Σε κρίσιμη καμπή για την ευρωπαϊκή οικονομία, οι διαμετρικά αντίθετες απόψεις κορυφαίων στελεχών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αποκαλύπτουν το δύσκολο έργο της νομισματικής πολιτικής εν μέσω της ένοπλης σύγκρουσης στο Ιράν.
Ντε Γκίντος: «Σημαία» η σύνεση λόγω ύφεσης
Ο απερχόμενος Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος, στην τελευταία του παρέμβαση προτού ολοκληρωθεί η θητεία του, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου για την επερχόμενη εξασθένιση της οικονομίας. Μιλώντας στους Financial Times, ο ντε Γκίντος κάλεσε τους συναδέλφους του σε αυξημένη προσοχή, εκτιμώντας ότι τα στοιχεία για την ανάπτυξη τις επόμενες εβδομάδες θα είναι απογοητευτικά.
«Ο αντίκτυπος στην ανάπτυξη θα γίνει πολύ πιο ορατός σύντομα. Χρειαζόμαστε επιπλέον σαφήνεια σχετικά με τη σύγκρουση», τόνισε, εκφράζοντας επιφυλάξεις για την αναμενόμενη από τις αγορές αύξηση των επιτοκίων.
Κόχερ: Η απειλή του στασιμοπληθωρισμού
Στον αντίποδα, το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, Μάρτιν Κόχερ, εμφανίζεται πιο έτοιμος για δράση. Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Neue Zuercher Zeitung, ο Αυστριακός κεντρικός τραπεζίτης προειδοποίησε ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να περιμένει για πολύ, αν οι τιμές της ενέργειας δεν υποχωρήσουν αισθητά.
Ο Κόχερ έθεσε στο τραπέζι τον κίνδυνο του στασιμοπληθωρισμού, σημειώνοντας ότι ενώ η οικονομία και η αγορά εργασίας αντέχουν προς το παρόν, η ανάκαμψη σε Γερμανία και Αυστρία έχει τεθεί σε κίνδυνο. Ο ίδιος υπογράμμισε τον κίνδυνο των «δευτερογενών επιπτώσεων», όπου οι υψηλές τιμές ενέργειας ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυξήσεις μισθών, παγιώνοντας τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα.
Το δίλημμα του Ιουνίου
Οι επενδυτές προεξοφλούν ήδη μια αύξηση των επιτοκίων τον Ιούνιο, με πιθανές νέες κινήσεις έως την άνοιξη του 2027. Ωστόσο, η εσωτερική συζήτηση στην ΕΚΤ αναδεικνύει το χάσμα, καθώς από τη μία, υπάρχει η ανάγκη για αναχαίτιση του ενεργειακού πληθωρισμού και από την άλλη, ο φόβος ότι μια απότομη σύσφιξη της πολιτικής θα «στραγγαλίσει» μια ήδη κλονισμένη ανάπτυξη.
Η διάρκεια της σύγκρουσης στο Ιράν θα αποτελέσει τον τελικό κριτή για τις αποφάσεις της Φρανκφούρτης, με το Συμβούλιο να καλείται να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί μεταξύ ακρίβειας και οικονομικής στασιμότητας.
