Τα νομικά «μπλεξίματα» της Amazon
Shutterstock
Shutterstock

Τα νομικά «μπλεξίματα» της Amazon

Όπως ήταν αναμενόμενο μετά από αλλεπάλληλα δημοσιεύματα του αμερικανικού Τύπου (και του δικού μας Black Box, «H θολούρα με την Ellington και την Ellington Solutions, η ώρα της Mytilineos και τα ρεκόρ της Aegean»), η αμερικανική ομοσπονδιακή επιτροπή ανταγωνισμού (FTC), υπό την ηγεσία της Λίνα Καν, αποφάσισε να κυνηγήσει δικαστικά έναν από τους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς, την Amazon (AMZN NASDAQ).

Από κοινού με τις αρχές 17 πολιτειών της χώρας προσέφυγε στο Περιφερειακό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της δυτικής περιφέρειας της πρωτεύουσας της χώρας. Με την αίτησή τους η οποία αποτελείται από 172 σελίδες, η FTC και οι 17 πολιτείες ζητούν από το δικαστήριο να αποφασίσει πως η συμπεριφορά και ο τρόπος λειτουργίας της Amazon παραβιάζουν αρκετά άρθρα της ομοσπονδιακής αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας και των αντίστοιχων πολιτειακών νόμων. Στην περίπτωση που το δικαστήριο δεχθεί τα επιχειρήματα της FTC και των πολιτειών, αυτές ζητούν από αυτό να επιβάλει διάφορες ποινές στη μεγάλη επιχείρηση, αφού πρώτα τη διατάξει να σταματήσει τη συμπεριφορά αυτή.

Στο «δια ταύτα» όπως λένε συνήθως οι δικηγόροι στην Ελλάδα, ζητούν από το δικαστήριο να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα, διαρθρωτικής ή άλλης φύσεως, ώστε η Amazon να σταματήσει αυτή τη συμπεριφορά, καθώς και την επιβολή χρηματικών προστίμων για την αποζημίωση όσων έχουν θιγεί από τη μονοπωλιακή συμπεριφορά της μεγάλης επιχείρησης. Χωρίς να αναφέρεται καθαρά, η επίκληση διαρθρωτικών μέτρων πιθανότατα κρύβει και την επιθυμία της Λίνα Καν και των υποστηρικτών της για την υποχρεωτική διάσπαση της επιχείρησης, κατά τα πρότυπα της προ 40 ετών διάσπασης του τότε τηλεφωνικού μονοπωλίου της AT&T (ή αλλιώς Ma Bell), και της ακόμα παλαιότερης διάσπασης της Standard Oil της οικογένειας Rockefeller.

Από την στιγμή που ο Τζο Μπάιντεν επέλεξε τη Λίνα Καν για τη θέση της επικεφαλής της FTC, η οποία είναι η βασική ομοσπονδιακή αρχή για τον έλεγχο και την πάταξη της μονοπωλιακής συμπεριφοράς επιχειρήσεων, ήταν σχεδόν βέβαιο πως κάποια στιγμή η Καν θα στρεφόταν εναντίον της Amazon. Αυτό ήταν πολύ λογικό, αφού η πρόεδρος της FTC βρέθηκε στην επικαιρότητα το 2017 όταν δημοσίευσε στη νομική επιθεώρηση του Πανεπιστημίου Yale τη θέση της σχετικά με το αν ο τρόπος που δραστηριοποιείται η Amazon στο ηλεκτρονικό εμπόριο συνιστά μονοπωλιακή συμπεριφορά ή όχι (προφανώς η απάντησή της στο ερώτημα ήταν ξεκάθαρα καταφατική).

Καθώς ο Τζο Μπάιντεν κοντεύει να διανύσει τα ¾ της θητείας του και δεν είναι καθόλου σίγουρο πως θα επανεκλεγεί, η Καν δεν έχει και πολύ χρόνο στην διάθεσή της. Ειδικά αφού οι μέχρι στιγμής προσπάθειές της να καταφέρει σημαντικά πλήγματα εναντίον μεγάλων επιχειρήσεων, κυρίως τεχνολογικών, έχουν συναντήσει πολλά εμπόδια, με πιο πρόσφατο παράδειγμα την άρνηση των αμερικανικών δικαστηρίων να σταματήσουν την εξαγορά της Activision Blizzard (ATVI NASDAQ) από την Microsoft (MSFT NASDAQ). Αν αποτύχει και αυτή η προσπάθεια της FTC και της προέδρου της, αυτό θα συνιστά μία καθαρή αποτυχία για την Καν και τον πρόεδρο Μπάιντεν. 

Χωρίς να μπούμε σε πολλές λεπτομέρειες, η ουσία των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στις 172 σελίδες είναι πως η Amazon χρησιμοποιεί τη δεσπόζουσα θέση της στο ηλεκτρονικό εμπόριο με τρόπο που έχει ως αποτέλεσμα τον στραγγαλισμό των ανταγωνιστών της και τη δυσκολία εμφάνισης νέων. Υποστηρίζει πως οι περιορισμοί τους οποίους έχει επιβάλει στους εμπόρους που χρησιμοποιούν το δίκτυό της τους κάνει λιγότερο ανταγωνιστικούς αφού κάνουν πολύ δύσκολη τη μείωση των τιμών των προϊόντων τους σε τιμές χαμηλότερες από αυτές που έχει η ίδια η Amazon στα δικά της αντίστοιχα προϊόντα.

Επίσης, η FTC υποστηρίζει πως η Amazon τιμωρεί τους εμπόρους που ρίχνουν τις τιμές τους, «εξαφανίζοντας» τις αγγελίες τους από το σύστημα αναζήτησης που χρησιμοποιούν τα εκατομμύρια των καταναλωτών που χρησιμοποιούν το ηλεκτρονικό δίκτυό της. Κάτι άλλο που υποστηρίζει η αντιμονοπωλιακή αρχή είναι πως η Amazon κρατάει σχεδόν τα μισά έσοδα των εμπόρων που χρησιμοποιούν όχι μόνο το ηλεκτρονικό της δίκτυο αλλά και τις αποθήκες και τις υπηρεσίες παράδοσης των προϊόντων στους πελάτες.

Η FTC ισχυρίζεται πως αυτά έχουν ως συνέπεια την υποβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών προς τους καταναλωτές και το «πνίξιμο» της καινοτομίας. Με λίγα λόγια, θα μπορούσαμε να πούμε πως, τουλάχιστον κατά την FTC, η Amazon «στύβει» όλους τους εμπόρους που σχεδόν αναγκαστικά χρησιμοποιούν το δίκτυο και τις υπηρεσίες της. 

Από τη δική της μεριά, η εταιρεία υποστηρίζει πως αν γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί της FTC και των πολιτειών, το αποτέλεσμα θα είναι ξεκάθαρα εις βάρος των καταναλωτών, με λιγότερα διαθέσιμα προϊόντα, υψηλότερες τιμές, καθυστερήσεις στις παραδόσεις των προϊόντων και λιγότερες επιλογές για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όπως επισήμανε η ανακοίνωσή της, αυτές οι συνέπειες δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που προβλέπεται να επιτυγχάνει η αντιμονοπωλιακή νομοθεσία. Κάτι άλλο που πιθανολογείται πως θα υποστηρίξει η εταιρεία είναι πως η FTC σκοπίμως την εμφανίζει σαν πολύ πιο δυνατή στο ηλεκτρονικό εμπόριο απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα.

Στους ισχυρισμούς της FTC αναφέρεται πως η Amazon κατέχει ανάμεσα από το 70% - 80% της αγοράς ηλεκτρονικού εμπορίου, περιορίζοντας τους ανταγωνιστές της στις μεγάλες εταιρείες σούπερ μάρκετ τύπου Walmart. Κατά την εταιρεία, και αρκετούς άλλους όπως ο αρθρογράφος του Barron’s Tae Kim, αυτό είναι σαφώς ανακριβές καθώς το ηλεκτρονικό εμπόριο είναι πολύ πιο εκτεταμένο και στην πραγματικότητα η θέση της εταιρείας δεν είναι τόσο ισχυρή.

Μένοντας στον Tae Kim και στο χθεσινό του άρθρο, επισημαίνουμε κάτι αρκετά σημαντικό, δηλαδή το γεγονός πως ο τομέας ηλεκτρονικού εμπορίου της Amazon είναι οριακά κερδοφόρος. Αυτό είναι αλήθεια, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των κερδών της προέρχεται από την Amazon Web Services (AWS), την μεγαλύτερη πάροχο υπηρεσιών cloud computing στον κόσμο. Ο Tae Kim αναρωτιέται πως είναι δυνατόν ένα μονοπώλιο να μην μπορεί να βγάλει αρκετά χρήματα.

Εδώ βέβαια θα μπορούσε να υπάρχει και ένας αντίλογος: ότι δηλαδή η ισχυρή κερδοφορία της AWS δίνει την δυνατότητα στην επιχείρηση να έχει χαμηλές τιμές στα προϊόντα που πουλά και στις υπηρεσίες που παρέχει. Αν δεν υπήρχε αυτή η έμμεση επιδότηση, ο τομέας ηλεκτρονικού εμπορίου ίσως να μην μπορούσε να είναι τόσο ανταγωνιστικός στις υπηρεσίες που παρέχει και τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά. Εμμέσως αυτό αναφέρει και ο Tae Kim όταν λέει πως στην περίπτωση που το δικαστήριο διατάξει την διάσπαση της Amazon, ο τομέας ηλεκτρονικού εμπορίου θα αναγκαστεί κατά πάσα πιθανότητα να ανεβάσει τις τιμές του. 

Διαβάζοντας τις εκτιμήσεις σχολιαστών του αμερικανικού Τύπου αντιλαμβανόμαστε πως οι πιθανότητες ευδοκίμησης του δικαστικού αγώνα που ξεκίνησε προχθές εναντίον της Amazon δεν θεωρούνται πολύ μεγάλες, με βάση τον τρόπο ερμηνείας των νόμων από τους δικαστές τα τελευταία χρόνια. Εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο, όπως τουλάχιστον υποστηρίζει ο Dave Lee, σχολιογράφος του Bloomberg.

Ο Lee υποστηρίζει πως οι πρόσφατες δικαστικές ήττες της Καν και της υπηρεσίας της ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας της να πείσει τους δικαστές πως κάποιες εξαγορές και επιχειρηματικές συμφωνίες θα είχαν ως αποτέλεσμα την μελλοντική μείωση του επιχειρηματικού ανταγωνισμού. Κατά τον Lee, η Καν θα καταφέρει να κερδίσει την υπόθεση αν δώσει έμφαση στο ότι ο τρόπος με τον οποίον δραστηριοποιείται η Amazon στο ηλεκτρονικό εμπόριο έχει ήδη αυτό το αποτέλεσμα, καθώς στην ουσία είναι σχεδόν αδύνατον για μία επιχείρηση να μπορέσει να αναδειχθεί και να μεγαλώσει με τον τρόπο με τον οποίον τα κατάφερε κάποτε η ίδια η Amazon. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, αυτό από μόνο του αποδεικνύει την ξεκάθαρη μείωση του επιπέδου ανταγωνισμού. 

Ενδιαφέρουσα η άποψη του Dave Lee, την οποία υποθέτουμε πως έχει υπόψη της ήδη η Λίνα Καν, η οποία φημίζεται για την νομική της επάρκεια. Καθώς θα εξελίσσεται η δίκη ίσως να μπορέσουμε να καταλάβουμε προς τα που θα γείρει η ζυγαριά. Και να μην το καταλάβουμε γρήγορα όμως, είναι βέβαιο πως θα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, επιχειρηματικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό.