Η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκρινε με ευρεία πλειοψηφία τη συμβιβαστική συμφωνία που επετεύχθη μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη νομοθεσία εφαρμογής της εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών.
Η πρόταση εγκρίθηκε με 31 ψήφους υπέρ, έξι κατά και τρεις αποχές και προβλέπει την κατάργηση δασμών της ΕΕ σε αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα και σε ορισμένες κατηγορίες αγροτικών αγαθών. Το μέτρο αποτελεί βασικό στοιχείο της συμφωνίας που επιτεύχθηκε το περασμένο καλοκαίρι στο Τέρνμπερι της Σκωτίας, κατά τη συνάντηση Ευρωπαίων αξιωματούχων με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί επιδιώκουν να ολοκληρώσουν τη νομοθετική διαδικασία πριν από τις 4 Ιουλίου, ημερομηνία κατά την οποία ο Τραμπ έχει προειδοποιήσει ότι θα μπορούσε να επιβάλει υψηλότερους δασμούς σε ευρωπαϊκά προϊόντα.
Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε έπειτα από μήνες διαβουλεύσεων και εσωτερικών αντιπαραθέσεων στους κόλπους της ΕΕ. Οι συζητήσεις είχαν επιβραδυνθεί μετά τις δηλώσεις Τραμπ για τη Γροιλανδία τον Ιανουάριο και την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο, η οποία περιόρισε σημαντικό μέρος της δασμολογικής πολιτικής της αμερικανικής κυβέρνησης.
Οι ευρωβουλευτές πέτυχαν την ενσωμάτωση πρόσθετων μηχανισμών προστασίας, επιτρέποντας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναστείλει τις δασμολογικές παραχωρήσεις εάν η Ουάσιγκτον δεν μειώσει τους δασμούς σε ευρωπαϊκά προϊόντα χάλυβα και αλουμινίου έως το τέλος του 2026.
Επιπλέον, προστέθηκε ρήτρα λήξης της συμφωνίας τον Δεκέμβριο του 2029, σχεδόν έναν χρόνο μετά την προγραμματισμένη αποχώρηση του Τραμπ από τον Λευκό Οίκο. Παράλληλα, προβλέπεται διαδικασία αξιολόγησης των αμερικανικών εισαγωγών, ώστε να διαπιστώνεται εάν προκαλούν σοβαρές επιπτώσεις σε ευρωπαϊκούς κλάδους, με δυνατότητα μερικής ή πλήρους αναστολής των παραχωρήσεων.
Η τελική ψηφοφορία στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έχει προγραμματιστεί για τις 16 Ιουνίου και αναμένεται πιο αμφίρροπη, καθώς η συμφωνία εξακολουθεί να προκαλεί αντιδράσεις σε τμήμα των φιλελεύθερων και αριστερών πολιτικών ομάδων.
