field_kentriki_fotografia
Ποιες... 900 μονάδες είναι σωστές για να μπει κανείς στο Χρηματιστήριο;

Όταν ξεκινούσε ο χρηματιστηριακός Μάιος, αρκετές αναλυτές και αρθρογράφοι (σ.σ όχι όλοι, όπως ο φίλος Μάνος Χατζηδάκης), μας καλούσαν να ακολουθήσουμε το κλασσικό χρηματιστηριακό ρητό «Sell in May and go away», δηλαδή «πούλα τον Μάιο και μείνε μακριά». Οι Βρετανοί προεκτείνουν τον χρόνο αποχής μέχρι τον Σεπτέμβριο λέγοντας «Sell in May and go away, come back on St. Leger's Day», που αφορά χρονικά μια ετήσια ιπποδρομία που λαμβάνει χώρα στα μέσα Σεπτεμβρίου. Ο Μάιος έκλεισε και υπάρχουν αυτοί που πούλησαν, αυτοί που κράτησαν και αυτοί που βρίσκονται ακόμα εκτός χρηματιστηρίου. Και το ερώτημα είναι: Τώρα τι κάνουμε;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, θα πρέπει να αποτυπώσουμε τα διδάγματα από τη χρηματιστηριακή εμπειρία του μήνα που μας πέρασε. Ο Απρίλιος είχε φέρει τον Γενικό Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις 910,37 μονάδες. Και χθες ο ΓΔ έκλεισε στις 894,85 μονάδες, αφού καθ? όλη τη διάρκεια του μηνός, ταλαντεύτηκε ανάμεσα στις 911 και στις 867 μονάδες. Δηλαδή, κινήθηκε σε ένα στενό εύρος τιμών.

Σε αυτό το εύρος τιμών, το Χρηματιστήριο δεν έχει αποτυπώσει την επικαιροποιημένη εικόνα των τραπεζών που δείχνουν πολύ πιο ισχυρές τόσο κεφαλαιακά, όσο και με όρους αναμενόμενης κερδοφορίας και αποκλιμάκωσης του ύψους των κόκκινων δανείων. Και αυτό διότι η επενδυτική κοινότητα ανησυχεί για την πορεία των κόκκινων δανείων, που βρίσκονταν σε καθεστώς προστασίας καθ? όλη την περίοδο του lockdown.

Δεν έχει αποτυπώσει ακόμα τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης που αναμένεται να αυξηθούν έτι περαιτέρω από το τρίτο τρίμηνο και μετά, με τις πρώτες εισροές των ευρωπαϊκών πόρων από το Ταμείο Ανάπτυξης. Και αυτό διότι η ανησυχία για τη δυνατότητα πλήρους απορρόφησης των ευρωπαϊκών πόρων, είναι δεδομένη, λόγω του αμαρτωλού παρελθόντος.

Δεν έχει αποτυπώσει τις ισχυρές κερδοφορίες που καταγράφηκαν κατά τη διάρκεια του Q1 του 2021. Υπάρχουν εταιρείες που στο Q1 γύρισαν από ζημιές σε κέρδη, όπως είναι η ElvalHalcor, η Τιτάν, τα ΕΛΠΕ, κ.α.

Υπάρχουν, επίσης. εταιρείες που αύξησαν τον κύκλο εργασιών τους κατά 100%, όπως είναι οι εταιρείες πληροφορικής. Η μη αποτύπωση των θετικών νέων στις τιμές των μετοχών, ερμηνεύεται σε σημαντικό βαθμό από τη διστακτικότητα απέναντι και στα φανερά θετικά σενάρια. Μια διστακτικότητα που παραμένει σθεναρή, καθώς έχει μετατραπεί σε δεύτερη φύση των επενδυτών, όλα αυτά τα χρόνια της χρηματιστηριακής κακουχίας.

Δεν έχει αποτυπώσει την ευνοϊκή επίπτωση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, στα έργα υποδομής που θα εκτελέσουν οι μεγάλοι εισηγμένοι κατασκευαστικοί όμιλοι και θα προμηθεύσουν με προϊόντα οι εταιρείες της βαριάς βιομηχανίας, όπως είναι τσιμεντοβιομηχανία, οι εταιρείες σωλήνων και καλωδίων, σίδηρου, χάλυβα και αλουμινίου.

Οι εταιρείες λιανικού εμπορίου που αλλάζουν και θα αλλάξουν άρδην τον κύκλο εργασιών τους και τις κερδοφορίες τους, επί το θετικότερο, δεν έχουν συγκεντρώσει ούτε αυτές, το αντίστοιχο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Και αφού αναλύσαμε την παρούσα κατάσταση ας πάμε στο «δια ταύτα». Ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας. Πού θα τοποθετούσαμε τα κεφάλαια μας; Στο ταμιευτήριο με 0% ή σε μια οικονομία που τρέχει με +10% στο δίμηνο Απριλίου – Μαΐου;

Στο ασφαλές 0% ή στην εξασφαλισμένη σε σημαντικό βαθμό μεγέθυνση των εγχώριων επιχειρήσεων μέσω της αναμενόμενης επενδυτικής έκρηξης; Και αν μας φοβίζει η πιθανότητα γυρίσματος των ξένων χρηματιστηρίων, πράγμα που είναι απολύτως θεμιτό, γιατί δεν κάνουμε μια αντιστάθμιση κινδύνου μέσω παράγωγων προϊόντων;

Οι ευκαιρίες είναι μπροστά μας. Όλα τα δεδομένα είναι εδώ. Οι προοπτικές της οικονομίας είναι προδιαγεγραμμένες. Η συμμετοχή των εγχώριων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο, σε αυτό το αναπτυξιακό πρόγραμμα, είναι δεδομένη.

Τι μας χωρίζει λοιπόν από το χρηματιστήριο; Σε αυτό μπορεί να απαντήσει ο καθένας για τον εαυτό του.

Αποποίηση Ευθύνης
Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.