Σημαντική αυστηροποίηση των όρων τραπεζικού δανεισμού αντιμετώπισαν οι επιχειρήσεις της Ευρωζώνης κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, καθώς αυξήθηκαν τα επιτόκια των τραπεζικών δανείων, ενώ ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να εντείνει την αβεβαιότητα και να αναγκάζει τις επιχειρήσεις να αναπροσαρμόζουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την ενεργειακή τους στρατηγική, σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η τελευταία έρευνα της ΕΚΤ για την πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση (SAFE) δείχνει ότι το 42% των επιχειρήσεων ανέφερε αύξηση στα επιτόκια των τραπεζικών δανείων, έναντι 26% το προηγούμενο τρίμηνο. Παράλληλα, το 31% των επιχειρήσεων διαπίστωσε αύξηση του συνολικού κόστους χρηματοδότησης, όπως προμήθειες και λοιπές χρεώσεις, ενώ το 10% ανέφερε αυστηρότερες απαιτήσεις για παροχή εξασφαλίσεων.
Αν και οι ανάγκες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων αυξήθηκαν οριακά κατά το δεύτερο τρίμηνο, η συνολική διαθεσιμότητα τραπεζικών δανείων παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη.
Ωστόσο, πίσω από αυτή τη συνολική εικόνα καταγράφεται σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις ανέφεραν ελαφρά βελτίωση στην πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, ενώ οι μικρομεσαίες διαπίστωσαν περαιτέρω επιδείνωση.
Σημειώνεται πως η έρευνα διεξήχθη μεταξύ 21 Μαΐου και 26 Ιουνίου, «μετρώντας» 5.087 επιχειρήσεις, εκ των οποίων 4.679 (92%) απασχολούσαν λιγότερους από 250 εργαζόμενους.
Πιο δύσκολη η χρηματοδότηση για τις ΜμΕ
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στον δείκτη χρηματοδοτικού κενού , ο οποίος καταγράφει τη διαφορά μεταξύ των χρηματοδοτικών αναγκών και της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων. Ο δείκτης αυξήθηκε στο 3% από 2% το προηγούμενο τρίμηνο, γεγονός που δείχνει ότι οι ανάγκες χρηματοδότησης αυξάνονται ταχύτερα από την πρόσβαση σε νέα δάνεια.
Οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να θεωρούν ότι οι γενικότερες οικονομικές προοπτικές αποτελούν τον σημαντικότερο παράγοντα που δυσχεραίνει την πρόσβαση σε εξωτερική χρηματοδότηση.
Αντίθετα, αξιολογούν ελαφρώς θετικότερα τη διάθεση των τραπεζών να χορηγούν νέα δάνεια, ενώ λιγότερες επιχειρήσεις εκτιμούν πλέον ότι οι συνθήκες χρηματοδότησης θα επιδεινωθούν περαιτέρω τους επόμενους μήνες.
Αποκλιμάκωση στις πληθωριστικές πιέσεις
Η έρευνα της ΕΚΤ καταγράφει επίσης ενδείξεις περαιτέρω αποκλιμάκωσης των πληθωριστικών πιέσεων στην πραγματική οικονομία.
Οι επιχειρήσεις αναμένουν ότι οι τιμές πώλησης των προϊόντων και υπηρεσιών τους θα αυξηθούν κατά 3,2% μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, έναντι πρόβλεψης 3,5% στο προηγούμενο τρίμηνο.
Αντίστοιχα, οι προσδοκίες για την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών και της ενέργειας περιορίστηκαν στο 5,2% από 5,8%, ενώ οι προσδοκίες για την αύξηση των μισθών υποχώρησαν στο 2,5% από 2,8%.
Την ίδια στιγμή, οι μεσοπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες των επιχειρήσεων παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, με τον αναμενόμενο πληθωρισμό να διαμορφώνεται στο 3% τόσο για τον χρονικό ορίζοντα του ενός όσο και των τριών ετών.
Κρίση στη Μέση Ανατολή
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το ειδικό κεφάλαιο της έρευνας που εξετάζει τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή στις επιχειρήσεις της Ευρωζώνης.
- Περισσότερες από μία στις τρεις επιχειρήσεις (36%) δηλώνουν ότι αναζητούν νέους προμηθευτές πρώτων υλών και βασικών εισροών, ενώ
- Το 31% προχωρά σε επενδύσεις για τη βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας.
- Το 29% αναζητά εναλλακτικές πηγές ενέργειας, το 21% αυξάνει τα αποθέματα ασφαλείας για την αντιμετώπιση πιθανών διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα και το 15% αναθεωρεί τις ασφαλιστικές καλύψεις ή τις συμφωνίες εμπορικής χρηματοδότησης.
- Αντίθετα, μόλις το 8% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έχει περιορίσει ή αναστείλει τη δραστηριότητά του στις αγορές που επηρεάζονται άμεσα από τη σύγκρουση.
Σύμφωνα με την ΕΚΤ, οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζονται σημαντικά πιο προετοιμασμένες και έχουν υιοθετήσει περισσότερα μέτρα προσαρμογής σε σχέση με τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη
Η έρευνα περιλαμβάνει για πρώτη φορά και ειδική ενότητα για τη χρηματοδότηση επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Όπως προκύπτει, οι επιχειρήσεις σχεδιάζουν να καλύψουν τις σχετικές δαπάνες κυρίως με ίδια κεφάλαια, καθώς το 72% δηλώνει ότι θα χρησιμοποιήσει εσωτερικούς πόρους.
Η τραπεζική χρηματοδότηση, οι επιχορηγήσεις και το leasing επιλέγονται από περίπου το 16% των επιχειρήσεων για καθεμία από αυτές τις μορφές χρηματοδότησης, ενώ η προσφυγή σε κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών (venture capital ή private equity) περιορίζεται στο 6% και η έκδοση ομολόγων μόλις στο 1%, γεγονός που δείχνει ότι οι επενδύσεις στην AI εξακολουθούν να βασίζονται κυρίως στην αυτοχρηματοδότηση.
