Η προσπάθεια του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών αυξάνει το κόστος λειτουργίας της , της μεγαλύτερης εταιρείας κατασκευής chips παγκοσμίως, ασκώντας πίεση στα περιθώρια κέρδους της, παρά τις ισχυρές επιδόσεις που καταγράφει χάρη στη ζήτηση για εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο το 2025, η αμερικανική κυβέρνηση έχει εντείνει τις πιέσεις προς τις εταιρείες τεχνολογίας να μεταφέρουν την παραγωγή τους στις Ηνωμένες Πολιτείες, προειδοποιώντας ακόμη και με την επιβολή δασμών σε όσες δεν το πράξουν.
Στο πλαίσιο αυτό, η TSMC έχει ανακοινώσει επενδύσεις συνολικού ύψους 200 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου νέου προγράμματος 100 δισ. δολαρίων για προηγμένες μονάδες παραγωγής και εγκαταστάσεις συσκευασίας ημιαγωγών.
Παρότι η εταιρεία ανακοίνωσε αύξηση 77,4% στα καθαρά κέρδη του δεύτερου τριμήνου, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών, ο οικονομικός διευθυντής της, Γουέντελ Χουάνγκ, προειδοποίησε ότι η διεθνής επέκταση, και ειδικότερα οι νέες μονάδες παραγωγής εκτός Ταϊβάν, περιορίζουν τα περιθώρια κέρδους. Όπως ανέφερε, η επίδραση αυτή θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, καθώς τα νέα εργοστάσια θα αυξάνουν σταδιακά την παραγωγική τους δυναμικότητα.
Αναλυτές επισημαίνουν ότι η κατασκευή chips στις ΗΠΑ είναι κατά 20% έως 50% ακριβότερη σε σχέση με την Ταϊβάν, ανάλογα με τις επιδοτήσεις και τα φορολογικά κίνητρα, εκτιμώντας ότι σημαντικό μέρος του επιπλέον κόστους θα μετακυλιστεί στους πελάτες της εταιρείας.
Παράλληλα, σύμφωνα με δημοσίευμα της Nikkei, η TSMC σχεδιάζει αυξήσεις τιμών έως και 10% στην παραγωγή προηγμένων αλλά και συμβατικών chips από το 2027, αν και η εταιρεία δεν σχολίασε τις πληροφορίες.
Παρά το αυξημένο κόστος, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κυριαρχία της TSMC στην παραγωγή προηγμένων ημιαγωγών της επιτρέπει να διατηρεί ισχυρή διαπραγματευτική θέση, ενώ η γεωγραφική διαφοροποίηση της παραγωγής θεωρείται πλέον στρατηγική προτεραιότητα τόσο για τις εταιρείες όσο και για τις κυβερνήσεις.
