Από το πώς θα βρεθούν τα χρήματα, το πού θα χτιστούν τα επόμενα data centers αλλά και το πότε θα έρθει η πραγματική απόσβεση, ο Σπύρος Λιώλης απαντά στο Liberal στα κρίσιμα ερωτήματα που απασχολούν σήμερα την παγκόσμια αγορά των κέντρων δεδομένων.
Ο ανώτερος σύμβουλος της EYP MCF και μέλος του Τεχνολογικού Συμβουλίου του Forbes εξηγεί γιατί η Ελλάδα βρίσκεται για πρώτη φορά στο ραντάρ μεγάλων επενδυτών, πώς οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις ροές κεφαλαίων, ποιοι είναι οι νέοι γεωγραφικοί προορισμοί των hyperscalers και γιατί η πραγματική «φούσκα» δεν βρίσκεται στην τεχνολογία αλλά στις αποτιμήσεις.
Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου
Κ. Λιώλη, η συζήτηση γύρω από τα data centers συνοδεύεται από τεράστια ερωτήματα. Ας ξεκινήσουμε από τα επενδυτικά μεγέθη. Πρόσφατη ανάλυση της Morgan Stanley ανέφερε ότι μέχρι το 2026 θα απαιτηθούν περίπου 570 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη των σχετικών υποδομών. Πού θα βρεθούν όλα αυτά τα χρήματα;
Πριν από περίπου δύο μήνες βρέθηκα στο συνέδριο InfraAI εδώ στην Ελλάδα. Ένας από τους βασικούς ομιλητές ήταν ο Marc Ganzi, CEO της DigitalBridge. Το πρώτο μήνυμα που έδωσε ήταν πολύ απλό: υπάρχουν διαθέσιμα κεφάλαια για επενδύσεις στα data centers.
Και πράγματι, αυτό βλέπουμε σήμερα. Υπάρχει σημαντική εισροή κεφαλαίων προς την ανάπτυξη υποδομών δεδομένων. Οι αγορές έχουν διάθεση να επενδύσουν στον συγκεκριμένο κλάδο, ενώ ταυτόχρονα έχουν περιορίσει σημαντικά την έκθεσή τους σε άλλους τομείς, όπως το residential real estate.
Πρόκειται για έναν κλάδο με ιδιαίτερα υψηλές αποδόσεις και αυτό προσελκύει επενδυτικά κεφάλαια. Επιπλέον, σημαντικό μέρος των χρημάτων που αρχικά υπολογιζόταν ότι θα κατευθυνθούν στο βιομηχανικό reshoring των ΗΠΑ δεν φαίνεται τελικά να ακολουθεί αυτή την πορεία. Το στοίχημα της επαναφοράς μεγάλου μέρους της παραγωγής στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εξελίσσεται όπως είχε αρχικά εκτιμηθεί και μέρος αυτών των κεφαλαίων αναζητά εναλλακτικές τοποθετήσεις.
Παράλληλα, υπάρχει ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για την τεχνητή νοημοσύνη. Το λεγόμενο «race to AI» είναι ένας αγώνας στον οποίο επενδύονται τεράστια ποσά, κυρίως λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των ΗΠΑ και της Κίνας.
Άρα, ναι. Τα χρήματα υπάρχουν και οι αγορές δείχνουν πρόθυμες να τα κατευθύνουν σε έναν κλάδο με ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης.
Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις επενδυτικές αποφάσεις;
Σαφώς. Ένα μέρος των κεφαλαίων που προορίζονταν για επενδύσεις στη Μέση Ανατολή επανεξετάζει πλέον τον προσανατολισμό του.
Η γεωπολιτική αβεβαιότητα έχει δημιουργήσει έναν προβληματισμό γύρω από το επενδυτικό προφίλ της περιοχής και αρκετοί επενδυτές εξετάζουν εναλλακτικούς προορισμούς που προσφέρουν μεγαλύτερη σταθερότητα.
Αυτό λειτουργεί θετικά για την Ελλάδα. Βλέπουμε ήδη developers και επενδυτικά σχήματα να εξετάζουν πολύ πιο σοβαρά τη χώρα μας. Η Ελλάδα αποτελεί κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βρίσκεται σε στρατηγική γεωγραφική θέση και προσφέρει πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές και υποδομές.
Δεν θα μου προκαλούσε έκπληξη αν τους επόμενους μήνες δούμε σημαντικές ανακοινώσεις.
Επιπλέον, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι υπάρχει η κατηγοριοποίηση των ίδιων των data centers ως προς την ανθεκτικότητα και την εφεδρεία τους, αλλά υπάρχει και η κατηγοριοποίηση των αγορών.
Οι Tier 1 αγορές είναι οι πλέον ώριμες. Σε αυτές ανήκουν η Φρανκφούρτη, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ, το Παρίσι και το Δουβλίνο. Συχνά τις συναντάμε και με τον όρο FLAP-D, από τα αρχικά των πόλεων αυτών.
Οι Tier 2 αγορές είναι εκείνες που αναπτύσσονται δυναμικά αλλά δεν έχουν φτάσει ακόμη στο επίπεδο κορεσμού των Tier 1. Σε αυτή την κατηγορία βρίσκονται η Μαδρίτη, η Λισαβόνα, το Μιλάνο, η Βαρσοβία και οι σκανδιναβικές χώρες, οι οποίες διαθέτουν σημαντικό πλεονέκτημα λόγω του χαμηλού ενεργειακού κόστους.
Οι αγορές αυτές θεωρούνται ο επόμενος μεγάλος επενδυτικός προορισμός για την επόμενη πενταετία έως επταετία.
Η τρίτη κατηγορία (Tier 3) περιλαμβάνει αγορές που βρίσκονται ακόμη νωρίτερα στον κύκλο ανάπτυξης. Εκεί ανήκει και η Ελλάδα, μαζί με τα Βαλκάνια και ορισμένες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Πώς επηρεάζουν οι τελευταίες εξελίξεις αυτή την κατάταξη;
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις και οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ώριμες αγορές οδηγούν τους επενδυτές να αναζητούν νέους προορισμούς.
Η Ελλάδα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Δεν λέω ότι βρισκόμαστε ήδη στο επόμενο επίπεδο, όμως βλέπουμε τα πρώτα σημάδια που δείχνουν ότι η χώρα μας αρχίζει να αξιολογείται διαφορετικά.
Η κατάσταση λειτουργεί ως καταλύτης και επιταχύνει μια διαδικασία που έτσι κι αλλιώς θα συνέβαινε τα επόμενα χρόνια.
Χρονικά, πώς βλέπετε να εξελίσσεται η χωροθέτηση των data centers τα επόμενα χρόνια;
Τα data centers θα εξαπλωθούν παντού. Θα συνεχίσουμε να έχουμε τα πολύ μεγάλα data centers που εξυπηρετούν cloud υπηρεσίες και την εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, αλλά παράλληλα θα βλέπουμε ολοένα και περισσότερα μικρότερα κέντρα δεδομένων να βρίσκονται κοντά στον τελικό χρήστη.
Τα λεγόμενα AI inference data centers θα εγκαθίστανται όλο και πιο κοντά σε πόλεις, επιχειρήσεις, βιομηχανικές εγκαταστάσεις και δίκτυα μεταφορών, επειδή απαιτείται πολύ μικρός χρόνος απόκρισης.
Θα έχουμε, λοιπόν, από τη μία πλευρά εγκαταστάσεις της τάξης των 250 MW, 600 MW ή ακόμη και 1 GW και από την άλλη πολύ μικρότερα κέντρα δεδομένων που μπορούν να στεγαστούν ακόμη και σε ένα μικρό διώροφο κτίριο, εφόσον είναι κατάλληλα σχεδιασμένο.
Αυτό σημαίνει ότι η ανάπτυξη θα μετακινηθεί εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων;
Αυτό ακριβώς δείχνει η διεθνής εμπειρία. Στις ΗΠΑ βλέπουμε ήδη τη μετάβαση από τη Βόρεια Βιρτζίνια προς νέες περιοχές. Βλέπουμε αντίστοιχες κινήσεις από το Dallas-Fort Worth προς το Δυτικό Τέξας, από την Ατλάντα προς νοτιότερες περιοχές, ακόμη και προς πολιτείες που μέχρι πρόσφατα δεν συνδέονταν με την αγορά των data centers.
Το ίδιο συμβαίνει στην Ευρώπη. Βλέπουμε ανάπτυξη εκτός των παραδοσιακών μητροπολιτικών κέντρων, ενώ στη Νορβηγία κατασκευάζονται μεγάλα data centers ακόμη και εντός του Αρκτικού Κύκλου.
Η Αθήνα θεωρείται πλέον μια ώριμη και σε μεγάλο βαθμό κορεσμένη αγορά. Υπάρχουν σημαντικές επενδύσεις που εξελίσσονται σήμερα από εταιρείες όπως η Data4, η Microsoft και η Digital Realty, ωστόσο η φυσική επέκταση θα πραγματοποιηθεί εκτός του λεκανοπεδίου.
Γι’ αυτό και ακούμε ολοένα και περισσότερο για περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, της Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας, της Ηπείρου αλλά και της Αλεξανδρούπολης.
Η Δυτική Μακεδονία και ειδικά η περιοχή των πρώην λιγνιτικών πεδίων στην οποία επενδύει δυναμικά τώρα η ΔΕΗ για την ανάπτυξη ενός giga data center μπορεί να εξελιχθεί σε πόλο έλξης;
Διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Υπάρχει διαθέσιμη γη, ενεργειακές υποδομές, πρόσβαση σε φυσικό αέριο, εγκατεστημένα φωτοβολταϊκά πάρκα και σημαντική τεχνογνωσία γύρω από τη διαχείριση ενεργειακών δικτύων.
Όλα αυτά συνθέτουν μια ιδιαίτερα ελκυστική πρόταση.
Από την άλλη πλευρά, δεν παύει να είναι μια περιοχή εκτός πρωτεύουσας. Παραδοσιακά οι μεγάλοι operators ξεκινούν από τα βασικά μητροπολιτικά κέντρα όταν εισέρχονται σε μια νέα χώρα. Επομένως απαιτούνται πρόσθετα κίνητρα για να δημιουργηθεί αυτό που αποκαλούμε «μαγνήτης» επενδύσεων.
H συγκεκριμένη, βέβαια, επένδυση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για τη δημιουργία ενός ολόκληρου data center campus.
Υπάρχουν φωνές που μιλούν για «φούσκα» γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τα data centers. Συμφωνείτε;
Πρέπει να ξεχωρίσουμε δύο πράγματα. Η «φούσκα» δεν βρίσκεται στην τεχνολογία. Βρίσκεται στις αποτιμήσεις.
Εμείς γνωρίζουμε ότι υπάρχει πραγματική ζήτηση για νέα data centers. Αυτό είναι μετρήσιμο και αποτυπώνεται στα έργα που σχεδιάζονται παγκοσμίως.
Όμως όταν η αγορά ακούει ότι απαιτούνται δεκάδες γιγαβάτ νέων υποδομών, εμφανίζονται παντού ιδιοκτήτες γης και επενδυτές που θεωρούν ότι κατέχουν το επόμενο «χρυσωρυχείο». Έτσι βλέπουμε τιμές γης να εκτοξεύονται σε περιοχές που μέχρι πρόσφατα δεν είχαν καμία ιδιαίτερη αξία.
Το ίδιο συμβαίνει και με τα αιτήματα σύνδεσης στο δίκτυο. Για παράδειγμα, στο Τέξας οι αιτήσεις ξεπερνούν κατά πολύ τη διαθέσιμη ισχύ. Η αγορά ακούει το μεγάλο νούμερο και όχι αυτό που τελικά μπορεί να εξυπηρετηθεί.
Αυτό δημιουργεί υπερβολικές αποτιμήσεις.
Με τόσα κεφάλαια να επενδύονται, πότε θα έρθει η πραγματική απόσβεση;
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο ερώτημα που υπάρχει σήμερα στην αγορά.
Μέχρι πρόσφατα δεν είχαμε επαρκείς ενδείξεις ότι οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται θα μπορούσαν να επιστρέψουν τα αναμενόμενα κεφάλαια.
Τους τελευταίους τέσσερις έως έξι μήνες όμως αρχίζουμε να βλέπουμε τα πρώτα δείγματα. Μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, όπως η Eli Lilly, χρησιμοποιούν υποδομές AI και υπολογιστική ισχύ για την ανάπτυξη νέων φαρμάκων και εξατομικευμένων θεραπειών.
Αρχίζουμε να βλέπουμε πραγματικές εφαρμογές που παράγουν οικονομική αξία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει απαντηθεί πλήρως το ερώτημα της απόσβεσης. Παραμένει ανοιχτό. Όμως πλέον υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι δημιουργούνται νέα επιχειρηματικά μοντέλα και νέες αγορές που μπορούν να υποστηρίξουν αυτές τις επενδύσεις.
Η προσδοκία υπάρχει. Το ζητούμενο είναι να αποδειχθεί ότι η πραγματικότητα θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες αυτές.
