field_kentriki_fotografia
Ο Hayek για τις σοσιαλιστικές ρίζες του ναζισμού

Του Byron Chiado

O Δρόμος προς τη δουλεία του Friedrich Hayek είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά και ευανάγνωστα βιβλία της αυστριακής οικονομικής παράδοσης. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου αφορά το επιχείρημα ότι ο κεντρικός σχεδιασμός και ο παρεμβατισμός οδηγούν αναπόφευκτα στον αυταρχισμό - ένα επιχείρημα που διατυπώνεται με απλή γλώσσα που συνέβαλε στην πώληση άνω των 350.000 αντιτύπων.

Προς το τέλος του βιβλίου, ο Hayek καταπιάνεται με τους αδιαμφισβήτητους υπερμάχους του αυταρχισμού της εποχής του, και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα οικοδομήθηκε πάνω στην απέχθεια των υποστηρικτών του έναντι του φιλελευθερισμού.

Ο συγγραφέας, έχοντας γεννηθεί στη Βιέννη και παρακολουθήσει το εκεί πανεπιστήμιο, αντλεί από την στενή του εκπαιδευτική εμπειρία της γερμανικής σοσιαλιστικής παράδοσης για να εντοπίσει τις απαρχές της σε μια θεμελιώδη αντίδραση στο laissez-faire και συγκεκριμένα στους μερκαντιλιστές Βρετανούς υποστηρικτές του. Σ' αυτή τη γενεαλογία περιλαμβάνει και το ναζιστικό κόμμα το οποίο βρισκόταν στην εξουσία ενόσω έγραφε το βιβλίο.

«Τα δόγματα που καθοδήγησαν τα ηγετικά στοιχεία στη Γερμανία κατά την προηγούμενη γενιά δεν ήταν αντίθετα στον σοσιαλισμό του Marxισμού, αλλά στα φιλελεύθερα στοιχεία που περιέχονταν σ' αυτών, όπως τον διεθνισμό και τη δημοκρατία του».

Η πρώτη περίπτωση που μελετά είναι ο Werner Sombart, τον οποίο ο Friedrich Engels χαρακτήρισε ως «τον πρώτο Γερμανό πανεπιστημιακό καθηγητή που διέκρινε στα γραπτά του Marx αυτό που πραγματικά είπε ο Marx». Έχοντας εκπονήσει τη διδακτορική του διατριβή πάνω στον Marx, ο Sombart υποστήριξε και ανέπτυξε το Marxιστικό πρόγραμμα μέχρι το 1909.

«Συνέβαλε όσο κανείς άλλος στη διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών και της απέχθειας προς τον καπιταλισμό στις διάφορες αποχρώσεις της σε ολόκληρη τη Γερμανία. Και αν στη γερμανική σκέψη εισέβαλαν στοιχεία της Marxιστικής σκέψης περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα μέχρι τη Ρωσική Επανάσταση, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον Sombart».

Ο Sombart, όπως πολλοί Γερμανοί στις αρχές του 20ου αιώνα, έβλεπε θετικά το επιχείρημα υπέρ ενός πολέμου μεταξύ των Βρετανών και της Γερμανίας που βασιζόταν στην ιδέα ότι οι Βρετανοί είχαν χάσει κάθε πολεμοχαρές τους ένστικτο επιδιώκοντας την ατομική τους ελευθερία, εξέλιξη την οποία είδε ως μια αρρώστια που διαδίδεται από μια κοινωνία που θεμελιώνεται στο εμπόριο. Το laissez-faire ήταν μια αφύσικη αναρχική τάξη που οδήγησε στην ανάδυση παρασίτων και ανέντιμων εμπόρων, ενώ η γερμανική έννοια του κράτους προέκυψε από μια ηρωική φυσική αριστοκρατία που ποτέ δεν θα βυθιζόταν σε τέτοιο τέλμα.

Το γερμανικό κράτος είναι το Volksgemeinschaft, μια «κοινότητα του λαού» όπου το υποκείμενο δεν έχει δικαιώματα, παρά μόνο υποχρεώσεις. Ο Hayek αποδίδει τη διαμόρφωση αυτής της ιδέας στον Johan Fichte, τον Ferdinand Lasalle και τον Karl Rodbertus, μεταξύ άλλων επιφανών Γερμανών σοσιαλιστών.

«Ο πόλεμος είναι για τον Sombart το αποκορύφωμα του ηρωικού τρόπου ζωής, και ο πόλεμος εναντίον της Αγγλίας είναι πόλεμος εναντίον του αντίρροπου ιδανικού, του εμπορικού ιδεώδους της ατομικής ελευθερίας και της αγγλικής άνεσης, η οποία στα μάτια του βρίσκει την πιο ποταπή της έκφραση στα ξυράφια ασφαλείας που βρέθηκαν στα αγγλικά χαρακώματα».

Στη συνέχεια εξετάζει έναν ακόμη Marxιστή, τον κοινωνιολόγο Johann Plenge και το βιβλίο του που αφορά τη σύγκρουση ανάμεσα στις «Ιδέες του 1789» και τις «Ιδέες του 1914». Στο βιβλίο του Plenge 1789 και 1914: Τα συμβολικά έτη στην ιστορία του πολιτικού νου, το ιδανικό του 1789 ήταν η ελευθερία και οι σύγχρονες ιδέες του 1914 υποστηρίζουν το ιδανικό της οργάνωσης. Ο Plenge υποστηρίζει, ορθώς σύμφωνα με τον Hayek , ότι η οργάνωση είναι η πραγματική ουσία του σοσιαλισμού. Ο Hayek υποστηρίζει ότι όλοι οι σοσιαλιστές μέχρι τον Marx συμφωνούσαν ως προς αυτή την ιδέα και ότι ο Marx προσπάθησε μάταια να κάνει χώρο για την ελευθερία σ' αυτή τη νεωτερική γερμανική ιδέα της μεγάλης οργάνωσης.

Ξεκινώντας με την ίδια φιλελεύθερη γλώσσα όπως και ο Marx, ο Plenge σταδιακά εγκατέλειψε τη χρήση των αστικών φιλελεύθερων όρων και μετακινήθηκε στο ανοιχτά ολοκληρωτικό πεδίο που έθελξε τόσους πολλούς ηγέτες του Marxισμού:

«Είναι ώρα να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να είναι πολιτική της ισχύος, καθώς αφορά την οργάνωση. Ο σοσιαλισμός πρέπει να κατακτήσει την εξουσία: ποτέ δεν πρέπει να την καταστρέψει τυφλά».

Στη συνέχεια, ο Hayek καταδεικνύει ότι ο πολιτικός του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Paul Lensch εφαρμόζει μια Marxιστική ανάλυση στον προστατευτισμό και τον σχεδιασμό υπέρ συγκεκριμένων οικονομικών κλάδων του Otto von Bismark:

«Το αποτέλεσμα της απόφασης που πήρε ο Μπίσμαρκ το 1879 ήταν ότι η Γερμανία ανέλαβε το ρόλο του επαναστάτη, δηλαδή, ενός κράτους του οποίου η θέση σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο είναι αυτή του εκπροσώπου ενός υψηλότερου και πιο προηγμένου οικονομικού συστήματος. Εφόσον το έχουμε συνειδητοποιήσει αυτό, θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι στη σημερινή Παγκόσμια Επανάσταση, η Γερμανία εκπροσωπεί την επαναστατική πλευρά και ο μεγαλύτερος αντίπαλός της, η Αγγλία, την αντίστοιχη αντεπαναστατική».

Αυτή η ιδέα της ενότητας της πρωσικής εθνικής ταυτότητας και του επαναστατικού σοσιαλιστικού προγράμματος επηρεάζει την σκέψη σημαντικών μορφών του ναζιστικού κόμματος όπως ο A. Moller van der Bruck. Ο Hayek παραθέτει και παραφράζει από το έργο του Πρωσιανισμός και Σοσιαλισμός:

«Το παλιό πρωσικό πνεύμα και οι σοσιαλιστικές πεποιθήσεις ανάμεσα στα οποία σήμερα υπάρχει αδερφικό μίσος, είναι ένα και το αυτό'. Οι εκπρόσωποι του δυτικού πολιτισμού στη Γερμανία, οι Γερμανοί φιλελεύθεροι είναι 'ο αόρατος αγγλικός στρατός, που ο Ναπολέων άφησε πίσω του στο γερμανικό έδαφος μετά τη μάχη της Ιένας».

Ο Hayek υποστηρίζει αυτή την εκδοχή των γεγονότων πριν διατυπώσει μια προειδοποίηση προς την Αγγλία ότι ο «συντηρητικός συντηρητισμός» που ήταν τότε δημοφιλής είχε εισαχθεί από τη Γερμανία και, για τους λόγους που παρουσιάζει στο βιβλίο του, θα γίνει αναπόφευκτα ολοκληρωτικός. Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Hayek τα έγραψε αυτά πριν γίνουν δημοσίως γνωστά τα μεγάλα εγκλήματα του Ολοκαυτώματος και πριν το ναζιστικό καθεστώς να γίνει καθολικά μισητό, εξελίξεις που συνέβησαν σύντομα μετά.

Το επιχείρημα αυτό δεν ήταν μια εντυπωσιοθηρική προσπάθεια να αποδείξει ο Hayek ότι είχε δίκιο. Αντίθετα, παρουσίασε με ψυχραιμία ένα παράδειγμα του κράτους που μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα αναδυθεί σε μια κοινωνία που έχει απορρίψει τον φιλελευθερισμό για χάρη του σχεδιασμού. Οι πιο ακραίες προειδοποιήσεις που διατυπώνει ο Hayek στον Δρόμο προς τη Δουλεία πραγματοποιήθηκαν στην περίπτωση της Γερμανίας της δεκαετίας του 1940.

--

Ο Byron Chiado είναι μουσικός και συγγραφέας. Προσεγγίζει τις πωλήσεις, το μάρκετινγκ, την στρατηγική και την εφοδιαστική από μη συνηθισμένες οπτικές.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στα αγγλικά στις 8 Ιανουαρίου 2018 και παρουσιάζεται στα ελληνικά με την άδεια του Foundation for Economic Education και τη συνεργασία του ΚΕΦΙΜ «Μάρκος Δραγούμης».