Καθώς ασχολούμαστε καθημερινά με τις εντυπωσιακές διακυμάνσεις των χρηματιστηρίων της Νότιας Κορέας, της Ταϊβάν και της Ιαπωνίας με τις μετοχές του κλάδου των μικροεπεξεργαστών να πρωταγωνιστούν σε συνεχείς εναλλαγές διψήφιων ποσοστιαίων μεταβολών και με τις αντίστοιχες κινήσεις των αμερικανικών «κολοσσών» της τεχνολογίας και τον χορό των τρισεκατομμυρίων δολαρίων, τα πράγματα στην Ευρώπη δεν έχουν πάψει να είναι πολύ ενδιαφέροντα.
Όπως διαβάσαμε σε άρθρο του Bloomberg που δημοσιεύθηκε την Τρίτη 30 Ιουνίου αμέσως μετά τη λήξη των ευρωπαϊκών χρηματιστηριακών συνεδριάσεων, η επίδοσή τους για το δεύτερο τρίμηνο ήταν η καλύτερη τριμηνιαία από το 2020. Ο πλέον αντιπροσωπευτικός ευρωπαϊκός χρηματιστηριακός δείκτης, ο STOXX 600, έκλεισε το εξάμηνο σε νέα ιστορικά υψηλά, τα οποία άφησε πίσω του τις πρώτες τρεις μέρες του Ιουλίου.
Σύμφωνα με τον συντάκτη του άρθρου του διεθνούς πρακτορείου, οι καλές επιδόσεις των τελευταίων εβδομάδων οφείλονται αφενός στην καλή πορεία των τεχνολογικών μετοχών και αφετέρου στην επιστροφή των αγοραστών στις κυκλικές μετοχές (τραπεζικές, βιομηχανικές, χημικές, κ.λ.π.) λόγω της αποκλιμάκωσης στις τιμές των υγρών καυσίμων και της υποχώρησης των φόβων για περαιτέρω άνοδο του πληθωρισμού και των επιτοκίων αναφοράς των κεντρικών τραπεζών.
Σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, η προσοχή των επενδυτών σταδιακά στρέφεται όλο και περισσότερο στις επικείμενες ανακοινώσεις των εταιρικών αποτελεσμάτων του δευτέρου τριμήνου. Οι χρηματιστηριακοί αναλυτές, πάντα κατά το ίδιο άρθρο, αναμένουν κατά μέσο όρο αύξηση των κερδών κατά 12%, με αυτούς της Deutsche Bank να είναι κάπως πιο αισιόδοξοι, στο 14%.
Η στροφή των επενδυτών στις κυκλικές μετοχές είναι προφανώς πολύ λογική, καθώς όλες αυτές επηρεάζονται άμεσα από παράγοντες όπως το κόστος ενέργειας, ο πληθωρισμός και το κόστος χρήματος. Η παύση των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή και η σε εξέλιξη ευρισκόμενη προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας έχουν οδηγήσει αρκετά χαμηλότερα τις τιμές των καυσίμων και το ενεργειακό κόστος γενικότερα και ταυτόχρονα έχει αρχίσει να αμφισβητεί τη μέχρι τώρα βεβαιότητα για περαιτέρω αυξήσεις των επιτοκίων αναφοράς από την ΕΚΤ μέσα στη χρονιά.
Παράλληλα με αυτό, υπέρ των ευρωπαϊκών μετοχών λειτουργεί, τουλάχιστον για τις εξαγωγικές επιχειρήσεις, και η σταδιακή ενίσχυση του δολαρίου ΗΠΑ απέναντι στο ευρώ. Φεύγοντας από το Bloomberg και την 30η Ιουνίου, στην αναζωογόνηση των ευρωπαϊκών αγορών έχει συμβάλει και η επιστροφή των επενδυτικών εισροών στα ETFs που επενδύουν στους ευρωπαϊκούς χρηματιστηριακούς δείκτες.
Όπως έχουμε διαβάσει στον διεθνή οικονομικό Τύπο, στην εβδομάδα που τελείωσε στις 19 Ιουνίου σημειώθηκαν οι πρώτες εισροές κεφαλαίων (σε ύψος 1,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων) στα παραπάνω ευρωπαϊκά ETF, σύμφωνα με τα στοιχεία της Morningstar, μετά από 10 εβδομάδες συνεχών εκροών. Μία πολύ ενδιαφέρουσα εξήγηση για τις καλές επιδόσεις των ευρωπαϊκών αγορών τώρα τελευταία είδαμε σε ένα άρθρο του Reuters από την Παρασκευή 3 Ιουλίου.
Το συγκεκριμένο άρθρο αναφέρεται κυρίως στις απόψεις των αναλυτών της Bank of America για τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια και τις προοπτικές τους. Σύμφωνα με αυτούς, «καθώς επιτέλους αρχίζει να πλησιάζει η επίδραση της στροφής της δημοσιονομικής γερμανικής πολιτικής προς την κατεύθυνση της τόνωσης της οικονομίας, οι οικονομολόγοι μας προβλέπουν επιτάχυνση της εσωτερικής ζήτησης στην Ευρωζώνη μέχρι το τέλος του 2026.
Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός αποκλιμακώνεται και η ρητορική της ΕΚΤ γίνεται λιγότερο «γερακίσια», δημιουργώντας έτσι μία στιγμή Goldilocks». (Τις τελευταίες δεκαετίες η έκφραση Goldilocks Moment, η οποία έχει πάρει το όνομά της από ένα παραδοσιακό παραμύθι, ουσιαστικά περιγράφει μία χρονική στιγμή κατά την οποία όλα πάνε ταυτόχρονα καλά στο μέτωπο της οικονομίας και των χρηματιστηρίων). Πολύ ωραία εξήγηση, η οποία όμως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την εκτίμηση των ίδιων αναλυτών πως παρά τις καλές προοπτικές, οι τιμές των μετοχών στην Ευρώπη ήδη ενσωματώνουν όλες αυτές τις θετικές προσδοκίες.
Από τα λεγόμενα της ομάδας της BofA, ξεχωρίζουμε την αναφορά στη γερμανική δημοσιονομική πολιτική, καθώς μέσα στο τελευταίο δεκαπενθήμερο είχαμε κάποιες σημαντικές εξελίξεις. Σε άρθρο του Barron’s από την 1η Ιουλίου διαβάσαμε πως ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και η υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας, ανώτατο στέλεχος των σοσιαλδημοκρατών εταίρων του χριστιανοδημοκρατικού κόμματος στην κυβέρνηση συνασπισμού, έσπευσαν να υιοθετήσουν τις προτάσεις της επιτροπής για την ασφάλεια των συντάξεων, η οποία δημοσιοποιήθηκε την 23 Ιουνίου.
Σύμφωνα με το αμερικανικό περιοδικό, οι προτάσεις αυτές περιλαμβάνουν μεταρρυθμίσεις που θα συνδέσουν την ηλικία συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής και θα κάνουν ακόμα πιο δύσκολες τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις. Κατά το Barron’s όμως, ακόμα πιο σημαντικές είναι δύο άλλες προτάσεις. Η μία αφορά στη θεσμοθέτηση υποχρεωτικών συνεισφορών σε προσωπικούς συνταξιοδοτικούς λογαριασμούς που θα επενδύουν σε μετοχές στα χρηματιστήρια και η άλλη στη θεσμοθέτηση φορολογικών κινήτρων υπέρ των επενδύσεων σε μετοχές.
Σύμφωνα με το Barron’s, το οποίο επικαλείται τις εκτιμήσεις αναλυτών της Deutsche Bank, ο συνδυασμός αυτών των δύο προτεινόμενων μέτρων θα δημιουργήσει νέα ζήτηση για μετοχές της τάξης των 80 δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως. Πέρα από αυτό, σε άρθρο του Reuters από την 4η Ιουλίου, διαβάσαμε πως σήμερα το υπουργικό συμβούλιο της Γερμανίας θα εγκρίνει το σχέδιο προϋπολογισμού του 2027, ο οποίος θα περιλαμβάνει αύξηση των δαπανών κατά 5,9% σε σχέση με το 2026, ενώ το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων θα φτάσει στα 117,5 δισεκατομμύρια ευρώ από 78,9 δισ. που ήταν το 2025 και ο δανεισμός που θα αναλάβει το δημόσιο θα φτάσει στα 203,6 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή τετραπλάσιος από τα 50,4 δισ. που ήταν το 2024 υπό την προηγούμενη κυβέρνηση.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτές οι διαφαινόμενες εξελίξεις, σε συνδυασμό και με την αυξανόμενη δραστηριότητα στον τομέα των εταιρικών πράξεων (εξαγορών, συγχωνεύσεων κ.α.) βελτιώνουν σαφώς το κλίμα μεταξύ των επενδυτών και αυξάνουν την πιθανότητα ανάληψης μεγαλύτερων επενδυτικών κινδύνων ενόψει μεγαλύτερων μελλοντικών αποδόσεων, κάτι που μπορεί να μην έχουν λάβει όσο χρειάζεται υπόψη τους οι απαισιόδοξοι αναλυτές της Bank of America.
Υπάρχουν λοιπόν αρκετοί λόγοι που εξηγούν την επιστροφή των επενδυτών στις ευρωπαϊκές αγορές και τα νέα ρεκόρ που έχουν αρχίσει να πετυχαίνουν. Πέρα όμως από όλα αυτά που είπαμε προηγουμένως, υπάρχει και ένα στοιχείο που μπορεί να μας προκαλέσει έκπληξη και έχει άμεση σχέση με την αντίληψη που επικρατεί σύμφωνα με την οποία η Ευρώπη και οι επιχειρήσεις της έχουν χάσει εντελώς το τραίνο της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Στο άρθρο του Reuters που φιλοξένησε τις απόψεις της BofA, υπάρχει και μία αναφορά σε υπολογισμούς που έχουν κάνει οι αναλυτές της Morgan Stanley. Σύμφωνα με αυτούς, η επιχειρηματική δραστηριότητα που έχει σχέση με την Τεχνητή Νοημοσύνη και τις κεφαλαιακές δαπάνες που συνοδεύουν την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στις επιδόσεις των ευρωπαϊκών αγορών.
Όπως σχολιάζουν οι συντάκτες του άρθρου, μπορεί οι ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές να μην διαθέτουν πολλά φανταχτερά ονόματα του κλάδου των microchips αλλά περίπου το 70% της απόδοσης του δείκτη MSCI Europe από την αρχή της χρονιάς έχει έρθει από εταιρείες που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τις επενδύσεις του τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
Τι συμπεραίνουμε απ’ όλα αυτά; Ότι πραγματικά μπορεί να είμαστε κοντά σε ένα Goldilocks Moment στις ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές, καθώς πολλά πράγματα εξελίσσονται ταυτόχρονα με θετικό τρόπο. Το επενδυτικό ενδιαφέρον λοιπόν μπορεί να συνεχίσει να αυξάνεται και να φέρει νέα ιστορικά υψηλά. Το μόνο που πρέπει να μην ξεχνάμε όμως είναι πως στην περίπτωση που τα διεθνή χρηματιστήρια αρχίσουν να κοιτούν με δυσπιστία την Τεχνητή Νοημοσύνη, είναι δύσκολο να μην «πάρουν και εμάς τα σκάγια».
