Η «γραμμή» της ΕΚΤ για αύξηση των επιτοκίων και οι δυσκολίες για τα δάνεια - Η θέση των ελληνικών τραπεζών
Shutterstock
Shutterstock

Η «γραμμή» της ΕΚΤ για αύξηση των επιτοκίων και οι δυσκολίες για τα δάνεια - Η θέση των ελληνικών τραπεζών

Κάτι παραπάνω από δύο εβδομάδες απομένουν μέχρι τις επόμενες ανακοινώσεις του διοικητικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (στις 11 Ιουνίου) για τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης εν μέσω του πολέμου στη Μέση Ανατολή και των οικονομικών επιπτώσεων που προκαλεί από τις 28 Φεβρουαρίου και μέχρι σήμερα.

Πέρα από τον αντίκτυπο που ο πόλεμος έχει ήδη στην ευρωπαϊκή οικονομία (αυξημένος πληθωρισμός λόγω της ανόδου των ενεργειακών τιμών), η κρίση επηρεάζει και τις προοπτικές δανεισμού σε μεσοπρόθεσμο επίπεδο, όπως προκύπτει από την ίδια την ΕΚΤ.

Το «κλείδωμα» των αυξήσεων

Την Τρίτη ο επικεφαλής οικονομολόγος της ευρωτράπεζας, Φίλιπ Λέιν, είπε σε συνέντευξη του στο πρακτορείο ειδήσεων Nikkei πως οι αυξημένες τιμές της ενέργειας επιβαρύνουν την κατανάλωση και τις επενδύσεις, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη οικονομική ύφεση.

Πρόσθεσε πως η ΕΚΤ θα προβεί σε περαιτέρω ανοδική αναπροσαρμογή των προβλέψεών της για τον πληθωρισμό κατά τη συνεδρίαση του Ιουνίου, λόγω αυτών των καθαρών ανοδικών πιέσεων.

Αναφερόμενος στις εικασίες για αύξηση των επιτοκίων τον Ιούνιο, ο Λέιν δήλωσε ότι η αγορά δεν χρειάζεται επιπλέον καθοδήγηση από την ΕΚΤ, «δίνοντας» ουσιαστικά «πάτημα» τις εκτιμήσεις των αγορών για αύξηση των επιτοκίων.

Προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε απόφαση μετά τον Ιούνιο (Ιούλιος, Σεπτέμβριος κ.λπ.) θα εξαρτηθεί εξ ολοκλήρου από τα εισερχόμενα δεδομένα και ότι η ΕΚΤ θα συνεχίσει να συζητά τις επιλογές της αντί να παρουσιάζει ένα πλήρες μακροπρόθεσμο όραμα.

Ένα άλλο κορυφαίο στέλεχος της τράπεζας, η Ισαμπέλ Σνάμπελ, είπε σε δηλώσεις της στο Reuters πως η νομισματική παρέμβαση κρίνεται πλέον επιβεβλημένη.

Όπως υπογράμμισε, η αύξηση του Ιουνίου είναι αναγκαία ακόμη και στην περίπτωση που οι εν εξελίξει ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν καταλήξουν σε συμφωνία.

Αναφορικά με τα επόμενα βήματα, η κ. Σνάμπελ -η οποία θεωρείται πιθανή διάδοχος της Κριστίν Λαγκάρντ, καθώς η θητεία της τελευταίας λήγει στα τέλη του 2027- σημείωσε πως η ΕΚΤ πρέπει να αποφύγει τη δέσμευση σε μια προκαθορισμένη πορεία μετά τον Ιούνιο, σημείωσε πως οι αποφάσεις θα λαμβάνονται με βάση τα εκάστοτε εισερχόμενα μακροοικονομικά δεδομένα.

Σημειώνεται ακόμα πως η πλειονότητα των επενδυτών «δίνει» τουλάχιστον δύο αυξήσεις των επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης έκαστη μέχρι το τέλος του 2026, ενώ τις τελευταίες εβδομάδες έχουν ενισχυθεί σημαντικά οι πιθανότητες που δίνουν οι αγορές για τρεις αυξήσεις της τάξης των 25 μονάδων βάσης μέχρι τον Δεκέμβριο.

Οι προκλήσεις για την τραπεζική χρηματοδότηση

Το καθεστώς της αβεβαιότητας «περνάει» και στις προσδοκίες επιχειρήσεων και νοικοκυριών για την οικονομική δραστηριότητα αλλά και στη διαθεσιμότητα τραπεζικής χρηματοδότησης στην Ευρωζώνη.

Σε άρθρο στο blog της ΕΚΤ την Τρίτη, υποστηρίζεται πως σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι η πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση γίνεται δυσκολότερη. Οι προσδοκίες για τη διαθεσιμότητα δανείων επιδεινώνονται, καθώς οι εταιρείες εκτιμούν ότι οι τράπεζες θα κινηθούν πιο επιφυλακτικά απέναντι στον πιστωτικό κίνδυνο.

Η ΕΚΤ αναφέρει ότι αυτή η επιδείνωση στις προσδοκίες χρηματοδότησης μπορεί να ενισχύσει περαιτέρω την οικονομική επιβράδυνση. Όταν οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι η πρόσβαση σε δανεισμό θα είναι πιο περιορισμένη ή πιο ακριβή, είναι πιθανότερο να αναβάλουν επενδύσεις, προσλήψεις και επιχειρηματικά σχέδια. Με αυτόν τον τρόπο, η αβεβαιότητα δεν επηρεάζει μόνο το sentiment αλλά και την πραγματική οικονομική δραστηριότητα μέσω του χρηματοπιστωτικού κλάδου.

Η ΕΚΤ καταλήγει ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις αποτελούν πλέον σημαντικό παράγοντα που επηρεάζει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και τις χρηματοδοτικές συνθήκες. Ακόμη και σε περιβάλλον αποκλιμάκωσης επιτοκίων, η αυξημένη αβεβαιότητα μπορεί να περιορίσει τη ζήτηση για δάνεια και να επιβαρύνει τις προσδοκίες για τη διαθεσιμότητα τραπεζικής χρηματοδότησης, διατηρώντας επιφυλακτικό το επιχειρηματικό κλίμα στην Ευρωζώνη.

Τι λένε οι ελληνικές τράπεζες

Από την πλευρά των ελληνικών τραπεζών, το μήνυμα που έχουν εκπέμψει δημόσια οι διοικήσεις τους είναι καθησυχαστικό, τουλάχιστον προς ώρας.

Μετά από τις ανακοινώσεις των οικονομικών αποτελεσμάτων του πρώτου τριμήνου και τις Γενικές Συνελεύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί, οι τέσσερις συστημικές (Eurobank, Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank) καθώς και οι CrediaBank και Optima Bank έχουν τονίσει πως για την αρχή του 2026 έχει καταγραφεί ισχυρή πιστωτική επέκταση. 

Ακόμα, οι τράπεζες υποστηρίζουν πως μέχρι στιγμής δεν διαφαίνεται ότι η αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τη ζήτηση στην ελληνική αγορά.

Ωστόσο, οι διοικήσεις των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων παραμένουν σε επιφυλακή για επιδείνωση των συνθηκών, ιδιαίτερα στο ενδεχόμενο που δεν υπάρξει άμεσα αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και εφόσον η κρίση συνεχιστεί και στο δεύτερο εξάμηνο του 2026.