Η παγκόσμια προσφορά χρήματος έχει φτάσει στο ιστορικό ρεκόρ των $121,9 τρισ. Μόνο τα τελευταία δύο χρόνια προστέθηκαν στο σύστημα $17,1 τρισ., μια αύξηση της τάξης του 16%. Από το χαμηλό του 2022, η συνολική αύξηση αγγίζει τα $27 τρισ., ή το +28%. Αυτό μεταφράζεται σε μια ετήσια αύξηση της τάξης του +7% με +8%.
Το αντιλαμβάνομαι ότι οι αριθμοί κουράζουν, ωστόσο μόνο όταν γνωρίζει κανείς τους αριθμούς μπορεί να αντιληφθεί το πραγματικό μέγεθος του αποτυπώματος της απερίσκεπτης νομισματικής πολιτικής που τροφοδοτεί μια τεχνητή ευημερία, ενώ ταυτόχρονα ναρκοθετεί τα θεμέλια της μελλοντικής σταθερότητας.
Καθώς οι κεντρικές τράπεζες και οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να τροφοδοτούν την οικονομία με «φρεσκοτυπωμένο» φθηνό και άφθονο χρήμα, δημιουργώντας μια εικόνα πλαστής ευημερίας που ενδέχεται να οδηγήσει σε σοβαρές αναταράξεις τα επόμενα χρόνια.
Τα βιβλία το λένε. Η υπερβολική δημιουργία χρήματος δεν επιτυγχάνει να παράγει πραγματικό πλούτο. Αντιθέτως διαβρώνει την αξία του υπάρχοντος πλούτου, τροφοδοτεί φούσκες, εντείνει τις ανισότητες και προετοιμάζει το υπέδαφος για να αναπτυχθούν νέες κρίσεις. Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν η προσφορά χρήματος αυξάνεται πολύ πιο γρήγορα από την πραγματική παραγωγή, η εμφάνιση έντονου πληθωρισμού είναι αναπόφευκτη, ακόμα και αν καθυστερήσει να εμφανιστεί.
Με άλλα λόγια, όταν κυκλοφορεί περισσότερο χρήμα από ότι αγαθά και υπηρεσίες, τότε οι τιμές αυξάνονται. Οπότε το νόμισμα χάνει σταδιακά την αξία του. Αυτό ακριβώς βιώνουν εκατομμύρια πολίτες τα τελευταία χρόνια μέσα από την ακρίβεια σε τρόφιμα, ενέργεια και κατοικία. Και παρ’ όλο που ο επίσημος πληθωρισμός σε ορισμένες χώρες φαίνεται να αποκλιμακώνεται, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Αφού το κόστος ζωής παραμένει πολύ υψηλότερο από ό,τι πριν από την πανδημία. Διότι κανείς «δεν μάζεψε πίσω», την ρευστότητα που δόθηκε για να σταθεί όρθια η οικονομία.
Η λογική αυτής της πολιτικής είναι γνωστή. Μετά την κρίση του 2008 και ιδιαίτερα μετά την πανδημία, οι μεγάλες οικονομίες υιοθέτησαν επιθετικά προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης, χαμηλών επιτοκίων και κρατικών δαπανών, με στόχο να αποτρέψουν ύφεση και μαζικές χρεοκοπίες.
Όμως η συνεχής δημιουργία χρήματος υπερβαίνει την τρέχουσα αύξηση της πραγματικής παραγωγής, δημιουργώντας στρεβλώσεις όπως είναι αυτή του επίμονου πληθωρισμού. Που διέψευσε όλους όσοι υποστήριζαν ότι ο πληθωρισμός που προκλήθηκε από την μαζική ένεσης ρευστότητας κατά τη διάρκεια της COVID-19, ήταν παροδικός και προσωρινός.
Τι συμβαίνει όμως όταν το χρήμα είναι άφθονο, άκοπο, φθηνό και όταν δεν συνοδεύεται από ρίσκο; Δεν κατευθύνεται πάντα στην πραγματική οικονομία, στις παραγωγικές επενδύσεις ή στην επιχειρηματικότητα ή στην καινοτομία, που ενέχουν ρίσκο. Αντιθέτως, «κυνηγά» αποδόσεις σε περιουσιακά στοιχεία, δημιουργώντας επικίνδυνες φούσκες στις τιμές των μετοχών στα χρηματιστήρια, στα ακίνητα και σε άλλα περιουσιακά στοιχεία.
Αυτό το φαινόμενο, γνωστό σαν «Cantillon Effect», το είχε αναλύσει ήδη από το 1755 ο Ιρλανδός τραπεζίτης Ρίτσαρντ Καντιγιόν. Σύμφωνα λοιπόν με το «Φαινόμενο Καντιγιόν» η αύξηση της ποσότητας χρήματος (π.χ. από εκτύπωση χρήματος ή νομισματική πολιτική) δεν επηρεάζει ομοιόμορφα την οικονομία, αλλά ευνοεί περισσότερο όσους βρίσκονται πιο κοντά στην πηγή του νέου χρήματος.
Οι κάτοχοι παγίων στοιχείων βλέπουν την περιουσία τους να αυξάνεται δίχως κόπο, ενώ όσοι βασίζονται στην εργασία τους βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται.
Η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται, καθώς το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών δεν οφείλεται πλέον στην αξιοκρατία, αλλά στο πόσο κοντά ή μακριά βρίσκονται στην «εκτυπωτική μηχανή» της κεντρικής τράπεζας.
Παράλληλα κυριαρχεί μια ψευδαίσθηση ευημερίας. Καθώς τα χρηματιστήρια φτάνουν σε νέα υψηλά, οι τιμές των ακινήτων δεν δικαιολογούνται από τις συνθήκες της πραγματικής αγοράς, με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων να κερδίζουν, ενώ οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι βλέπουν τον μισθό τους ή τη σύνταξη τους να εξατμίζεται. Έτσι δημιουργείται μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία οι κάτοχοι κεφαλαίου πλουτίζουν μέσω της νομισματικής επέκτασης και από την άλλη οι εργαζόμενοι δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η οικονομία γίνεται όλο και περισσότερο εξαρτημένη από τη συνεχή επέκταση της ρευστότητας. Οι χρηματιστηριακές αγορές ανεβαίνουν όχι επειδή αυξάνεται απαραίτητα η παραγωγικότητα ή η καινοτομία, αλλά επειδή υπάρχει αφθονία χρήματος που αναζητά αποδόσεις. Το ίδιο ισχύει και για την αγορά ακινήτων, όπου οι τιμές σε πολλές χώρες έχουν αποκοπεί πλήρως από τα πραγματικά εισοδήματα των πολιτών.
Το έργο το έχουμε ξαναδεί. Από τη «φούσκα» των dot-com μέχρι την κρίση των τιτλοποιημένων ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων του 2008, η υπερβολική ρευστότητα δημιούργησε μια ψευδαίσθηση μόνιμης ανάπτυξης, μέχρι τη στιγμή που το σύστημα δεν μπορεί πλέον να στηριχθεί σε νέο δανεισμό και σε «εκτύπωση» νέου χρήματος. Και τότε είναι που ακολουθεί η απότομη διόρθωση, με τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος. Αφού τον λογαριασμό τον πληρώνουν όλοι.
Κατά την γνώμη μας η συνεχής εξάρτηση από τη νομισματική χαλάρωση αποδυναμώνει τον πυρήνα της λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς. Οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις εθίζονται στο φθηνό χρήμα και αποφεύγουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και τη δημοσιονομική πειθαρχία, συμμετέχοντας σε ένα πάρτι διαρκείας Το αποτέλεσμα όμως είναι η δημιουργία μιας οικονομίας και μιας κοινωνίας λιγότερο παραγωγικής και ανταγωνιστικής, η οποία καθίσταται περισσότερο ευάλωτη σε κρίσεις.
Βέβαια οι υπερασπιστές αυτής της πολιτικής ισχυρίζονται ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική» μπροστά σε κρίσεις. Αυτό όμως είναι μάλλον ψέμα. Υπάρχει εναλλακτική. Που προβλέπει α) δημοσιονομική πειθαρχία, β) μεταρρυθμίσεις προς την πραγματική παραγωγικότητα, γ) αποφυγή μαζικών διασώσεων και δ) ελεύθερη λειτουργία της αγοράς.
Αντιθέτως, οι κυβερνήσεις επιλέγουν εργαλεία βραχυπρόθεσμης πολιτικής δημοφιλίας, με τεράστιο μακροπρόθεσμο κόστος για την κοινωνία.
Το μεγάλο ερώτημα είναι το κατά πόσο οι κεντρικές τράπεζες μπορούν πλέον να σταματήσουν αυτή τη διαδικασία χωρίς να προκαλέσουν σοβαρή ύφεση. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι κάθε προσπάθεια περιορισμού της ρευστότητας προκαλεί αναταράξεις στις αγορές και πιέσεις στις κυβερνήσεις. Έτσι, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Το υψηλότερο χρέος απαιτεί περισσότερο χρήμα και το περισσότερο χρήμα δημιουργεί εκ νέου φούσκες και χρέη.
Η παγκόσμια οικονομία μοιάζει σήμερα να στηρίζεται πάνω σε μια εύθραυστη ισορροπία, όπου η συνεχιζόμενη αύξηση της προσφοράς χρήματος θεωρείται η μοναδική λύση για τη διατήρηση της ανάπτυξης. Όμως η ιστορία διδάσκει ότι καμία οικονομία δεν μπορεί να βασίζεται επ’ άπειρον στην παραγωγή χρήματος χωρίς τις αντίστοιχες συνέπειες.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον το «αν» θα έρθει η κρίση, αλλά το «πόσο» καταστροφική θα είναι, όταν η ψευδαίσθηση του άφθονου χρήματος συγκρουστεί με τη σκληρή πραγματικότητα των πεπερασμένων πόρων.
