Να πώς ο Καναδάς χτυπά την ακρίβεια στα τρόφιμα

Να πώς ο Καναδάς χτυπά την ακρίβεια στα τρόφιμα

Η στρατηγική που παρουσίασε η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μαρκ Κάρνεϊ για την αντιμετώπιση της ακρίβειας στα τρόφιμα και την εφαρμογή ενός προγράμματος αγροδιατροφικής ασφάλειας, αποτελεί μία από τις πιο ολοκληρωμένες παρεμβάσεις που έχουν εφαρμοστεί τα τελευταία χρόνια σε μια ελεύθερη ανεπτυγμένη οικονομία.

Σε αντίθεση με τις πολιτικές που επικεντρώνονται στον έλεγχο των τιμών, στην επιβολή πλαφόν και στη χορήγηση επιδομάτων προς τους καταναλωτές, ο Καναδάς επιχειρεί να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες αιτίες της αύξησης του κόστους των τροφίμων, αναδιαμορφώνοντας ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής, μεταποίησης και διανομής. Πρόκειται για μια στρατηγική με έμφαση στην «προσφορά», αυτό που οι οικονομολόγοι ονομάζουν «supply-side strategy». Η οποία στοχεύει στη δημιουργία μεγαλύτερου ανταγωνισμού στην αγορά. Παράλληλα η καναδική κυβέρνηση στοχεύει στην ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και στη μείωση της εξάρτησης από τις εισαγωγές.

Η αφετηρία της κυβερνητικής πρωτοβουλίας, είναι η διαπίστωση ότι στον Καναδά καταγράφεται το περίφημο «παράδοξο της αφθονίας». Δηλαδή, παρά το γεγονός ότι ο Καναδάς συγκαταλέγεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες αγροτικές οικονομίες του κόσμου, εξάγοντας κάθε χρόνο αγροτικά προϊόντα αξίας περίπου $100 δισ., οι Καναδοί καταναλωτές πληρώνουν ολοένα και υψηλότερες τιμές στα σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με τον πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ, οι τιμές των τροφίμων έχουν αυξηθεί σχεδόν κατά 35% από το 2019, ενώ η μέση καναδική οικογένεια δαπανά πλέον περίπου $10.000 ετησίως για αγορές τροφίμων. Το παράδοξο αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μεγάλο μέρος της καναδικής αγροτικής παραγωγής εξάγεται ή αποστέλλεται στο εξωτερικό για μεταποίηση και στη συνέχεια επανεισάγεται ως τελικό προϊόν με σημαντικά υψηλότερο κόστος.

Πιο συγκεκριμένα ο Καναδάς βασίζεται σε ξένες αγορές για την επεξεργασία των τροφίμων που καταναλώνει. Ταυτόχρονα εισάγει το 90% των φρέσκων φρούτων και ξηρών καρπών της, καθώς και το 70% των λαχανικών της. Αυτή η εξάρτηση καθιστά τις τιμές ευάλωτες στις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και στα προβλήματα της παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Επιπλέον, η ολιγοπωλιακή και σχεδόν κλειστή δομή της αγοράς τροφίμων, όπου πέντε μεγάλοι όμιλοι λιανικού εμπορίου ελέγχουν το 75% του κλάδου, στραγγαλίζει τον ανταγωνισμό και διατηρεί τις τιμές τεχνητά υψηλές.

O πρώτος στόχος της κυβέρνησης είναι η ενίσχυση της εγχώριας μεταποίησης. Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται ότι η παραγωγή αγροτικών προϊόντων δεν μπορεί από μόνη της να εξασφαλίσει χαμηλές τιμές. Η πραγματική προστιθέμενη αξία δημιουργείται στη μεταποίηση, στη συσκευασία και στη διανομή. Για τον λόγο αυτό προβλέπεται να δοθούν σημαντικά κίνητρα για τον εκσυγχρονισμό των μικρών και μεσαίων μονάδων επεξεργασίας τροφίμων, μέσω επενδύσεων σε νέες τεχνολογίες, αυτοματοποίηση και ψηφιοποίηση. Η αύξηση της παραγωγικότητας των μονάδων αυτών αναμένεται να μειώσει το κόστος παραγωγής ανά μονάδα προϊόντος, επιτρέποντας την προσφορά φθηνότερων τροφίμων στην εσωτερική αγορά.

Ο δεύτερος στόχος είναι η αναδιάρθρωση του συστήματος διανομής των τροφίμων. Όπως προαναφέρθηκε πέντε μεγάλες αλυσίδες λιανικής ελέγχουν περίπου το 75% της αγοράς τροφίμων στον Καναδά. Η συγκέντρωση αυτή περιορίζει τον ανταγωνισμό και δυσκολεύει τους μικρούς ανεξάρτητους εμπόρους να προμηθευτούν προϊόντα σε ανταγωνιστικές τιμές. Η κυβέρνηση αποφάσισε να διαθέσει $1 δισ. για τη δημιουργία νέων κέντρων διανομής και σύγχρονων τερματικών και αποθηκευτικών σταθμών, ώστε οι παραγωγοί να μπορούν να διαθέτουν τα προϊόντα τους απευθείας σε μικρότερα καταστήματα χωρίς την ανάγκη διαμεσολάβησης των μεγάλων αλυσίδων. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η δημιουργία πραγματικού ανταγωνισμού, τόσο στην προμήθεια όσο και στη λιανική πώληση.

Ο τρίτος στόχος είναι ο περιορισμός της εξάρτησης της εσωτερικής αγοράς από τις εισαγωγές νωπών προϊόντων. Έτσι ο  Μαρκ Κάρνεϊ, προβλέπει επενδύσεις ύψους $750 εκατ. σε θερμοκήπια και υδροπονικές καλλιέργειες υψηλής τεχνολογίας. Οι εγκαταστάσεις αυτές επιτρέπουν την παραγωγή φρέσκων λαχανικών και φρούτων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, ακόμη και στις βόρειες και απομακρυσμένες περιοχές της χώρας. Παράλληλα, μειώνεται σημαντικά η ανάγκη μεταφοράς προϊόντων από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, γεγονός που περιορίζει τόσο το κόστος, όσο και τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Η αξιοποίηση της τεχνολογίας αποτελεί κεντρικό στοιχείο της στρατηγικής, καθώς η κυβέρνηση θεωρεί ότι η καινοτομία και η τεχνολογία μπορούν να αποτελέσουν βασικό μηχανισμό συγκράτησης των τιμών.

Τέλος, η κυβέρνηση αποφάσισε να μειώσει δραστικά τη γραφειοκρατία. Οι εγκρίσεις για νέους σπόρους, λιπάσματα, ζωοτροφές και κτηνιατρικά προϊόντα συχνά απαιτούν μεγάλους χρόνους, αυξάνοντας το κόστος και καθυστερώντας την εισαγωγή καινοτόμων τεχνολογιών στην παραγωγή. Το ίδιο και οι ρυθμίσεις και οι κανονισμοί, όσον αφορά τις αδειοδοτήσεις των εφοδιαστικών αλυσίδων από το «χωράφι μέχρι το ράφι». Η επιτάχυνση αυτών των διαδικασιών εκτιμάται ότι θα αυξήσει την παραγωγικότητα του πρωτογενούς τομέα, θα περιορίσει τα λειτουργικά κόστη των παραγωγών και θα ανοίξει ακόμα περισσότερο τις αγορές.

Γιατί έχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον η νέα στρατηγική της κυβέρνησης του Καναδά; Διότι η συνολική φιλοσοφία διαφέρει σημαντικά από τις κλασικές πολιτικές αντιμετώπισης της ακρίβειας που εφαρμόζονται στις περισσότερες χώρες. Αντί να επιβληθούν ανώτατες τιμές / πλαφόν ή να δοθούν μόνιμες επιδοτήσεις στους καταναλωτές, οι οποίες συχνά δημιουργούν δημοσιονομικά προβλήματα χωρίς να αντιμετωπίζουν τις αιτίες του πληθωρισμού, η καναδική κυβέρνηση επιδιώκει να αυξήσει την προσφορά τροφίμων και να ενισχύσει τον ανταγωνισμό σε κάθε στάδιο της κλαδικής εφοδιαστικής αλυσίδας. Η οικονομική θεωρία υποστηρίζει ότι όταν αυξάνεται η προσφορά και ενισχύεται ο ανταγωνισμός, οι τιμές τείνουν να αποκλιμακώνονται με πιο βιώσιμο και μόνιμο τρόπο.

Παράλληλα η κυβέρνηση του Καναδά αντί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα ως προσωρινό φαινόμενο που απαιτεί επιδοτήσεις, επιχειρεί να ενισχύσει τη δομική ανθεκτικότητα του αγροδιατροφικού οικοσυστήματος. Την ίδια ακριβώς στιγμή που οι περισσότερες χώρες της Δύσης εξακολουθούν να μηρυκάζουν την άποψη ότι «ο πληθωρισμός είναι προσωρινός», και να επιλέγουν να μην προχωρούν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις ώστε να διορθώνουν παθογένειες και στρεβλώσεις. 

Επομένως, το πλάνο δεν αποτελεί απλά μια πολιτική αντιμετώπισης του πληθωρισμού και της ακρίβειας, αλλά μια μακροπρόθεσμη στρατηγική ανασυγκρότησης της αγροδιατροφικής οικονομίας του Καναδά, με στόχο την ενίσχυση της επισιτιστικής ασφάλειας, της ανταγωνιστικότητας και της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών.

Βέβαια, η επιτυχία της στρατηγικής δεν είναι δεδομένη. Οι επενδύσεις ύψους άνω των $3 δισ. θα χρειαστούν αρκετά χρόνια μέχρι να αποδώσουν πλήρως. Η κατασκευή νέων υποδομών, η δημιουργία θερμοκηπίων και ο εκσυγχρονισμός των μονάδων μεταποίησης απαιτούν χρόνο, ενώ η συγκέντρωση της αγοράς ολοένα και σε λιγότερα χέρια που ακολουθούν πολιτικές καρτέλ δεν μπορεί να ανατραπεί άμεσα. Και είναι δεδομένο ότι τα μέτρα της εσωτερικής αγοράς δύσκολα μπορούν να αντιμετωπίσουν τις διεθνείς τιμές ενέργειας, τις κλιματικές μεταβολές και τις γεωπολιτικές εξελίξεις οι οποίες εξακολουθούν να επηρεάζουν το κόστος παραγωγής και μεταφοράς των τροφίμων.