Τη μία ημέρα ανοίγουν και την αμέσως επόμενη κλείνουν, αφού τα δεξαμενόπλοια που προσπαθούν να διέλθουν δέχονται πυρά από τους Φρουρούς της Επανάστασης. Η κανονικοποίηση της αβεβαιότητας στα Στενά του Ορμούζ και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, είναι η νέα νόρμα τόσο για το γεωπολιτικό σκηνικό, όσο και για τις αγορές, σε ένα καθεστώς ακραίας πόλωσης με σοβαρές επιπτώσεις για ολόκληρο τον πλανήτη.
Στις συναλλαγές της Παρασκευής, στον απόηχο της ανακοίνωσης της Τεχεράνης ότι ανοίγει τα Στενά του Ορμούζ, ο δείκτης-σηματωρός για τις παγκόσμιες αγορές, S&P 500, έκλεισε για πρώτη φορά στην ιστορία πάνω από τις 7.100 μονάδες, ενώ ο τεχνολογικός Nasdaq πανηγύρισε το δικό του ιστορικό υψηλό, συμπληρώνοντας 13 διαδοχικές ανοδικές συνεδριάσεις που είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια ανοδικό σερί από το 1992.
Όμως μετά τα όσα συνέβησαν τα τελευταία εικοσιτετράωρα στον Περσικό Κόλπο, θα είναι πολύ δύσκολο στο εξής οι επενδυτές να πειστούν ότι η κρίση στη Μέση Ανατολή τελείωσε, καθώς θα θεωρούν εύθραυστη οποιαδήποτε συμφωνία. Το ίδιο συμβαίνει και στο μέτωπο της οικονομίας, καθώς οι κεντρικές τράπεζες έχουν μπροστά τους μία μεγάλη πρόκληση: να αυξήσουν τα επιτόκια για να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό ή να περιμένουν μήπως οι συνθήκες βελτιωθούν για να μην πληγεί η ανάπτυξη;
Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε και ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν μπορούν απλώς να ποντάρουν στο «καλό» σενάριο. Στην εποχή της ακραίας αβεβαιότητας δεν μπορεί να αποκλειστεί το σενάριο μίας παρατεταμένης αναταραχής, είτε με διαπραγματεύσεις που δεν θα τελειώνουν στην καλή περίπτωση, είτε με νέες επιθέσεις εκατέρωθεν.
Οι επιπτώσεις τότε θα είναι σημαντικές όχι μόνο για την αγορά ενέργειας αλλά γενικότερα για την οικονομία, επαναφέροντας τα σενάρια παγκόσμιας ύφεσης. Ήδη, ο πληθωρισμός έχει επιταχυνθεί και οι ειδικοί προειδοποιούν πως ένα νέο ανοδικό κύμα στις τιμές του πετρελαίου θα αποτελέσει το οριστικό πλήγμα για την οικονομία. Στην ΕΚΤ παρακολουθούν τις εξελίξεις και πληροφορίες αναφέρουν ότι εξετάζεται η αύξηση των επιτοκίων ακόμα και στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, με ορισμένους αναλυτές να δίνουν 50% πιθανότητες να αποφασιστεί αύξηση κατά 0,25%.
Όσο για τους επενδυτές, αυτοί αντί για το σενάριο της πλήρους αποκλιμάκωσης, αναμένουν μία πολύ διαφορετική συνθήκη βραχυπρόθεσμα, που θα περιλαμβάνει το μερικό άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, άνισες ροές πετρελαίου και περιορισμένους όγκους που τελικά μεταφέρονται.
Κανείς δεν γνωρίζει τι θα συμβεί μέσα στις επόμενες ώρες και οι αγορές καλούνται να λειτουργήσουν προεξοφλώντας ως βασικό σενάριο τα μπρος-πίσω στις διαπραγματεύσεις και στις κινήσεις αποκλιμάκωσης της κρίσης.
Το ίδιο ισχύει και για τις επιχειρήσεις, οι οποίες βλέπουν τις τιμές του πετρελαίου να ανεβοκατεβαίνουν με τρομακτική ταχύτητα, καθιστώντας αβέβαιο κάθε επιχειρηματικό πλάνο και απολύτως απαραίτητες τις στρατηγικές αντιστάθμισης κινδύνου (hedging) σχεδόν για τα πάντα.
Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνουν αναλυτές του ενεργειακού κλάδου, ζούμε στην εποχή που οι εξελίξεις κινούνται πολύ πιο γρήγορα από τα βαρέλια πετρελαίου. Για να υποχωρήσουν περαιτέρω οι τιμές του πετρελαίου θα πρέπει οι αγορές να γνωρίζουν πόσα δεξαμενόπλοια περνούν καθημερινά και χωρίς προβλήματα από τα Στενά. Μόνο τότε και αν οι ροές αυξηθούν, η ανακούφιση θα διαδεχθεί την ανασφάλεια και οι αγορές θα κοιτάξουν πέρα από την κρίση.
Ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ αποτελούσε πάντα το… φανερό χαρτί του Ιράν απέναντι στον κίνδυνο επίθεσης των ΗΠΑ και, παρά το γεγονός ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν ήξερε, όλοι γνώριζαν ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις στο σενάριο μίας παρατεταμένης κρίσης στην περιοχή.
Τώρα, οι περισσότεροι αναλυτές μιλούν για επιπτώσεις που θα ξεπεράσουν κατά πολύ εκείνες της ενεργειακής κρίσης του 2022, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν θα εξομαλυνθούν σύντομα οι συνθήκες. Σύμφωνα με τον κορυφαίο Ιταλό αναλυτή και καθηγητή του LSE, Λορέντσο Κοντόνιο, η τρέχουσα αναταραχή είναι μέχρι στιγμής λιγότερο σφοδρή από του 2022 για την Ευρώπη. Ωστόσο, η σημερινή κρίση είναι παγκόσμια και μοιάζει περισσότερο με τις κρίσεις της δεκαετίας του 1970 και λιγότερο με του 2022.
Επιπλέον, ο ίδιος τονίζει ότι η κρίση του φυσικού αερίου το 2022 ξεκίνησε το 2021 και χρειάστηκε χρόνο για να αυξηθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες και να περιοριστούν οι αναπτυξιακές προσδοκίες. Από τη στιγμή που ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε απότομα, οι νομισματικές και δημοσιονομικές αρχές αιφνιδιάστηκαν.
Ο Λ. Κοντόνιο προειδοποιεί ότι στη σημερινή κρίση η οικονομία βρισκόταν σε καλύτερη κατάσταση να την αντιμετωπίσει, ενώ οι τιμές της ενέργειας είχαν υποχωρήσει αρκετά πριν τον πόλεμο. Επομένως, τόσο οι οικονομικές, όσο και οι πληθωριστικές επιπτώσεις μπορεί να είναι τεράστιες και να τις νιώσουμε καθυστερημένα, ακόμα και στο ευτυχές σενάριο που η κατάπαυση του πυρός αποδειχθεί μόνιμη.
