WOOD: Συστήνει «αγορά» για τις ελληνικές τράπεζες
Shutterstock
Shutterstock

WOOD: Συστήνει «αγορά» για τις ελληνικές τράπεζες

Η περαιτέρω δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών ώστε να παράγουν κέρδη κάνει λόγο η WOOD & Company σε νέα έκθεση της που δημοσιεύτηκε την Πέμπτη, δίνοντας σύσταση «αγοράς» (buy) για τις 4 συστημικές και για τις Τράπεζα Κύπρου, Optima Bank.

Ευρύτερα για τον κλάδο, οι αναλυτές της WOOD εστιάζουν στην ανθεκτικότητα της πιστωτικής ζήτησης και σημειώνουν πως η αύξηση των δανείων είναι επιχειρηματική και επενδυτική, όχι καταναλωτική. Αυτό καθιστά την πιστωτική ζήτηση πιο ανθεκτική σε βραχυπρόθεσμες αναταράξεις.

Σχετικά με την επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης, η έκθεση αναφέρει πως μπορεί να στηρίξει περίπου 30% έως 37% της σωρευτικής καθαρής αύξησης δανείων την περίοδο 2026-2028, προσφέροντας μεγαλύτερη ορατότητα στις εκτιμήσεις για μεσοπρόθεσμη πιστωτική επέκταση 5% έως 5,5%.

Ακόμα, στην έκθεση η WOOD τονίζει πως μετά από τη θετική πορεία που έχουν ακολουθήσει οι ελληνικές τράπεζες ο  κλάδος δεν είναι πλέον το κλασικό στοίχημα ανάκαμψης αλλά ένα στοίχημα διάρκειας κερδών, επαναλαμβανόμενων διανομών και υψηλών αποδόσεων ενσώματων ιδίων κεφαλαίων.

Οι τιμές-στόχοι και η αξιολόγηση

Οι τιμές-στόχοι της WOOD για τις ελληνικές τράπεζες είναι οι εξής:

  • Eurobank: Στα 4,9 ευρώ ανά μετοχή
  • Εθνική Τράπεζα: Στα 17,8 ευρώ ανά μετοχή
  • Τράπεζα Πειραιώς: Στα 10,3 ευρώ ανά μετοχή
  • Alpha Bank: Στα 4,6ν ευρώ ανά μετοχή
  • Τράπεζα Κύπρου: Στα 11,5 ευρώ ανά μετοχή
  • Optima Bank: Στα 111,5 ευρώ ανά μετοχή

Για την Eurobank, σημειώνεται πως είναι «πιθανά η πιο ισορροπημένη ελληνική ποιοτική τράπεζα. Με υψηλό δείκτη απόδοσης ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (ROTE), το χαμηλότερο επίπεδο των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων (DTC) μεταξύ των ελληνικών συστηνικών διαφοροποιημένα κέρδη μέσω Ελλάδας, Κύπρου και Βουλγαρίας, καθώς και ισχυρότερη πλατφόρμα επαναλαμβανόμενων προμηθειών / ασφαλιστικών εργασιών μετά τις εξαγορές της Hellenic Bank και της Eurolife.

Για την ΕΤΕ, η έκθεση αναφέρει πως είναι «το πιο "καθαρό" όχημα επιστροφής κεφαλαίου στην Ελλάδα. Με ισχυρό πλεονάζον κεφάλαιο, φθηνότερη καταθετική βάση, ξεκάθαρη πορεία διανομών, ενίσχυση προμηθειών από τη συνεργασία με Allianz και σημαντική μείωση DTC. Η αγορά αναγνωρίζει ήδη την ποιοτική ηγεσία της ΕΤΕ, αλλά εξακολουθούμε να βλέπουμε περιθώριο ανόδου από τη διατηρησιμότητα των κερδών, την αύξηση των αποδόσεων προς τους μετόχους και τη συνεχή βελτιστοποίηση κεφαλαίου. Είναι επίσης η περισσότερο ενισχυμένη από την Τεχνητή Νοημοσύνη AI τράπεζα, μετά την ολοκλήρωση της μετάβασης στο νέο cloud-native core banking σύστημα».

Για την Τράπεζα Πειραιώς, η WOOD κάνει λόγο για ένα story «υψηλής δυναμικής ανάπτυξης. Πειραιώς βελτιώνει την ικανότητα δημιουργίας προμηθειών, επιτυγχάνει κορυφαία λειτουργική αποδοτικότητα. Προσφέρει ένα από τα ισχυρότερα προφίλ ταμειακών αποδόσεων μεταξύ των ελληνικών συστημικών τραπεζών».

Για την Alpha Bank, η έκθεση αναφέρει πως «η τράπεζα δεν χρειάζεται να γίνει κορυφαία στην κατηγορία της για να αποδώσει η μετοχή· χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί να ενσωματώσει και να βελτιώσει τις πρόσφατες εξαγορές, ότι αυτές μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη δημιουργία προμηθειών και στην τελική κερδοφορία, ότι η συνεργασία με τη UniCredit έχει οικονομική αξία και ότι η δέσμευση για payout 60% είναι βιώσιμη. Διαθέτει τη μεγαλύτερη δυνατότητα συνολικής απόδοσης στον κλάδο, αλλά το κλειδί είναι η εκτέλεση».

Για την Τράπεζα Κύπρου, η WOOD υποστηρίζει πως αποτελεί το «καθαρότερο» «story κερδοφορίας στην κάλυψή μας. Καθαρό κεφάλαιο, κυρίαρχη και ιδιαίτερα κερδοφόρα εγχώρια παρουσία ικανή να διατηρήσει payout 90%-100%, ενώ εξακολουθεί να διαθέτει ουσιαστικό πλεονάζον κεφάλαιο μετά τις διανομές, καθώς και την υψηλότερη ορατή ταμειακή απόδοση».

Για την Optima Bank, η έκθεση στέκεται στην «ισχυρή αύξηση δανείων, στην κορυφαία κερδοφορία, στην απουσία παλαιών κεφαλαιακών βαρών και στην απλότητα του επενδυτικού αφηγήματος. Οι διανομές δεν είναι ακόμη ο βασικός λόγος για να αγοράσει κάποιος τη μετοχή, καθώς ο οίκος θεωρεί λογικό το ποσοστό διανομής 30%, από τη στιγμή που η τράπεζα μπορεί να επανεπενδύει κεφάλαια με ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις».