Παρά τις αναφορές περί διαπραγματεύσεων μεταξύ των ΗΠΑ και του ιρανικού καθεστώτος, τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν στην πράξη κλειστά για τα περισσότερα πετρελαιοφόρα και σε μόνο έναν μικρό αριθμό πλοίων να επιτρέπεται η διέλευσή τους. Το αποτέλεσμα είναι η απώλεια περίπου 11 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως (mbd) πετρελαίου και πετρελαϊκών υγρών από την παγκόσμια αγορά. Αυτό αντιστοιχεί σε λίγο πάνω από το 10% της παγκόσμιας προσφοράς.
Με την πρώτη ματιά, μια διαταραχή της τάξης του 10% ίσως να μη φαίνεται καταστροφική. Όμως στις αγορές πετρελαίου, ακόμη και μια ανισορροπία της τάξης του 10% μεταξύ προσφοράς και ζήτησης μπορεί να έχει πολύ μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις.
Για να γίνει κατανοητή η κλίμακα της διαταραχής, είναι χρήσιμο να συγκριθεί με την κορύφωση της πανδημίας COVID το 2020. Κατά τη διάρκεια των παγκόσμιων lockdown, οι άδειοι δρόμοι, τα καθηλωμένα αεροσκάφη και οι έρημοι σταθμοί λεωφορείων και τρένων έγιναν συνηθισμένη εικόνα, καθώς οι μετακινήσεις και η οικονομική δραστηριότητα κατέρρευσαν. Τότε, η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου μειώθηκε κατά περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως — το μεγαλύτερο σοκ ζήτησης στην Ιστορία.
Η σημερινή κατάσταση είναι το ακριβώς αντίθετο. Αντί για κατάρρευση της ζήτησης, ο κόσμος βιώνει ένα μεγάλο σοκ προσφοράς. Ωστόσο, ο αντίκτυπος στην καθημερινή ζωή θα μπορούσε τελικά να μοιάζει παρόμοιος: περιορισμένες μετακινήσεις, υψηλότερο κόστος μεταφορών, βραδύτερη οικονομική δραστηριότητα και πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Ο λόγος είναι ότι τόσο η προσφορά όσο και η ζήτηση πετρελαίου είναι πολύ ανελαστικές βραχυπρόθεσμα. Οι άνθρωποι εξακολουθούν να πρέπει να οδηγούν για να πάνε στη δουλειά, τα αγαθά πρέπει να συνεχίσουν να μεταφέρονται και τα αεροσκάφη χρειάζονται καύσιμα. Όταν η προσφορά μειώνεται απότομα, οι τιμές πρέπει να αυξηθούν σημαντικά για να εξαναγκαστεί η ζήτηση να υποχωρήσει.
Προς το παρόν, η αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου συμβάλλει στον μετριασμό του αρχικού αντίκτυπου, ιδίως στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Τα μέλη του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (IEA) υποχρεούνται να διατηρούν αποθέματα έκτακτης ανάγκης ισοδύναμα με τουλάχιστον 90 ημέρες κατανάλωσης πετρελαίου, ενώ αρκετές χώρες διατηρούν επίσης στρατηγικά πετρελαϊκά αποθέματα.
Χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα και η Ιαπωνία μπορούν, επομένως, να αντισταθμίσουν τις διαταραχές της προσφοράς για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Ωστόσο, αυτά τα αποθέματα δεν αποτελούν μακροπρόθεσμη λύση. Αν η σύγκρουση διαρκέσει μήνες και όχι εβδομάδες, τα αποθέματα θα εξαντληθούν.
Η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Πολλές χώρες στην Ασία, την Αφρική και τη Νότια Αμερική διαθέτουν πολύ περιορισμένα εμπορικά αποθέματα και είναι πολύ πιο ευάλωτες σε διακοπές εφοδιασμού και εκτινάξεις τιμών. Για αυτές τις οικονομίες, οι υψηλές τιμές πετρελαίου μεταφράζονται γρήγορα σε ακριβότερα τρόφιμα, υψηλότερο πληθωρισμό και οικονομική αστάθεια.
Οι πρώτες ελλείψεις πιθανότατα θα εμφανίζονταν όχι στη βενζίνη, αλλά στο ντίζελ και στα καύσιμα αεροσκαφών. Οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου είναι σημαντικοί εξαγωγείς μεσαίων αποσταγμάτων, ενώ οι τύποι αργού πετρελαίου τους αποδίδουν μεγάλες ποσότητες ντίζελ και αεροπορικού καυσίμου κατά τη διύλιση.

Τα καύσιμα αεροσκαφών θα μπορούσαν να είναι από τα πρώτα προϊόντα που θα πληγούν.
Το ντίζελ είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, επειδή κινεί φορτηγά, πλοία, κατασκευαστικό εξοπλισμό και γεωργικά μηχανήματα. Άρα, μια έλλειψη ντίζελ επηρεάζει την τροφοδοσία τροφίμων, τις κατασκευές, τα ορυχεία και το παγκόσμιο εμπόριο — όχι μόνο τις μεταφορές. Ελλείψεις βενζίνης θα ακολουθούσαν καθώς η προσφορά αργού θα γινόταν ακόμη πιο περιορισμένη και, τελικά, οι ελλείψεις θα εξαπλώνονταν σε όλα τα πετρελαϊκά προϊόντα.
Το πετρέλαιο δεν χρησιμοποιείται μόνο ως καύσιμο μεταφορών. Αποτελεί επίσης βασική εισροή για τα πετροχημικά, την παραγωγή πλαστικών, λιπασμάτων, χημικών, συνθετικών υλικών και πολλών βιομηχανικών διεργασιών. Αυτό σημαίνει ότι οι επιπτώσεις μιας μεγάλης διαταραχής στην προσφορά πετρελαίου διαχέονται σε ολόκληρη την οικονομία.
Ελλείψεις ή αυξήσεις τιμών θα μπορούσαν να επηρεάσουν τα πάντα, από την παραγωγή και τη συσκευασία τροφίμων έως τα ηλεκτρονικά, τα δομικά υλικά και την ένδυση. Επομένως, οι οικονομικές συνέπειες ενός πετρελαϊκού σοκ είναι πολύ ευρύτερες από μια απλή αύξηση στις τιμές της βενζίνης.
Ο προστατευτισμός θα μπορούσε να επιδεινώσει τα πάντα
Ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους σε μια κρίση προσφοράς είναι οι εξαγωγικοί περιορισμοί και ο προστατευτισμός. Οι κυβερνήσεις συχνά προσπαθούν να προστατεύσουν τους εγχώριους καταναλωτές παγώνοντας τις τιμές ή απαγορεύοντας τις εξαγωγές καυσίμων ή αργού πετρελαίου, όμως αυτό συνήθως επιδεινώνει την παγκόσμια έλλειψη.
Τα κρατικά πλαφόν στις τιμές αποθαρρύνουν την παραγωγή και την προσφορά, ενώ ενθαρρύνουν τους καταναλωτές να συνεχίσουν να καταναλώνουν καύσιμα. Ο προστατευτισμός είναι ακόμη χειρότερος. Υπάρχουν ήδη ενδείξεις ότι αυτό συμβαίνει — ορισμένες χώρες, όπως η Κίνα, περιορίζουν τις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων όπως το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών. Όταν οι χώρες αποθηκεύουν καύσιμα για τον εαυτό τους, οι διεθνείς αγορές σφίγγουν ακόμη περισσότερο και οι τιμές ανεβαίνουν περαιτέρω.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος θα ήταν μια αμερικανική απόφαση για περιορισμό των εξαγωγών πετρελαίου, προκειμένου να προστατευθούν οι εγχώριοι καταναλωτές. Οι ΗΠΑ είναι πλέον ο μεγαλύτερος παραγωγός πετρελαίου στον κόσμο, με παραγωγή άνω των 20 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως πετρελαίου και πετρελαϊκών υγρών. Ταυτόχρονα, όμως, είναι και ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές παγκοσμίως. Παρ’ όλα αυτά, συνεχίζουν να εξάγουν σημαντικές ποσότητες, ιδίως προς την Ευρώπη.
Οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει απαγόρευση εξαγωγών πετρελαίου και στο παρελθόν. Το 1975, μετά το αραβικό πετρελαϊκό εμπάργκο — όταν, το 1973, αραβικά κράτη αρνήθηκαν να προμηθεύσουν με πετρέλαιο χώρες, μεταξύ αυτών και τις ΗΠΑ, που είχαν στηρίξει το Ισραήλ στον Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ — οι ΗΠΑ απαγόρευσαν τις εξαγωγές αργού πετρελαίου. Η απαγόρευση ήρθη μόλις το 2015. Αν ένα τέτοιο μέτρο εφαρμοζόταν σήμερα, θα ήταν πιθανό να προκαλέσει μεγάλες ελλείψεις προσφοράς και αυξήσεις τιμών, ιδίως στην Ευρώπη.
Αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ή αν η σύγκρουση κλιμακωθεί περαιτέρω, οι παγκόσμιες απώλειες εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο θα μπορούσαν να φτάσουν τα 20 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως σε πετρέλαιο και πετρελαϊκά προϊόντα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι σοβαρές. Οι μεταφορές θα γίνονταν ακριβότερες και λιγότερο συχνές, τα αεροπορικά ταξίδια θα περιορίζονταν δραστικά, ο πληθωρισμός θα αυξανόταν και η οικονομική ανάπτυξη θα επιβραδυνόταν σημαντικά. Σε ακραία σενάρια, η διαταραχή της καθημερινής οικονομικής ζωής θα μπορούσε να θυμίσει την περίοδο της COVID (και πιθανόν να είναι ακόμη χειρότερη). Μόνο που αυτή τη φορά η αιτία θα ήταν η έλλειψη ενέργειας.
Προς το παρόν, οι αγορές στηρίζονται στην αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων και στην ελπίδα μιας γεωπολιτικής αποκλιμάκωσης. Αν όμως αυτό δεν συμβεί, η παγκόσμια οικονομία θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα πρωτοφανές ενεργειακό σοκ, με εκτεταμένες και απρόβλεπτες συνέπειες.
* O Adi Imsirovic είναι λέκτορας Ενεργειακών Συστήματων στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το άρθρο του αναδημοσιεύεται αυτούσιο στο Liberal, μέσω άδειας Creative Commons, από τον ιστότοπο TheConversation.com.
