Φυσικό αέριο: Γιατί η Ευρώπη κινδυνεύει με παρατεταμένη κρίση
Shutterstock
Shutterstock

Φυσικό αέριο: Γιατί η Ευρώπη κινδυνεύει με παρατεταμένη κρίση

Οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη αυξήθηκαν ξανά, εν μέσω διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού LNG που συνδέονται με τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή.

Αυτό συμβαίνει τη στιγμή που η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται στην τελική φάση του σχεδίου της για τη σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο. Η έκταση της φυσικής διαταραχής είναι περιορισμένη σε σύγκριση με την απώλεια των ρωσικών ροών μέσω αγωγών το 2021 και το 2022, ωστόσο η αντίδραση των τιμών υπήρξε δυσανάλογα μεγάλη.

Η αντίθεση αυτή δείχνει μια μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται ο κίνδυνος στο ευρωπαϊκό σύστημα φυσικού αερίου. Με την απομάκρυνση από το ρωσικό αέριο, η ΕΕ έχει μειώσει την έκθεσή της σε φυσικές διακοπές εφοδιασμού, αλλά δεν έχει εξαλείψει την έκθεσή της σε τιμολογιακά σοκ.

Η διατάραξη των ρωσικών προμηθειών αερίου το 2021 και το 2022 ανέδειξε τους κινδύνους που συνδέονται με την εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή και από άκαμπτες υποδομές αγωγών.

Η απάντηση της ΕΕ, όπως διατυπώθηκε αρχικά στο σχέδιο REPowerEU και στη συνέχεια αναπτύχθηκε περαιτέρω στον οδικό χάρτη του 2025, στηρίζεται σε δύο πυλώνες: τη μείωση της ζήτησης φυσικού αερίου και τη διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας — κυρίως μέσω της στροφής προς το LNG. Αυτό έχει ενισχύσει την ανθεκτικότητα του φυσικού εφοδιασμού, αλλά, ενδεχομένως, έχει αφήσει την ΕΕ περισσότερο εκτεθειμένη στη μεταβλητότητα των τιμών στις παγκόσμιες αγορές.

Οι εισαγωγές ρωσικού αερίου μειώθηκαν απότομα μετά την ενεργειακή κρίση του 2022, με το μερίδιο της Ρωσίας στη ζήτηση φυσικού αερίου της ΕΕ να υποχωρεί από το 39% το 2021 στο 12% το 2023. Το 2024, η ΕΕ εξακολουθούσε να εισάγει περίπου 52 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ρωσικού αερίου, γεγονός που αντανακλά τόσο την κλίμακα του μετασχηματισμού όσο και τη δυσκολία πλήρους εξάλειψης ενός τόσο μεγάλου προμηθευτή. Ως αποτέλεσμα, το πλαίσιο για την ολοκλήρωση της απεξάρτησης έχει γίνει αυστηρότερο, με δεσμευτική σταδιακή απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού αερίου μέσω αγωγών και LNG έως τον Νοέμβριο του 2027.

Οι επικαιροποιημένες κατευθυντήριες οδηγίες εφαρμογής της Κομισιόν, που εκδόθηκαν μετά τη διαταραχή στη Μέση Ανατολή το 2026, διευκρινίζουν επίσης ότι η απεξάρτηση πρέπει πλέον να διαχειριστεί υπό συνθήκες στενής προσφοράς LNG και εντεινόμενου ανταγωνισμού για φορτία.

Το σημείο αυτό έχει σημασία, επειδή το σημερινό σύστημα διαφέρει από εκείνο που υπήρχε πριν από το 2022. Λιγότερο από το 10% του εφοδιασμού φυσικού αερίου της ΕΕ συνδέεται με ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, ωστόσο οι τιμές TTF έχουν αυξηθεί σε περίπου 60 ευρώ/MWh, δηλαδή σε επίπεδα υπερδιπλάσια από τα προ κρίσης. Αντιθέτως, η ρωσική ενεργειακή κρίση αφορούσε την απώλεια ή την απειλή απώλειας περίπου του 45% της κατανάλωσης της ΕΕ, αλλά οι μέσες τιμές κατά την περίοδο από 1 Οκτωβρίου 2021 έως 31 Οκτωβρίου 2023 διαμορφώθηκαν περίπου στα 90 ευρώ/MWh, δηλαδή περίπου τριπλάσια των προ κρίσης επιπέδων. Η διαφορά αυτή υποδηλώνει ότι οι αντιδράσεις των τιμών δεν είναι ανάλογες του μεγέθους της φυσικής διαταραχής.

Ποια είναι η προοπτική για την ενεργειακή ανεξαρτησία της ΕΕ;

Μένει να φανεί αν η κρίση στη Μέση Ανατολή θα είναι εξίσου ακραία ή μακράς διάρκειας με τη ρωσική ενεργειακή κρίση, όμως αυτή η απλή σύγκριση δείχνει ότι σε μια παγκόσμια αγορά LNG, σχετικά περιορισμένοι κίνδυνοι στην προσφορά μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες επιπτώσεις στις τιμές, ακόμη και όταν η συνολική προσφορά παραμένει επαρκής. Υπό αυτή την έννοια, η διαφοροποίηση έχει μειώσει τη διμερή εξάρτηση και τους κινδύνους οξέων φυσικών διαταραχών, χωρίς όμως να εξαλείψει την έκθεση στις τιμές.

Η ΕΕ απλοποιεί τους κανόνες για το αέριο ενόψει της απαγόρευσης του ρωσικού εφοδιασμού

Οι κατευθυντήριες οδηγίες της Κομισιόν του Μαρτίου 2026 για την εφαρμογή του REPowerEU αντανακλούν αυτή τη μετατόπιση. Συνιστούν στα κράτη-μέλη να ελαχιστοποιήσουν τα διοικητικά εμπόδια στις εισαγωγές μη ρωσικού LNG και να επιταχύνουν τις διαδικασίες αδειοδότησης, ώστε να μη ενταθούν περαιτέρω οι πιέσεις στις τιμές σε μια περίοδο στενής προσφοράς. Το ίδιο έγγραφο αναγνωρίζει ότι το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει προκαλέσει σημαντικές ελλείψεις στην παγκόσμια αγορά LNG και έντονο ανταγωνισμό για φορτία. Οι προσαρμογές αυτές δεν αλλάζουν την κατεύθυνση της απεξάρτησης από το ρωσικό αέριο. Δείχνουν, αντίθετα, ότι ακόμη και σε ένα πιο διαφοροποιημένο σύστημα, οι διαταραχές εξακολουθούν να γίνονται αισθητές μέσω των τιμών και όχι μέσω φυσικών ελλείψεων.

Η χρονική συγκυρία της τρέχουσας διαταραχής έχει επίσης σημασία. Η ΕΕ εισέρχεται στην ετήσια περίοδο πλήρωσης των αποθηκών της, με τα επίπεδα αποθήκευσης να βρίσκονται σήμερα στα χαμηλότερα επίπεδα πενταετίας και με τους διαχειριστές να υποχρεούνται να φθάσουν το 90% της χωρητικότητας πριν από τον χειμώνα.

Οι υποχρεώσεις αυτές αυξάνουν τη ζήτηση για spot φορτία (φορτία άμεσης παράδοσης) και ενισχύουν τη διαπραγματευτική θέση των παγκόσμιων προμηθευτών. Αυτό δεν συνεπάγεται κίνδυνο φυσικής έλλειψης, αλλά πιθανότατα θα ενισχύσει τις επιπτώσεις στις τιμές.

Στις 26 Μαρτίου, οι Eυρωπαίοι νομοθέτες ενέκριναν τη συμφωνία εμπορίου ΕΕ-ΗΠΑ στο Turnberry, επισυνάπτοντας παράλληλα ένα σύνολο όρων στη συμφωνία, αφού προηγουμένως την είχαν χαρακτηρίσει «μη ισορροπημένη». Η αδύναμη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ καθίσταται ακόμη πιο εμφανής στο πλαίσιο της δεσμευτικής εμπορικής συμφωνίας για αγορά αμερικανικής ενέργειας ύψους 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων έως το 2028.

Καθώς οι ενεργειακές προμήθειες της Μέσης Ανατολής αποδεικνύονται ευάλωτες σε διαταραχές, η ΕΕ εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από τις ΗΠΑ. Με τη σειρά τους, οι ΗΠΑ αξιοποιούν αυτή τη θέση για να επιδιώξουν ευνοϊκότερους εμπορικούς όρους και σε άλλους τομείς.

Την ίδια στιγμή, έχουν πιέσει για αλλαγές στους Κανονισμούς της ΕΕ για το Μεθάνιο και στην Οδηγία για την Εταιρική Δέουσα Επιμέλεια ως προς τη Βιωσιμότητα, υποστηρίζοντας ότι το κόστος συμμόρφωσης θα επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών.

Αυτό ασκεί πίεση στην ΕΕ να συμφιλιώσει τους περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς της στόχους με την τιμή και την ασφάλεια του ενεργειακού της εφοδιασμού.

Η σταδιακή απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο έχει μεταβάλει τη μορφή —και όχι την ύπαρξη— της ευαλωτότητας στο ευρωπαϊκό σύστημα φυσικού αερίου.

Η έκθεση σε έναν μόνο προμηθευτή έχει μειωθεί και η ανθεκτικότητα του φυσικού εφοδιασμού έχει βελτιωθεί. Την ίδια στιγμή, η εξάρτηση από τις παγκόσμιες αγορές LNG έχει αφήσει την ΕΕ εκτεθειμένη σε συγκεντρωμένη προσφορά, σε διαταραχές στις μεταφορές και στην κερδοσκοπία των αγορών.

Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ως βάση της ευρωπαϊκής ανεξαρτησίας

Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς θα αντικατασταθεί το ρωσικό αέριο, αλλά και πώς ένα σύστημα που οργανώνεται όλο και περισσότερο γύρω από τις παγκόσμιες αγορές LNG μεταδίδει τους κραδασμούς στις ευρωπαϊκές τιμές και, μέσω αυτών, στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας, στον πληθωρισμό και στην ευρύτερη οικονομία.

Στην καρδιά του αρχικού σχεδίου REPowerEU βρισκόταν η μακροπρόθεσμη αποστολή μετασχηματισμού του ενεργειακού συστήματος της Ευρώπης σε ένα μοντέλο βασισμένο σε καθαρές, ανταγωνιστικές και ασφαλείς τοπικές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η ενεργειακή κρίση της Μέσης Ανατολής το 2026 έχει απλώς ενισχύσει τα επιχειρήματα υπέρ της νομιμότητας και της επείγουσας ανάγκης αυτής της πορείας.


* Η Marzia Sesini είναι eπικεφαλής της Ερευνητικής Ομάδας «Molecules&Materials» στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο. O James Kneebone είναι υποψήφιος Διδάκτωρ Ερευνητής (D-MTEC) στο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο Ζυρίχης. Η μελέτη τους αναδημοσιεύεται αυτούσια στο Liberal, μέσω άδειας Creative Commons, από τον ιστότοπο TheConversation.com.

The Conversation