δημόσια ραδιοτηλεόραση. Μία υγιής και απροκατάληπτη, σύγχρονη και ανταγωνιστική μιντιακή επιχείρηση θα ήταν (διάβαζε: θα μπορούσε, θα έπρεπε, θα επιβαλλόταν να είναι) με το μέρος του πολίτη. Και αυτό είναι φιλελεύθερο.

Τρεις μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο του 2018, είχα επανέλθει στο θέμα. Τότε προσέθετα —μεταξύ άλλων— ότι οι χιουμοριστικές εκκλήσεις των φίλων για carpet bombing μού θυμίζουν κάτι φυλές στην Ινδία που, έτσι και βιαστεί κάποια κοπέλα, αντί να κλείσουν αιώνια τον βιαστή της στο μπουντρούμι, παραχώνουν το θύμα του στη γη και του ρίχνουν πέτρες μέχρι να του πετάξουν έξω τα μυαλά (μάλιστα, συχνά είναι και ο ίδιος ο βιαστής ένας από αυτούς που πετούν πέτρες), ενώ κατέληγα με ένα όμορφο σχόλιο που είχε κάνει ο καλός φίλος Γιάννης Γιαννούδης. Το εξής:

Στο ταξίδι μας στη Νέα Υόρκη κάναμε το πανάκριβο τουρ στις εγκαταστάσεις του NBC, στο θρυλικό κτίριο του Rockefeller Plaza. Επίσκεψη στα στούντιο την ώρα που το κανάλι λειτουργεί κανονικά και τελείωμα με την κάθε ομάδα που συμμετέχει στο τουρ να γυρίζει το δικό της, πεντάλεπτο, Late Night Show, με άμεσο ανέβασμα στα social! Nά λοιπόν, κύριοι, αν ήμουν Κυριάκος [Μητσοτάκης], τι θα έκανα με την ΕΡΤ: θα έκανα το κτίριο της Αγίας Παρασκευής ένα interactive και ζωντανό Μουσείο Ελληνικής Τηλεόρασης και Ραδιοφώνου και ταυτόχρονα θα λειτουργούσα εκεί μέσα Πανεπιστήμιο MME. Και θα μετέτρεπα σταδιακά την ΕΡΤ σε πειραματικό κανάλι του Πανεπιστημίου, για να ασκούνται οι σπουδαστές (με προγράμματα σπουδών κυρίως στα αγγλικά, για να έχω φοιτητές από όλο τον κόσμο και κυρίως από Βαλκάνια, Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική). Η ΕΡΤ γίνεται ένα εξαιρετικό μουσείο τηλεόρασης και ραδιοφώνου, έχει ασύλληπτο αρχείο και φυσικά είναι αναπόσπαστο κομμάτι του συγχρόνου ελληνικού πολιτισμού. Να το αναδείξουμε λοιπόν, με αμερικανιές, και παράλληλα να βγάζουμε και χρήματα στέλνοντας τους τουρίστες να κάνουν τουρ και live γυρίσματα καθημερινά. Παράλληλα, με το πανεπιστήμιο θα έβγαζα κεφάλαια για να χρηματοδοτώ τη λειτουργία της και θα έδινα και το κίνητρο σε χιλιάδες φοιτητές από όλο τον κόσμο να έρθουν και να σπουδάσουν media σε real life conditions, φτιάχνοντάς τους καμιά δεκαριά πειραματικά κανάλια TV και media streaming υπό την αιγίδα του Ελληνικού Κράτους.

Νομίζω πως είναι η κατάλληλη εποχή για να τα επαναλάβω. Πρώτα-πρώτα, γιατί οι φίλοι που μιλούσαν για carpet bombing, ισοπέδωση, λαχανόκηπους και τα συναφή ξαφνικά βουβάθηκαν — τα ξέχασαν όλα αυτά — τους απασχολούν άλλα — το ’ραψαν. Πράγμα καλό. (Κακό ήταν βέβαια αυτό που έκαναν, αλλά ας πάει και το παλιάμπελο. Ήταν, ας πούμε, παρενέργεια της αντιπολιτευτικής υπερέκθεσής τους στα social media).

Εν πάση περιπτώσει, τώρα πράγματι θα δούμε κάποια πράγματα να αλλάζουν στην ΕΡΤ — όπως άλλωστε θα δούμε κάποια πράγματα να αλλάζουν και στο ΑΠΕ. Πότε θα τα δούμε; Και τι έκταση θα έχουν; Δεν έχω ιδέα. Ασφαλώς δεν θα γίνουν αυτά που προτείνει ο φίλος παραπάνω. Και προσωπικά δεν τρέφω, αν με ρωτάτε, και σοβαρές ελπίδες ως προς το όποιο τελικό αποτέλεσμα. Κάθε άλλο. Η κρατική τηλεόραση είναι ένας από τους πολλούς γόρδιους δεσμούς που έχει να ξελύσει —αλλά όχι με σπαθί ακριβώς— η νέα κυβέρνηση. Και δεν ξέρω καθόλου αν θα σπαταλήσει ενέργεια, και πόση, για να το κάνει, με δεδομένη τη μαύρη, τρομώδη σκιά που εξακολουθεί να ρίχνει η κατάρρευση της κυβέρνησης Σαματά ακριβώς και ΜΟΝΟ λόγω τής ΕΡΤ, κι ας έχουν αλλάξει τόσα και τόσα από τότε. Με άλλα λόγια: δεν πιστεύω ότι το πρόβλημα της κρατικής τηλεόρασης (και της μετατροπής της σε δημόσιας) θα λυθεί, γιατί ξέρω ότι τέτοιου μεγέθους προβλήματα δεν λύνονται αν δεν υπάρχει πολύ ισχυρή πολιτική βούληση και ομάδες σοβαρών τεχνοκρατών που θα εφαρμόσουν δέσμες από «βαριά μέτρα».

Ίσως το μόνο που θα γίνει τελικά να είναι ένας κάποιος εξορθολογισμός στα οικονομικά των εξωτερικών παραγωγών, όπως δείχνει η κίνηση της διοίκησης να αλλάξει τα συμβόλαια που είχαν υπογραφεί μόλις πέρυσι με ομάδες του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου: ένα σκάνδαλο που στοίχισε πολλά εκατομμύρια στους πολίτες. Παρά ταύτα, επιφυλασσόμεθα και ευελπιστούμε ότι θα δούμε πράγματι μεγαλύτερες αλλαγές από αυτές που φοβόμαστε ότι τελικώς θα γίνουν. Θα χαρούμε πολύ να διαψευστούμε, και δη πανηγυρικά.

Εκείνο όμως που θα θέλαμε να δούμε, και που θα ήταν μια καλή αρχή, αφορά κάτι που δεν κοστίζει καθόλου μεν, αλλά που δεν αφορά την ΕΡΤ δε. Αφορά κυρίως την ιδιωτική τηλεόραση. Αν δεχτούμε ότι ήδη έχει διαφανεί μία αξιοσημείωτη αλλαγή στον πολιτικό λόγο που εκπέμπεται στη χώρα εδώ και ένα μήνα (παρά μία ημέρα), καλό θα ήταν να γίνουν προσπάθειες για να παγιωθεί αυτό. Να μη γίνει μια θολή ανάμνηση.

Πρώτα-πρώτα, αυτό είναι στο χέρι της κυβέρνησης: πρέπει να μιλά με το έργο της (άρα πρωτίστως να παράγει έργο για να μπορεί εκ των υστέρων να το επικοινωνήσει) και όχι με τα μέλη της στα τηλεοπτικά στούντιο. Ας λένε (όλοι) οι άλλοι ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν. Οι πολίτες, όχι απλώς δεν θα τους πιστεύουν (το παραμύθι με τους ηλίθιους και αποχαυνωμένους τηλεθεατές είναι κάπως last century), αλλά δεν θα τους παρακολουθούν καν. Οι πολίτες —για να μιλήσουμε σοβαρά— θέλουν να βλέπουν σίριαλ στην τηλεόρασή τους, να βλέπουν ταινίες, όχι «πολιτικές» κοκορομαχίες, όπως έκαναν στα ’90s και στα ’00s. Και οι κοκορομαχίες, για να γίνουν, θέλουν δύο κόκορες. Ας μη ρίχνει η κυβέρνηση στην αρένα και τους δικούς της. Αλλάξανε τα πράγματα, ξαναλέμε.

Κατά δεύτερον, χρειάζεται μία νέα γενιά δημοσιογράφων-παρουσιαστών: μεγάλη κουβέντα αυτή, αλλά τι να κάνουμε τώρα. Υπάρχουν ήδη τέτοιοι, και εξακολουθούν να εργάζονται στα Μέσα — δεν γίναν όλοι βουλευτές. Μάλιστα, βουλευτές γίνονται μόνο όσοι από αυτούς είναι μακριά από το παράδειγμα που έχουμε στον νου μας: οι πιο αφόρητοι λαϊκιστές, αυτοί που, όχι απλώς δεν μπορούν να συντονίσουν μία νορμάλ, ανθρώπινη συζήτηση, αλλά δεν το θέλουν κιόλας, δεν τους εξυπηρετεί. Αυτοί που δεν ενδιαφέρονται για το Μέσον αλλά για την πάρτη τους.

Εν πάση περιπτώσει, ναι: αυτό είναι που θέλουμε να δούμε. Και δεν είμαστε λίγοι αυτοί που το θέλουμε. Αλλά η τεράστια πλειονοψηφία του λαού. Όλοι. Μια τηλεόραση που θα προσέφερε σοβαρού επιπέδου πολιτικό λόγο θα έστελνε τους Αυτιάδες και τους Παπαδάκηδες στο σπίτι τους. Για να βλέπουν τηλεόραση.

-A +A

Δημοφιλέστερα Άρθρα