Για πρώτη φορά από το 1945 καταγράφεται τέτοιος παγκόσμιος ανταγωνισμός για επενδυτικά κεφάλαια. Από την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, της Γάζας και του Ιράν, μέχρι την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και τις τεράστιες ανάγκες αποπληρωμής του αμερικανικού χρέους. Το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχουν τα περίπου 7 τρισ. δολάρια που χρειάζονται αλλά ποια γενιά θα πληρώσει τον «λογαριασμό».
Μετά τους πολέμους έρχεται η εποχή του παγκόσμιου ανταγωνισμού για τα επενδυτικά κεφάλαια. Όσοι διαθέτουν ρευστότητα θα χρηματοδοτήσουν όσους έχουν ανάγκη για ανοικοδόμηση, αποπληρωμή χρέους και άλλες δαπάνες, και στο τέλος οι έχοντες θα έχουν γίνει πιο πλούσιοι και αυτοί που δανείστηκαν θα έχουν εγκλωβιστεί και θα έχουν φορτώσει με χρέος τις επόμενες γενιές, καθώς το κόστος του χρήματος παραμένει υψηλό.
Η Ουκρανία πρέπει να ανοικοδομηθεί. Σύμφωνα με κοινή έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας, της ουκρανικής κυβέρνησης, της Κομισιόν και των Ηνωμένων Εθνών, η οποία έγινε στο τέλος του 2024, θα χρειαστούν περίπου 524 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη δεκαετία, πόσο που αντιστοιχεί σε τρεις φορές το ουκρανικό ΑΕΠ πριν τον πόλεμο.
Η Γάζα επίσης. Τα Ηνωμένα Έθνη εκτιμούν ότι θα χρειαστούν περίπου 70 δισ. δολάρια την επόμενη δεκαετία. Κεφάλαια που θα αντληθούν μέσω ενός fund που θα λειτουργεί υπό την επίβλεψη διεθνών οργανισμών.
Το Ιράν θα χρειαστεί και αυτό τεράστια κεφάλαια. Δεν υπάρχουν ακόμη επίσημες εκτιμήσεις αλλά σχεδιάζεται fund ύψους 300 δισ. δολαρίων στο πλαίσιο της συμφωνίας με τις ΗΠΑ.
Την ίδια ώρα, η Ευρώπη επανεξοπλίζεται και οι ΗΠΑ πρέπει να αναχρηματοδοτήσουν τρισεκατομμύρια χρέους. Ειδικά η Ευρώπη χρειάζεται κεφάλαια και για την ενεργειακή μετάβασση, τη βιομηχανική πολιτική και τις ψηφιακές υποδομές.
Όλοι ζητούν ρευστότητα την ίδια στιγμή. Λεφτά υπάρχουν αλλά το θέμα είναι ποιοι θα τα δώσουν και με τι όρους. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το γεωπολιτικό σκηνικό δεν θα διαμορφωθεί απλά και μόνο από όσους διαθέτουν ισχυρό στρατό, αλλά και από το ποιοι έχουν συνεχή πρόσβαση σε φθηνά κεφάλαια. Γι’ αυτό και ο πρόεδρος Τραμπ πίεζε ασφυκτικά τον Πάουελ να μειώσει τα επιτόκια πριν τα επενδυτικά κεφάλαια γίνουν το νέο πεδίο παγκόσμιας αντιπαράθεσης.
Αναλυτές κάνουν λόγο για μία νέα εποχή άκρατου ανταγωνισμού για φθηνά κεφάλαια που όμοιά της δεν έχουμε δει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στο πεδίο των κρατικών χρεών, οι ΗΠΑ θα έλεγε κανείς ότι πρωταγωνιστούν. Μόνο για το 2027 οι λήξεις αμερικανικών κρατικών ομολόγων τοποθετούνται κοντά στα 5 τρισ. δολάρια, ενώ θα μπορούσαν να φτάσουν ακόμα και τα 7 τρισ. δολάρια, ανάλογα με τη διάρθρωση των εκδόσεων του αμερικανικού ΥΠΟΙΚ. Αν σε αυτά προσθέσουμε και τα ετήσια ελλείμματα που προσεγγίζουν τα 1,5 τρισ. δολάρια ετησίως, τότε ο λογαριασμός ξεφεύγει.
Τέλος, η Ευρώπη αναζητεί περίπου 800 δισ. ευρώ για την αύξηση των αμυντικών δαπανών, μέσω του προγράμματος Readiness 2030 (πρώην ReArm Europe), σε ένα σχέδιο επανεξοπλισμού που θα εξελιχθεί μέσα στην επόμενη πενταετία.
Επιπλέον, αναμένεται να υλοποιηθούν τεράστιες επενδύσεις για τις υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης που μόνο για τον επόμενο χρόνο μπορεί να ξεπεράσουν τα 600 δισ. δολάρια, ενώ όπως έχει αναφέρει το Liberal στους επόμενους μήνες θα ζητηθεί ρευστότητα που ενδέχεται να ξεπεράσει τα 3 τρισ. δολάρια (https://www.liberal.gr/agores/megalytero-test-anakyklosis-kefalaion-stin-istoria-tis-wall).
Για όλους αυτούς τους λόγους, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι καμπύλες αποδόσεων θα συνεχίσουν να αυξάνονται, φτάνοντας μάλιστα σε επίπεδα αρκετά ελκυστικά ώστε να ωθήσουν τους επενδυτές να εγκαταλείψουν άλλες επενδύσεις, όπως π.χ. τα μετρητά, ο χρυσός και οι μετοχές.
Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα σχετίζεται με το που θα βρεθούν τα κεφάλαια αυτά. Διότι για να καλύψουν όλες αυτές τις εκδόσεις ομολόγων, οι επενδυτές θα χρειαστεί είτε να μην ανανεώσουν υπάρχουσες επενδύσεις, είτε να πουλήσουν άλλα asssets και να μεταφέρουν κεφάλαια από άλλους τομείς. Γίνεται αντιληπτό πως σε έναν κόσμο με πλημμύρα κρατικών ομολόγων που προσφέρουν 4% και 5% με σχεδόν μηδενικό πιστωτικό κίνδυνο, πολλοί θεσμικοί επενδυτές θα επιλέξουν να μειώσουν την έκθεσή τους σε πιο risky assets και κυρίως σε μετοχές.
Κάθε νέο κρατικό ομόλογο που αγοράζεται αντλεί κεφάλαια που θα επενδύονταν λ.χ. σε μία startup, ένα ακίνητο, μία αναδυόμενη οικονομία ή ακόμα και ένα νέο εργοστάσιο. Γι’ αυτό η πραγματική μάχη των επόμενων ετών δεν θα αφοράς την εύρεση κεφαλαίων αλλά στην κατανομή τους.
