Η φράση «ante portas» γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Καρχηδονιακού Πολέμου (218–201 π.Χ.), μιας από τις πιο δραματικές περιόδους της ρωμαϊκής ιστορίας. Ο Καρχηδόνιος στρατηγός Αννίβας, έχοντας διασχίσει τις Άλπεις, είχε κατατροπώσει τις ρωμαϊκές λεγεώνες σε μια σειρά από μάχες, με αποκορύφωμα τη σφαγή στις Κάννες το 216 π.Χ.
Το 211 π.Χ., ο Αννίβας αποφάσισε να βαδίσει με τον στρατό του απευθείας προς την ίδια τη Ρώμη. Ο ερχομός του Αννίβα ήταν αναμενόμενος. Και οι Ρωμαίοι είχαν συνηθίσει στην ιδέα ότι κάποια στιγμή οι Καρχηδόνιοι θα έκαναν την εμφάνιση τους. Μόλις όμως έμαθαν ότι ο Αννίβας είχε πράγματι στρατοπεδεύσει μόλις λίγα χιλιόμετρα έξω από τα τείχη της Ρώμης, στην πόλη ξέσπασε απόλυτος πανικός. Οι συγκλητικοί και οι πολίτες έτρεχαν έντρομοι στους δρόμους, πιστεύοντας ότι το τέλος της Δημοκρατίας τους ήταν προ των πυλών. Αυτή η κραυγή αγωνίας και ο τρόμος των Ρωμαίων μπροστά στον αιφνιδιασμό, αποτυπώθηκαν στη φράση «Hannibal ante portas».
Ο Κικέρωνας στους Φιλιππικούς χρησιμοποιούσε την έκφραση «ante portas» θέλοντας να περιγράψει έναν κρυφό και επείγοντα κίνδυνο.
Έτσι και σήμερα, ενώ όλοι στις ΗΠΑ μιλούν για το πληθωρισμό που έχει ξεκινήσει να πιέζει την οικονομία ήδη από την περίοδο της πανδημίας του Covid, τον περιγράφουν ακόμα ως ένα προσωρινό και παροδικό φαινόμενο. Λες και είναι ένα φαινόμενο που θα εξαφανιστεί από μόνο του ως δια μαγείας.
Ωστόσο ο πληθωρισμός, «κτυπάει» επίμονα την πόρτα της αμερικανικής οικονομίας, παρουσιάζοντας μια πρωτοφανή ανθεκτικότητα. Ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά +3,8%, μέσα στο τελευταίο δωδεκάμηνο στο υψηλότερο επίπεδο από το 2023, μετά το +4,1% για το δωδεκάμηνο 2022-2023.
Παράλληλα ο δομικός πληθωρισμός, γνωστότερος ως «core inflation», δηλαδή ο πληθωρισμός που δεν λαμβάνει υπ’ όψιν του τις τιμές της ενέργειας (πετρέλαιο, βενζίνη, ηλεκτρισμός κ.α.) και των τροφίμων διαμορφώθηκε υψηλότερα από τις εκτιμήσεις των αναλυτών. Επιβεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται πλέον μόνο στις τιμές της ενέργειας και των τροφίμων που είναι γενικά πολύ ασταθείς και ευάλωτες σε εξωγενή γεγονότα, όπως είναι οι καιρικές συνθήκες, οι πόλεμοι και οι γεωπολιτικές κρίσεις. Αλλά ότι ο πληθωρισμός έχει περάσει σε βάθος στην πραγματική οικονομία.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τον Δείκτη τιμών παραγωγού (ΡΡΙ), ο οποίος κατέγραψε άλμα της τάξης του +6%, σημειώνοντας την υψηλότερη τιμή των τελευταίων τεσσάρων ετών. Αυτό σημαίνει ότι το κόστος στη γραμμή παραγωγής παραμένει υψηλός, κάτι που σταδιακά θα «περάσει» στις τσέπες των καταναλωτών, αφού η απορρόφηση του από τις επιχειρήσεις δεν θα μπορεί να λειτουργεί για πάντα.
Ο «σκληρός πληθωρισμός» συνοδεύεται από μη αναπλήρωση των απωλειών των πραγματικών αμοιβών και μισθών των εργαζομένων στις ΗΠΑ, με αποτέλεσμα να πιέζεται το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Κάτι που οδηγεί σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων. Σε αυτή τη φάση η κατανάλωση δεν έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα, αφού υποστηρίζεται από τα υψηλά εισοδήματα, τα οποία τροφοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από τα χρηματιστηριακά κέρδη και τις υπεραξίες. Όμως η «συντήρηση» της κατανάλωσης δεν είναι βιώσιμη μακροπρόθεσμα. Ειδικά σε μια οικονομία που βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση.
Δεν χρειάζεται να υποχωρήσει έντονα η κατανάλωση για να συνειδητοποιήσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά στην αμερικανική οικονομία. Η καθυστέρηση στην τακτοποίηση άλλων υποχρεώσεων, όπως είναι η εξυπηρέτηση δανείων, αποτελεί σαφή παρενέργεια των πληθωριστικών πιέσεων και της αδυναμίας των εισοδημάτων να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Με αιχμή τα ανοίγματα των πιστωτικών καρτών, τα καταναλωτικά δάνεια, τα δάνεια από την αγορά αυτοκινήτων, τα στεγαστικά και τα φοιτητικά δάνεια, η αγορά αρχίζει να παρουσιάζει στρεβλώσεις. Οπότε και μόνο η ιδέα της πιθανής αύξησης των επιτοκίων από την πλευρά της Fed, προκαλεί τρόμο ταυτόχρονα σε δανειολήπτες και τράπεζες.
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Ενώ οι αγορές και οι επενδυτές ήλπιζαν σε μια σειρά μειώσεων των επιτοκίων, η Fed αναγκάστηκε να διατηρήσει το βασικό της επιτόκιο υψηλό, στο εύρος του 3,50% – 3,75%. Οι ελπίδες για πολλαπλές μειώσεις επιτοκίων έχουν εξανεμιστεί, με τους αναλυτές να προβλέπουν πλέον το πολύ μία οριακή μείωση. Όμως στο τραπέζι των συζητήσεων έχει αρχίσει να επιστρέφει δειλά ακόμα και το σενάριο μιας νέας αύξησης επιτοκίων, σε περίπτωση που ο πληθωρισμός ξεφύγει πάνω από το 4%, προκειμένου να αποφευχθεί μια παρατεταμένη περίοδος στασιμοπληθωρισμού.
Οι βασικές αιτίες πρόκλησης του πληθωρισμού στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια εξακολουθούν να είναι παρούσες. Από τα τεράστια κρατικά πακέτα στήριξης μετά την πανδημία μέχρι τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες, από τη μεγάλη νομισματική χαλάρωση την περίοδο 2020–2021 μέχρι τις αυξημένες τιμές ενέργειας και από την ισχυρή καταναλωτική ζήτηση μέχρι τις γεωπολιτικές κρίσεις. Όλα τα ανωτέρω κρατούν το πληθωρισμό πάνω από τον στόχο του 2% της Federal Reserve.
Η αμερικανική οικονομία δεν βρίσκεται ακόμα σε κατάσταση ανεξέλεγκτου υπερπληθωρισμού, αλλά αντιμετωπίζει έναν επίμονο και ανθεκτικό πληθωριστικό κίνδυνο. Και αυτός ο κίνδυνος είναι ορατός πίσω από τα ψηλά τείχη της Ρώμης.
