Διεθνείς αντιδράσεις για τη Rewheel - Την είχε προσλάβει η Επ. Ανταγωνισμού για τα telecoms

Διεθνείς αντιδράσεις για τη Rewheel - Την είχε προσλάβει η Επ. Ανταγωνισμού για τα telecoms

Μπορεί η Επιτροπή Ανταγωνισμού και η φινλανδική εταιρεία Rewheel να έκαναν πριν λίγους μήνες «άνω-κάτω» την χώρα μας σχετικά με το επίπεδο ανταγωνισμού στις τηλεπικοινωνίες, ωστόσο το μοντέλο και τα συμπεράσματα που αξιοποίησαν οι δύο πλευρές για να αποδείξουν τα επιχειρήματά τους, αμφισβητούνται έντονα. 

Τουλάχιστον αυτό αναφέρουν 23 ειδικοί απ’ όλο το κόσμο με αφορμή την παρουσίαση της τελευταίας έκθεσης της φιλανδικής εταιρείας με τίτλο «Digital Fuel Monitor, Rewheel/Research (PRO study (Public Version), Νοέμβριος 2020)». Σύμφωνα με το κείμενο που υπογράφουν 23 ειδικοί, όλοι κάτοχοι διδακτορικών και στην συντριπτική τους πλειοψηφία καθηγητές πανεπιστημίων από πολλές χώρες, το περιεχόμενο των μελετών της εταιρείας Rewheel θα πρέπει να χαρακτηριστεί ως «παραπλανητικό».

Ειδικότερα το κείμενο με τίτλο «Adding a Warning Label to Rewheel’s International Price Comparison and Competitiveness Rankings («Προσθέτοντας μια προειδοποιητική ετικέτα στις συγκρίσεις χρεώσεων και κατατάξεις ανταγωνιστικότητας της Rewheel»), οι 23 επιστήμονες αναφέρουν ότι οι μελέτες της φινλανδικής εταιρείας «στερούνται ακαδημαϊκής ακρίβειας», «περιλαμβάνουν αβάσιμες υποθέσεις», «οδηγούν σε διαστρεβλωμένα συμπεράσματα» και ότι πρέπει να χαρακτηριστούν τουλάχιστον «παραπλανητικά τα συμπεράσματα της».

«Η μελέτη Digital Fuel Monitor της Rewheel είναι ένα πρωταρχικό παράδειγμα παραπληροφόρησης στο Διαδίκτυο», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς. Και συνεχίζουν: «Σε αυτό το άρθρο, οι συγγραφείς εφαρμόζουν την τεχνογνωσία τους σχετικά με τις αγορές κινητών επικοινωνιών για να αποκαλύψουν τους ψευδείς ισχυρισμούς που πρόβαλε η Rewheel στην πρόσφατη δημοσίευση της μελέτης της Digital Fuel Monitor. Θεωρούμε ότι οι κατατάξεις της Rewheel στερούνται ακαδημαϊκής αυστηρότητας εξαιτίας του ακατάλληλου αναλυτικού περιεχομένου, των μη ρεαλιστικών υποθέσεων και της παράλειψης των πραγματικών δεδομένων της αγοράς. Τα αντικρουόμενα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την αδεξιότητα των κατατάξεων».

Σύμφωνα με τους μελετητές, για την αξιολόγηση μιας αγοράς για την ανταγωνιστικότητά της, θα πρέπει να ληφθούν περισσότεροι παράγοντες από τις χρεώσεις που εξετάζει η φινλανδική εταιρεία. «Έγκυρα συμπεράσματα σχετικά με την ανταγωνιστικότητα των ασύρματων υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας που παρέχονται σε μια χώρα, δεν μπορούν να γίνουν μέσω μιας απλής και άκριτης κατάταξης με βάση τις εφαρμοζόμενες χρεώσεις (κινητής τηλεφωνίας)», παραδέχονται οι 23 επιστήμονες. «Οι χώρες», συνεχίζουν, «διαφέρουν σε πολλές πτυχές όπως η ποιότητα του δικτύου κινητής, οι προτιμήσεις των καταναλωτών, το εισόδημα, το κανονιστικό και νομικό περιβάλλον, οι παράγοντες του κόστους ανάπτυξης και το μέγεθος της αγοράς. Αυτές και πολλές άλλες διαφορές συμβάλλουν στις διακυμάνσεις των χρεώσεων. Μια σωστή αξιολόγηση σε διεθνές επίπεδο εξετάζει αυτούς τους παράγοντες και συγκρίνει την αξίας μιας προσφοράς και όχι μόνο τις χρεώσεις».

Οι ειδικοί αναφέρουν πολλά παραδείγματα του εσφαλμένου μοντέλου αξιολόγησης των αγορών κινητής που εφαρμόζει η Rewheel στις μελέτες της. Κατ’ αρχάς θεωρούν ότι η συμπερίληψη μόνον 10 πακέτων (αποκλειστικά κινητής) τα οποία μάλιστα προσφέρονται μοναδικά και τα οποία χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση του επιπέδου ανταγωνισμού μιας αγοράς, αποτελούν μια λάθος βάση εκκίνησης. «Η Rewheel υποθέτει εσφαλμένα ότι οι καταναλωτές απαιτούν και προμηθεύονται μόνον μεμονωμένα πακέτα», αναφέρουν χαρακτηριστικά. «Στο σύστημα κατάταξης της Rewheel», συνεχίζουν, «δεν υπάρχει ζήτηση για πακέτα πολλαπλών υπηρεσιών, όπου ένας καταναλωτής αποκτά υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας μαζί με τηλεόραση, πρόσβαση στο διαδίκτυο μέσω δικτύου σταθερής ή υπηρεσίες σταθερής τηλεφωνίας».

Το μοντέλο της Rewheel

Επίσης σημειώνουν ότι το μοντέλο που ανέπτυξε η φινλανδική εταιρεία, έτσι όπως αξιοποιείται οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Όπως αναφέρουν, κάποιος που δεν προσφέρει ένα συγκεκριμένο πακέτο από τα 10 που έχει ως υπόδειγμα για την αξιολόγηση μιας αγοράς του πλανήτη, τότε αυτομάτως μπαίνει στην «προκρούστεια κλίνη» της Rewheel, λαμβάνοντας την μέγιστη χρέωση. Προς την κατεύθυνση αυτή αναφέρεται το παράδειγμα της Vodafone Ινδίας, η οποία δεν προσφέρει το πακέτο σταθεροκινητής 1000 GB που αξιολογεί η Rewheel. 

Για την απουσία αυτού του πακέτου, η Vodafone Ινδίας λαμβάνει, για λόγους αξιολόγησης της προσφοράς της, την υψηλότερη μηνιαία χρέωση που προσφέρεται μεταξύ των 168 τηλεπικοινωνιακών παρόχων που εξετάζονται στον πλανήτη. Εν προκειμένω αυτή η υψηλότερη χρέωση εφαρμόζεται από την εταιρείας ΕΕ Limited (Ιρλανδία). Το ίδιο συμβαίνει στην αξιολόγηση της Rewheel για το 79% των παρόχων της λίστας που δεν προσφέρουν το συγκεκριμένο πακέτο. Όπως αναφέρουν οι επικριτές της, «η Rewheel υποθέτει ότι για να είναι ανταγωνιστικές οι αγορές, όλοι οι πάροχοι στον κόσμο πρέπει να προσφέρουν και τα δέκα πακέτα υπηρεσιών που περιλαμβάνει το καλάθι της». Όταν δεν προσφέρεται το πακέτο, τότε ο πάροχος λαμβάνει μια χαμηλή τιμή στην αξιολόγηση της ανταγωνιστικότητας του. 

Εν κατακλείδι το μοντέλο της Rewheel, αξιολογεί τις χρεώσεις 10 συγκεκριμένων πακέτων κινητής -εκ των οποίων τα πέντε είναι πακέτα κινητής και internet, τρία πακέτα αποκλειστικά ευρυζωνικής πρόσβασης μέσω δικτύου κινητής και δύο πακέτα σταθεροκινητού internet- βάσει των οποίων βγαίνει ο μέσος όρος χρέωσης του κάθε παρόχου και στη συνέχεια της κάθε επιμέρους γεωγραφικής αγοράς. Σύμφωνα με τους συγγραφείς της θέσης, με βάση το μοντέλο αυτό και την υπόθεση ότι όταν δεν προσφέρεις ένα πακέτο λαμβάνεις αυτόματα την υψηλότερη χρέωση, στην περίπτωση της Ρουμανίας, η Rewheel υπολογίζει τις μέσες χρεώσεις των τεσσάρων παρόχων Orange, Vodafone, RCS-RDS και T-Mobile στα 69, 70, 122 και 123 δολ. ΗΠΑ αντίστοιχα. 

«Με την ίδια σειρά, κατά την Rewheel, αυτές οι χρεώσεις θα ταξινομούσαν τους τέσσερις παρόχους στην 23η, 25η, 141η και 146η θέση του πίνακα», αναφέρει η θέση των 23 ειδικών. «Αυτή η κατάταξη», συνεχίζει, «προσφέρει στις εταιρείες Orange και Vodafone την ταμπέλα του “πιο ανταγωνιστικού", ενώ στις RCS-RDS και T-Mobile την ταμπέλα του “λιγότερο ανταγωνιστικού”. Εάν στον κόσμο της Rewheel, η θεώρηση ότι “το μόνο που ενδιαφέρει είναι η χρέωση” ήταν ακριβής, τότε οι RCS-RDS και T-Mobile δεν θα αποτελούσαν βιώσιμες επιχειρηματικές περιπτώσεις, επειδή η Orange και η Vodafone φέρεται να προσφέρουν καλύτερες χρεώσεις και έτσι θα προσέλκυαν όλη τη ζήτηση της αγοράς….».

Ακόμη οι επικριτές της Rewheel σημειώνουν ότι το μοντέλο της αγνοεί τα κόστη ανάπτυξης ενός δικτύου κινητής τηλεφωνίας και την απόσβεση της επένδυσης. «Η εταιρεία», αναφέρει χαρακτηριστικά, «υποθέτει μη ρεαλιστικά ότι η δημιουργία ενός δικτύου στη Φινλανδία -την οποία η Rewheel επισημαίνει ως μια ανταγωνιστική αγορά- κοστίζει το ίδιο με τη δημιουργία ενός δικτύου στον Καναδά -αγορά που για την Rewheel δεν είναι ανταγωνιστική- παρόλο που η Φινλανδία έχει πληθυσμό που αντιστοιχεί στο ένα έκτο του Καναδά και μια επικράτεια που αντιστοιχεί στο ένα εικοστό ένατο του Καναδά». 

Επίσης σύμφωνα με τους ειδικούς, οι πάροχοι κινητής στην Φινλανδία πληρώνουν επίσης το ένα δέκατο για το ραδιοφάσμα σε σχέση με τους Καναδούς παρόχους. «Για να παραμείνει βιώσιμη μια επιχείρηση, πρέπει να ανακτήσει τα κόστη της και να πετύχει μια ανταγωνιστική απόδοση. Επειδή όλοι οι πάροχοι αντιμετωπίζουν κόστη ανάπτυξης δικτύων και απόκτησης φάσματος, αυτά αντικατοπτρίζονται στις χρεώσεις λιανικής για κινητές ασύρματες υπηρεσίες. Στον ουτοπικό κόσμο της Rewheel, όλοι οι πάροχοι αντιμετωπίζουν το ίδιο κόστος», αναφέρει το κείμενο των «23».

Οι επιστήμονες αποδομούν και μια σειρά άλλων παραμέτρων του μοντέλου που αξιοποιεί η Rewheel και τα οποία εκφεύγουν της σκοπιμότητας του άρθρου. Η ίδια η θέση των επιστημόνων επισυνάπτεται, προκειμένου οι ειδικοί να λάβουν πλήρη γνώση της θέσης αυτής. 

Ωστόσο, καθώς φαίνεται ότι αντίστοιχες επικρίσεις για το μοντέλο της Rewheel υπήρξαν και στο παρελθόν, είναι απορίας άξιο που η Επιτροπή Ανταγωνισμού επέλεξε μια τέτοια μελέτη για να δείξει στο πανελλήνιο ότι δεν υπάρχει ανταγωνισμός στις ελληνικές τηλεπικοινωνίες. Σημειώνεται δε ότι η Επιτροπή Ανταγωνισμού πλήρωσε τη συγκεκριμένη έρευνα, για την οποία όπως ανέφερε τότε ο πρόεδρος της με αναρτήσεις στο διαδίκτυο και σε επιστολή του προς το liberal.gr, τα στοιχεία της Rewheel, αξιοποιούν δεκάδες οργανισμοί και εμπειρογνώμονες σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Δείτε το κείμενο:

Ποιοι είναι οι συγγραφείς του κειμένου 

Christian Dippon, Ph.D., NERA Economic Consulting*

James Alleman, Ph.D., University of Colorado Boulder

Teodosio Pérez Amaral, Ph.D., Universidad Complutense de Madrid

Aniruddha Banerjee, Ph.D., Independent Consultant

Gaël Campan, Ph.D., Montreal Economic Institute

Jeffrey Church, Ph.D., University of Calgary

Robert Crandall, Ph.D., Technology Policy Institute

Eric Fruits, Ph.D., International Center for Law & Economics

Bronwyn Howell, Ph.D., Victoria University of Wellington

Jerry Hausman, Ph.D., Massachusetts Institute of Technology

Justin (Gus) Hurwitz, J.D., University of Nebraska

Mark Jamison, Ph.D., University of Florida

Seongcheol Kim, Ph.D., Korea University

Stanford Levin, Ph.D., Southern Illinois University Edwardsville

Daniel Lyons, JD, Boston College

Geoffrey Manne, J.D., President, International Center for Law & Economics

Petrus Potgieter, Ph.D., University of South Africa

Paul Rappoport, Ph.D., Temple University

Georg Serentschy, Ph.D., Serentschy Advisory Services

Lester Taylor, Ph.D., University of Arizona

Dennis Weisman, Ph.D., Kansas State University

Jason Whalley, Ph.D., Northumbria University

Xu Yan, Ph.D., Hong Kong University of Science and Technology

*Σημαντική σημείωση: Η NERA Economic Consulting  έχει λάβει οικονομική υποστήριξη από τη TELUS Communications Corporation για την μελέτη και την αρχική καταγραφή αυτού του κειμένου. Κανένας άλλος από τους συγγραφείς δεν έχει λάβει κάποιου είδους ανταμοιβή. No other authors received compensation. Ολες οι απόψεις εκφράζουν τους συγγραφείς.