Μετά το πολύ εντυπωσιακό ξεκίνημα του Χρηματιστηρίου Αθηνών για το 2026, τα πράγματα έχουν αλλάξει κατά πολύ. Από τις 4 Φεβρουαρίου και μετά έχει αρχίσει μία διορθωτική κίνηση η οποία, όπως ήταν αναπόφευκτο, εντάθηκε μετά την έναρξη του πολέμου στο Ιράν. Έτσι, έχουν χαθεί σχεδόν όλα τα κέρδη του Γενικού Δείκτη, ενώ μερικές μετοχές βρίσκονται ήδη σε αρνητικό έδαφος σε σχέση με την έναρξη της χρονιάς.
Στις 2.135,56 μονάδες που ήταν το κλείσιμο της Παρασκευής 13ης Μαρτίου, η απόδοση του δείκτη είναι μόλις 0,56% για την χρονιά και η πτώση από τα υψηλά της 4 Φεβρουαρίου (2.407,09) έχει φθάσει στο 11,40%. Πιο μεγάλες είναι οι απώλειες για την «ατμομηχανή» της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς τα τελευταία χρόνια, δηλαδή τον τραπεζικό κλάδο. Ο Δείκτης Τραπεζών του Χ.Α. έκλεισε την Παρασκευή στις 2.313,19 μονάδες, καταγράφοντας και αυτός οριακά κέρδη από την αρχή της χρονιάς (0,84%) και πολύ σημαντικές απώλειες από την αρχή του 2026 (19,10%).
Παρόμοια είναι η γενική εικόνα της αγοράς, με τις περισσότερες μετοχές που είχαν κινηθεί ισχυρά από την αρχή της χρονιάς να καταγράφουν σημαντικές απώλειες από τα ψηλά που σημείωσαν μέχρι τα μέσα Φεβρουαρίου αλλά μερικές από αυτές να εξακολουθούν να επιτυγχάνουν υψηλές αποδόσεις μέσα στην χρονιά. Είναι βέβαιο, όμως, πως οι τιμές είναι σαφώς χαμηλότερες για την συντριπτική πλειοψηφία των εισηγμένων εταιρειών σε σχέση με τα υψηλά που πέτυχαν νωρίτερα φέτος.
Αν κοιτάξουμε τις οικονομικές τους επιδόσεις για το 2025 (για κάποιες από αυτές γνωρίζουμε ήδη τα αποτελέσματα 12μήνου και για άλλες του 9μήνου), και λάβουμε υπόψη και την καθοδήγηση που έχουν δώσει οι διοικήσεις στους επενδυτές και τους αναλυτές για το 2026 και τα επόμενα χρόνια, είναι σαφές πως στις τωρινές τιμές είναι λογικό να εμφανιστεί σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον. Αυτό φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις και από τις τιμές που έχουν θέσει ως στόχο οι χρηματιστηριακοί αναλυτές.
Στην περίπτωση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, οι οποίες μας έχουν ήδη ενημερώσει για τις επιδόσεις του 2025 και για το αυξημένο επίπεδο χρηματικών διανομών για τους μετόχους, οι τιμές στόχοι είναι πολύ πιο πάνω από αυτές του κλεισίματος της Παρασκευής. Μάλιστα τις προηγούμενες ημέρες, μέσα στην πολεμική αναταραχή, είδαμε σημαντικές αναβαθμίσεις αυτών των στόχων από μεγάλους διεθνείς οίκους. Για κάποιες από αυτές, οι τιμές στόχοι βρίσκονται έως και 60% πάνω από τις τωρινές.
Μιλώντας για τράπεζες, μεγάλη είναι η πτώση στην τιμή της μετοχής της Credia Bank, η οποία προχωρά με γρήγορους ρυθμούς στην εκτέλεση του επιχειρηματικού της σχεδίου, εντός και εκτός Ελλάδος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι σίγουρο πως έχει παίξει αρνητικό ρόλο και η επιφυλακτικότητα των επενδυτών μέχρι να μάθουν λεπτομέρειες για την – από πολλούς αναμενόμενη – αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου, πράγμα που λογικά δεν θα αργήσει πολύ να γίνει.
Στον κατασκευαστικό κλάδο, η πτώση των τιμών για τις δύο μετοχές που συμμετέχουν στον δείκτη FTSE/Athex μεγάλης κεφαλαιοποίησης από τα υψηλά δεν είναι τόσο μεγάλη όσο αυτή των τραπεζών ούτε όσο αυτή του Γενικού Δείκτη, ενώ ισχυρές είναι και οι επιδόσεις τους για το 2026. Η μετοχή της ΓΕΚΤΕΡΝΑ χάνει 7,07% από τα υψηλά αλλά είναι ακόμα 37,37% πάνω από την αρχή του χρόνου, καθώς είναι φανερό πως οι επενδυτές βλέπουν με αισιοδοξία τα σχέδια της επιχείρησης για τα επόμενα χρόνια, τα οποία εξελίσσονται με ταχείς ρυθμούς σε όλους τους τομείς.
Η μετοχή της Aktor χάνει 10,25% από τα υψηλά που σημείωσε πριν μερικές εβδομάδες αλλά ανεβαίνει κατά 7,14% από την αρχή του χρόνου, με το ενδιαφέρον να είναι αυξημένο όχι μόνο για τις κινήσεις του ομίλου στον κατασκευαστικό τομέα αλλά και λόγω της επιθετικής δραστηριοποίησης του στον τομέα του LNG και τις σημαντικές συμφωνίες με αμερικανικές επιχειρήσεις. Ισχυρή είναι η άνοδος από την αρχή του χρόνου, παρά την ενδιάμεση πτώση, και για δύο μετοχές του ομίλου Viohalco.
Η θυγατρική Cenergy Holdings αποδίδει 27,20% από την αρχή του χρόνου παρά την πτώση κατά 14,62% από τα υψηλά της, με τους επενδυτές να εστιάζουν στις πολύ ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης και στους δύο κλάδους δραστηριοποίησής της και στην, αναμενόμενη για το 2027, έναρξη λειτουργίας του εργοστασίου των ΗΠΑ. Η μητρική Viohalco ανεβαίνει κατά 18,49% από την αρχή του χρόνου παρά την πτώση κατά 10,65%, καθώς οι επενδυτές η πολύ καλή πορεία των βασικών θυγατρικών της εταιρειών αυξάνει και την δική της αξία.
Η μετοχή της ΔΕΗ έχει ταλαιπωρηθεί λίγο περισσότερο από τις άλλες, καθώς πέφτει κατά 15,66% από το υψηλότερο σημείο του 2026 και σημειώνει απώλειες 4,34% από την αρχή του χρόνου. Εδώ φαίνεται πως πολλοί επενδυτές έχουν αποφασίσει να μην ασχοληθούν τόσο με τις καλές επιδόσεις και το επιχειρηματικό της σχέδιο όσο με τους φόβους για την αρνητική επίδραση αλλαγών που πιθανολογείται πως θα έρθουν σε μερικά χρόνια στο πλαίσιο λειτουργίας του ενεργειακού τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η μετοχή του ΟΤΕ απέχει ελάχιστα από τα υψηλά της (3,97%) και έχει μία πολύ μικρή άνοδο από την αρχή του χρόνου (3,08%), καθώς οι επενδυτές εκτιμούν την σταθερότητα στις επιδόσεις του ομίλου αλλά ταυτόχρονα αρχίζουν να βλέπουν πιο θετικά τις προοπτικές για μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης για τα οικονομικά του μεγέθη. Σε διαφορετικό «μήκος κύματος» από τις προηγούμενες εταιρείες έχει κινηθεί από την αρχή του χρόνου η μετοχή του ΟΠΑΠ, η οποία έχει πληγεί από την διστακτικότητα πολλών επενδυτών σχετικά με την ένωσή της με την μητρική Allwyn, παρά το γεγονός πως αυτή υπόσχεται σημαντική άνοδο στον ρυθμό ανάπτυξης των μεγεθών της επιχείρησης. Με την πτώση κατά 22,51% από την αρχή του χρόνου, η μετοχή βρίσκεται σημαντικά χαμηλότερα από τους στόχους των αναλυτών και η αναμενόμενη μερισματική της απόδοση είναι αναμφίβολα ελκυστική.
Όπως αναφέραμε και στην αρχή, η πτώση των τιμών στο Χρηματιστήριο Αθηνών έχει δημιουργήσει πολλές ευκαιρίες σε μεγάλο αριθμό μετοχών, μερικές από τις οποίες είδαμε και λίγο πιο αναλυτικά. Εδώ υπάρχει όμως ένα μεγάλο «αν», το οποίο προφανώς έχει άμεση σχέση με την έκβαση του πολέμου στο Ιράν και τις πιθανές συνέπειές του στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, το παγκόσμιο εμπόριο και την παγκόσμια οικονομία. Όπως έχουμε πει στο παρελθόν αλλά βλέπουμε και στον διεθνή Τύπο, δύο είναι τα ζητήματα που απασχολούν κυρίως τις διεθνείς αγορές και τους χρηματιστηριακούς αναλυτές.
ο πρώτο είναι η διάρκεια του πολέμου και το δεύτερο, και μάλλον πιο σημαντικό, είναι η διάρκεια του ουσιαστικού κλεισίματος των στενών του Ορμούζ. Όπως έχει φανεί ξεκάθαρα τις προηγούμενες ημέρες κάθε μικρή άνοδος στην τιμή του πετρελαίου φέρνει αμέσως υποχώρηση στις διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές, μαζί και στην δική μας.
Όσο πιο κοντά βρεθούμε στο πιο αισιόδοξο σενάριο, το οποίο προβλέπει την σύντομη επιστροφή των δεξαμενόπλοιων και των υπόλοιπων εμπορικών πλοίων στα στενά του Ορμούζ, τόσο πιο γρήγορα θα δούμε τις τιμές στις μετοχές που είδαμε νωρίτερα αλλά και γενικότερα στο Χρηματιστήριο Αθηνών να επιστρέφουν σε ανοδική πορεία και να δίνουν νέα κέρδη στους κατόχους τους.
Για το αντίθετο ενδεχόμενο δεν χρειάζεται να πούμε πολλά πράγματα, παρά μόνο πως δύσκολα θα αποφύγουμε την μεγαλύτερη υποχώρηση, έστω και προσωρινή, του Γενικού Δείκτη και των περισσότερων μετοχών στο Χρηματιστήριο Αθηνών.
