Με το βλέμμα στα επιτόκια η ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων
Shutterstock
Shutterstock

Με το βλέμμα στα επιτόκια η ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων

Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν άνοιξε τους «ασκούς του Αιόλου» για την παγκόσμια οικονομία καθώς ξεδιπλώνεται το χειρότερο σενάριο που φοβούνταν οι αγορές από τα τέλη του 2023: μίας γενικευμένης σύρραξης στη Μέση Ανατολή και διακοπής στις εξαγωγές των πλούσιων ενεργειακών πόρων της περιοχής.

Το ντε φάκτο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20%-25% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), έχει μειώσει απότομα την προσφορά των δύο αυτών κρίσιμων για τις οικονομίες ορυκτών καυσίμων, με συνέπεια οι τιμές τους, ιδιαίτερα του φυσικού αερίου, να εκτοξευθούν.

H προθεσμιακή τιμή του πετρελαίου brent (για παράδοση τον Μάιο) αυξήθηκε πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι ή 25% σε σχέση με τις 27 Φεβρουαρίου (πριν ξεκινήσει η επίθεση κατά του Ιράν). Για το φυσικό αέριο, η ποσοστιαία αύξηση του δείκτη αναφοράς στην Ευρώπη ήταν περίπου 70%, καθώς τα συμβόλαια για παράδοση τον Απρίλιο στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ (TTF) διαπραγματεύονταν στα 54 ευρώ ανά μεγαβατώρα την Παρασκευή έναντι 32 ευρώ στο κλείσιμο στις 27 Φεβρουαρίου.

Η άνοδος στο φυσικό αέριο ήταν μεγαλύτερη, επειδή η επάρκειά του στην αγορά δεν ήταν άνετη πριν τον πόλεμο, σε αντίθεση με το πετρέλαιο, όπου υπήρχαν συνθήκες υπερβάλλουσας προσφοράς και υψηλών αποθεμάτων.

Στην περίπτωση του πετρελαίου υπάρχουν επίσης δυνατότητες να αντιμετωπιστεί εν μέρει το πρόβλημα της αδυναμίας διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, καθώς η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπορούν να χρησιμοποιήσουν αγωγούς για να μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες αργού στην Ερυθρά Θάλασσα και στο Ομάν, αντίστοιχα.

Επιπλέον, η Σαουδική Αραβία έχει μεγάλες αποθήκες πετρελαίου σε άλλες χώρες του κόσμου, οι οποίες είναι γεμάτες.

Σε κάθε περίπτωση, οι αυξήσεις στο φυσικό αέριο και το πετρέλαιο αποτελούν μεγάλη απειλή για τις οικονομίες που εξαρτώνται από τις εισαγωγές ενέργειας, όπως η ευρωπαϊκή και μεγάλες ασιατικές (Κίνα, Ιαπωνία, Ινδία κ.α.). Από τη μία πλευρά οι καταναλωτές θα επιβαρυνθούν άμεσα από τις αυξήσεις στην ενέργεια και ενδεχόμενες δευτερογενείς αυξήσεις τιμών σε άλλα προϊόντα και υπηρεσίες, με συνέπεια να περιορισθεί η πραγματική ζήτηση και να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη στις οικονομίες.

Από την άλλη πλευρά, θα αυξηθεί το κόστος παραγωγής των επιχειρήσεων στις χώρες εισαγωγής. Ειδικά για την Ευρώπη, όπου το ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις είναι πολύ υψηλότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ και την Κίνα, θα υπάρξει νέα δοκιμασία για την ανταγωνιστικότητά τους.

Είναι προφανές ότι ο τελικός λογαριασμός θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια του πολέμου και του χρονικού διαστήματος που θα μείνει κλειστή η δίοδος στο Ορμούζ. Ορισμένοι αναλυτές αναφέρουν ότι το κρίσιμο όριο είναι ο ένας μήνας, δηλαδή αν θα λήξει ο πόλεμος σε τέσσερις ή πέντε εβδομάδες - όπως είχε πει αρχικά ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, αν και στη συνέχεια άφησε ανοικτό τον χρονικό ορίζοντα - τότε εκτιμούν ότι οι επιπτώσεις θα είναι σχετικά περιορισμένες και διαχειρίσιμες.

Η εμπειρία από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία δείχνει ότι οι αυξήσεις των τιμών στην Ευρώπη μπορούν να μεταφερθούν πολύ γρήγορα από τον τομέα της ενέργειας σε άλλα προϊόντα και υπηρεσίες, αυξάνοντας έτσι τον πληθωρισμό γενικότερα. Και αυτό μέσα σε ένα περιβάλλον, όπου οι αυξήσεις τιμών παραμένουν σημαντικές σε τομείς, όπως των υπηρεσιών και των τροφίμων (οι τελευταίες οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις υψηλές διεθνείς τιμές).

Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 1,9% τον Φεβρουάριο, εντός δηλαδή του στόχου 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά αυτό οφειλόταν στη μείωση των τιμών ενέργειας κατά 3,1% σε ετήσια βάση, ενώ οι τιμές των υπηρεσιών αυξήθηκαν 3,4% και των τροφίμων κατά 2,6%.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έτρεχε με ετήσιο ρυθμό 5,9% στην Ευρωζώνη καθώς είχε προηγηθεί η επί μήνες μείωση της παροχής φυσικού αερίου από τη Ρωσία στην αγορά και οι τιμές των τροφίμων και άλλων προϊόντων κινούνταν ανοδικά λόγω της κλιματικής κρίσης και της πανδημίας. Στη συνέχεια, ο πληθωρισμός αυξήθηκε στο 7,4% τον Μάρτιο και στο 8,6% τον Ιούνιο για να κορυφωθεί στο 10,6% τον Οκτώβριο.

Στην αύξηση του πληθωρισμού είχαν συμβάλει κυρίως οι τιμές της ενέργειας με μία αύξηση 40% κατά μέσο όρο στο διάστημα Φεβρουαρίου-Οκτωβρίου, αλλά επιταχύνθηκαν και οι τιμές των τροφίμων (από 4,2% η αύξηση τον Φεβρουάριο έφτασε στο 13,1% τον Οκτώβριο) καθώς και των υπηρεσιών (από 2,5% στο 4,3%, αντίστοιχα).

Έχοντας υπόψη αυτά τα δεδομένα, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα υπάρχει εγρήγορση για την αποφυγή των δευτερογενών επιπτώσεων στον πληθωρισμό, όπως δήλωσε μέσα στην εβδομάδα ο πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας, Γιόαχιμ Νάγκελ, σημειώνοντας ότι το θέμα θα συζητηθεί στη συνεδρίαση νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ στις 19 Μαρτίου.

Η ΕΚΤ είχε κατηγορηθεί ότι αντέδρασε πολύ αργά στην πληθωριστική κρίση το 2021/2022, χαρακτηρίζοντας για μεγάλο διάστημα ως παροδικές τις αυξήσεις των τιμών, κάτι που δεν επιβεβαιώθηκε, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να προχωρήσει σε συνεχόμενες και μεγάλες αυξήσεις επιτοκίων (μισής ποσοστιαίας μονάδας) από το καλοκαίρι του 2022.

«Στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ τη μεθεπόμενη εβδομάδα, θα συζητήσουμε τα τελευταία δεδομένα και προβλέψεις. Σε αυτή τη βάση, θα αποφασίσουμε στη συνέχεια εάν η τρέχουσα στάση της νομισματικής πολιτικής παραμένει κατάλληλη ή εάν πρέπει να ληφθούν μέτρα», είπε ο Νάγκελ, που άφησε έτσι ανοικτό το ενδεχόμενο μίας αύξησης των επιτοκίων, αν και σημείωσε ότι «είναι ακόμη πολύ νωρίς για να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα νομισματικής πολιτικής απ' αυτή την κατάσταση».

Οι αγορές, πάντως, δεν αναμένουν έως τώρα ότι η ΕΚΤ θα προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων τον Μάρτιο.