Ποιος εποπτεύει τους επόπτες των τραπεζών;
Shutterstock
Shutterstock

Ποιος εποπτεύει τους επόπτες των τραπεζών;

Στην Ελλάδα το κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν εντάξει για τα καλά το τραπεζικό σύστημα στην προεκλογική τους ατζέντα. Τα σημεία στα οποία εστιάζουν τις καταγγελίες τους είναι αυτά της κερδοφορίας των τραπεζών και της πιστωτικής τους επέκτασης. Ζητώντας αφενός την επιβολή έκτακτης φορολογίας και αφετέρου την «ευκολότερη» δανειοδότηση επιχειρήσεων και ιδιωτών. Νομίζοντας ότι το τραπεζικό σύστημα είναι ένα παιχνιδάκι, στο οποίο μπορείς να μεταβάλεις τους κανόνες ανά πάσα στιγμή, ανάλογα με τις ιδεοληψίες σου, τις λαϊκίστικες εμμονές σου ή τα ψηφοθηρικά σου συμφέροντα. 

Όμως λίγο πιο μακριά από τη μαγική χώρα των ιδεοληπτικών εμμονών και των εξωπραγματικών επιθυμιών, υπάρχει ένας έντονος προβληματισμός σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω στο παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα. Καθώς η ιστορία των χρηματοπιστωτικών κρίσεων τείνει να επαναλαμβάνεται. Όχι ως μια απλή σύμπτωση, αλλά ως μια σκληρή υπενθύμιση και αποτύπωση των εποπτικών και ρυθμιστικών κενών που αφήνουμε πίσω μας, μόλις ξεπεραστεί και ξεχαστεί η κάθε κρίση. 

Η Μεγάλη Χρηματοπιστωτική Κρίση που είχε οδηγήσει στην κατάρρευση της Lehman Brothers τo 2007 και η πρόσφατη τραπεζική αναταραχή του Μαρτίου 2023 με την κατάρρευση της Silicon Valley Bank και την αναγκαστική διάσωση της ελβετικής Credit Suisse από την UBS και την SNB, λειτούργησαν ως «ακτινογραφίες» του συστήματος. Αυτό που αποκάλυψαν δεν ήταν μόνο η ανεπάρκεια της εσωτερικής διακυβέρνησης των τραπεζών. Aλλά και κάτι ακόμα πιο βαθύτερο και ανησυχητικό. Δηλαδή τα κενά που παρουσιάζονται στην ίδια την αποτελεσματικότητα των εποπτικών αρχών. Ειδικά στις περιπτώσεις της Silicon Valley Bank και της Credit Suisse, η αγορά βοούσε σχετικά με την προβληματική κατάσταση των τραπεζών, δίχως ωστόσο να ενεργοποιούνται οι εποπτικές αρχές.

Παραδοσιακά, το δάχτυλο της ευθύνης δείχνει προς τις ίδιες τις τράπεζες που είναι και ο πιο εύκολος στόχος. Ωστόσο, οι εκθέσεις «μετά θάνατον», αυτό που οι αναλυτές ονομάζουν «post mortem reports» των κρίσεων, αναδεικνύουν σταθερά ότι οι εποπτικές αρχές συχνά αποτυγχάνουν να εντοπίσουν τους κινδύνους, πριν αυτοί μετατραπούν σε συστημικές απειλές. Σε συστημικές απειλές, που δεν απειλούν μόνο κάποιες τράπεζες αλλά ακόμα και το ίδιο το τραπεζικό σύστημα μιας χώρας. Για παράδειγμα διάσωση της Credit Suisse από την UBS και την SNB, ήταν αναγκαία για μην χαθεί η ίδια η εμπιστοσύνη προς το Ελβετικό τραπεζικό σύστημα, όπως είχαμε αναλύσει στο άρθρο «Credit Suisse: Σώθηκε η παρτίδα, ράγισε η εμπιστοσύνη», και στο άρθρο «Τι φοβούνται οι επενδυτές για τράπεζες και ομόλογα».

Οπότε το ερώτημα που αναδύεται είναι επιτακτικό. Γιατί οι επόπτες, που απαιτούν από τις τράπεζες αυστηρά πλαίσια διαχείρισης κινδύνων, δεν εφαρμόζουν τα ίδια εργαλεία για τη δική τους λειτουργία και εγρήγορση;

Έτσι εκτός από τον κίνδυνο της αγοράς (market risk), τον πιστωτικό κίνδυνο (credit risk), τον κίνδυνο ρευστότητας (liquidity risk), τον λειτουργικό κίνδυνο (operational risk) και τον συστημικό κίνδυνο (systemic risk) που πρέπει πάντα να υπολογίζουμε, θα πρέπει να αντιμετωπίζουμε πλέον και τον εποπτικό κίνδυνο (regulation risk). Δηλαδή τον κίνδυνο που απορρέει από την πιθανότητα οι ενέργειες ή και η αδράνεια των εποπτικών αρχών να μην επιτύχουν τους προληπτικούς στόχους τους, θέτοντας σε κίνδυνο σε πρώτη φάση την σταθερότητα μιας τράπεζας και σε δεύτερη φάση ακόμα και την χρηματοπιστωτική σταθερότητα μιας χώρας.

Είναι σημαντικό να είμαστε ρεαλιστές. Ο εποπτικός κίνδυνος δεν μπορεί να εξαλειφθεί πλήρως. Οι εποπτικές αρχές λειτουργούν σε ένα περιβάλλον πολλές φορές ατελούς πληροφόρησης και τεράστιας πολυπλοκότητας. Η προσπάθεια για «μηδενικό κίνδυνο» θα οδηγούσε σε μια ασφυκτική εποπτεία που θα έπνιγε το ίδιο το τραπεζικό σύστημα αλλά και την πραγματική οικονομία που χρηματοδοτεί. Το ζητούμενο, λοιπόν είναι το λεγόμενο «εποπτικό εκκρεμές» που κινείται μεταξύ υπερβολικής αυστηρότητας και επικίνδυνης χαλαρότητας, να μην επηρεάζεται από εξωγενείς παράγοντες όπως είναι για παράδειγμα η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, καθώς και τα ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα. Και να μην παραμένει «καρφωμένο» προς την χαλαρότητα. 

Σήμερα λοιπόν, ενώ φορείς όπως η Επιτροπή της Βασιλείας (BCBS) έχουν επιβάλει στις τράπεζες την υιοθέτηση Πλαισίων Διάθεσης Ανάληψης Κινδύνου (Risk Appetite Frameworks / RAFs), οι ίδιες οι εποπτικές αρχές παραμένουν στο απυρόβλητο. Δηλαδή οι εποπτικές αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να διαχειρίζονται τον δικό τους λειτουργικό και στρατηγικό κίνδυνο μέσω ενός δικού τους δομημένου RAF. Έτσι χωρίς ένα σαφές πλαίσιο, η αποτυχία των εποπτικών αρχών αποδίδεται συχνά σε «κακή τύχη» ή σε «απρόβλεπτες συνθήκες», αντί να αναζητούνται τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν είτε σε καθυστερημένες, είτε σε μη αποφάσεις.

Ήδη, οι εποπτικές αρχές του Καναδά (OSFI) και ο Ενιαίος Εποπτικός Μηχανισμός (SSM) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έχουν αρχίσει να υιοθετούν τέτοια «πλαίσια ασφάλειας». Διότι ενώ οι χρηματιστηριακές αγορές ζουν την εποχή των παχέων αγελάδων, υπάρχουν σημάδια στην πραγματική οικονομία που μπορούν να ταρακουνήσουν τις τράπεζες. Και δεν μπορεί να κανείς να ισχυριστεί ότι δεν γνώριζε, ότι δεν είδε και ότι δεν άκουσε.

Οι πολίτες και οι αγορές πρέπει να γνωρίζουν όχι μόνο ποιους κανόνες ακολουθούν οι τράπεζες, αλλά και με ποιο πλαίσιο ευθύνης λειτουργούν εκείνοι που έχουν ταχθεί να τις ελέγχουν, δηλαδή οι ελεγκτικές αρχές. Η χρηματοπιστωτική σταθερότητα δεν εξαρτάται μόνο από το πόσο καλά διαχειρίζονται οι τράπεζες τους κινδύνους τους, αλλά και από το πόσο καλά κάνουν οι επόπτες τη δική τους δουλειά. Με τις πιστώσεις να βρίσκονται στη στρατόσφαιρα όπως παρουσιάστηκαν στο άρθρο: H «καυτή πατάτα» της χρηματοδότησης της Τεχνητής Νοημοσύνης», και τις μοχλεύσεις να βρίσκονται στην ιονόσφαιρα, οι εποπτικές αρχές δεν μπορούν να κοιμούνται και με τα δυο μάτια κλειστά τα βράδια. 

H ιστορία της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2007 δεν είναι δα και τόσο μακρινή. Και όπως θυμόμαστε στο μάτι του κυκλώνα ήταν και τότε οι τράπεζες.