Στα κρίσιμα ερωτήματα που έχει προκαλέσει στις διεθνείς αγορές ενέργειας η αναταραχή στη Μέση Ανατολή απαντά σε συνέντευξή του στο Liberal, ο αναλυτής Ενεργειακής Στρατηγικής, Ακαδημαϊκός Διευθυντής του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ και Επιστημονικός Συνεργάτης του ΕΛΙΑΜΕΠ, Δρ. Μιχάλης Μαθιουλάκης.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η πρόσφατη εκτίναξη των τιμών δεν εδράζεται σε πραγματική έλλειψη προσφοράς, αλλά κυρίως στην αβεβαιότητα που δημιουργεί η γεωπολιτική κρίση. Με δεδομένα τα υψηλά αποθέματα και το υπερπλεόνασμα προσφοράς που αναμένεται τα επόμενα χρόνια, εκτιμά ότι οι τιμές θα αρχίσουν να αποκλιμακώνονται μέσα σε διάστημα τεσσάρων έως έξι εβδομάδων.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η επίδραση στον πληθωρισμό θα είναι περιορισμένη, εφόσον η αύξηση των τιμών δεν παραταθεί πέραν ενός τριμήνου. Μάλιστα, τονίζει ότι η ενεργειακή ακρίβεια λειτουργεί ταυτόχρονα και αποπληθωριστικά, μέσω της μείωσης της ζήτησης και της επιβράδυνσης του διεθνούς εμπορίου.
Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, εμφανίζεται καθησυχαστικός τόσο για την Ευρώπη όσο και για την Ελλάδα. Όπως εξηγεί, τα υποχρεωτικά αποθέματα πετρελαίου, η διαφοροποίηση προμηθειών και η ευελιξία των ελληνικών διυλιστηρίων λειτουργούν ως ισχυρές «ασπίδες» απέναντι σε ενδεχόμενες διαταραχές.
Αναφερόμενος στα Στενά του Ορμούζ, εκτιμά ότι ακόμη και σε περίπτωση σημαντικής μείωσης των ροών, η παγκόσμια αγορά μπορεί να απορροφήσει το σοκ, είτε μέσω αύξησης της παραγωγής από άλλους προμηθευτές είτε μέσω μείωσης της ζήτησης. Συνεπώς, δεν θεωρεί πιθανό ένα σενάριο εκτεταμένης κρίσης εφοδιασμού.
Τέλος, αναλύει τον ρόλο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των υδροηλεκτρικών, επισημαίνοντας ότι, αν και οι ΑΠΕ συμβάλλουν στη συγκράτηση των τιμών, ο καθοριστικός παράγοντας αυτή τη στιγμή είναι τα υψηλά αποθέματα νερού που ενισχύουν την υδροηλεκτρική παραγωγή. Παρά την άνοδο του φυσικού αερίου, εκτιμά ότι οι επιπτώσεις στους λογαριασμούς ρεύματος θα είναι περιορισμένες και παροδικές.
Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου
Κ. Μαθιουλάκη, να ξεκινήσουμε από το κομμάτι των διεθνών τιμών ενέργειας, στις οποίες βλέπουμε ένα σταθερό ράλι ως απόρροια της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Εκτιμάτε ότι θα δούμε πτώση των τιμών, ακόμη και σε περίπτωση άμεσης αποκλιμάκωσης;
Όσον αφορά τη διάρκεια αυτής της αύξησης των τιμών, η προσωπική μου άποψη είναι ότι αυτή θα είναι σχετικά βραχύβια και θα κινηθεί ανεξάρτητα με το ποια θα είναι η διάρκεια της σύρραξης.
Εκτίμηση μου αποτελεί ότι παρά τον περιορισμό της προσφοράς από τα Στενά του Ορμούζ, εξακολουθούν να υπάρχουν αρκετές ποσότητες διαθέσιμου πετρελαίου και φυσικού αερίου στην παγκόσμια αγορά. Για τα δε επόμενα ένα με δύο χρόνια, προβλέπεται και πλεόνασμα προσφοράς τόσο πετρελαίου όσο και φυσικού αερίου. Με αυτό το δεδομένο, το οποίο σε γενικές γραμμές είναι καταγεγραμμένο στις αγορές, θεωρώ ότι οποιαδήποτε αύξηση των τιμών έχουμε δει έως τώρα είναι κυρίως «ψυχολογική» και όχι αποτέλεσμα μιας ψύχραιμα τεκμηριωμένης αντίληψης ότι θα «ξεμείνουμε» και δεν θα έχουμε καύσιμο σε παγκόσμιο επίπεδο.
Διαχωρίζω, δηλαδή, το πρόβλημα της έλλειψης εφοδιασμού σε καύσιμο με το πρόβλημα της αύξησης τιμών. Θεωρώ ότι στο πρώτο δεν υπάρχει ζήτημα, παρά τη μείωση της παραγωγής από τον Περσικό, ενώ το δεύτερο είναι και θέμα ψυχολογίας. Εκτιμώ ότι κάθε μέρα που περνάει οι αγορές έχουν τον χρόνο να ενσωματώσουν αυτήν την αβεβαιότητα ακόμα περισσότερο στην καθημερινότητά τους και οι τιμές σιγά-σιγά θα αρχίσουν να αποκλιμακώνονται.
Στις δε περιπτώσεις που είχαμε έστω μια αμυδρή ένδειξη για πιθανότητα λήξης του πολέμου, είδαμε ότι η αγορά βιάστηκε να υπερ-αντιδράσει προς τα κάτω. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, συμβαίνει επειδή συλλογικά η αγορά αντιλαμβάνεται ότι δεν έχουμε αντικειμενικό πρόβλημα μακροπρόθεσμα όσον αφορά την τροφοδοσία καυσίμου και κανείς δεν θέλει να μείνει εκτεθειμένος σε μια αγορά η οποία δεν έχει τα θεμελιώδη για να στηρίξει περαιτέρω αύξηση των τιμών. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι μέσα στις επόμενες εβδομάδες, σε ένα-ενάμιση μήνα, θα δούμε σιγά-σιγά τις τιμές να αποκλιμακώνονται.
Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα αναμένω να αρχίσουν να φαίνονται τα αποτελέσματα των κινήσεων που έχουν ήδη αρχίσει να ξεδιπλώνονται ως απάντηση στο μπλοκάρισμα του Ορμούζ όπως για παράδειγμα οι αγωγοί της Σαουδικής Αραβίας, των ΗΑΕ, και του Ιράκ οι οποίοι παρακάμπτουν τα Στενά. Παράλληλα, τα 400.000 βαρέλια της ΙΕΑ μέχρι τον επόμενο ένα με ενάμιση μήνα, και αυτά, θα αρχίσουν να βγαίνουν στην αγορά, ενώ αντίστοιχα αναμένω πως μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα θα αρχίσει και η Κίνα, να να διαθέτει, κάποια από τα 1,2 δις βαρέλια των αποθεμάτων της για να εξυπηρετήσει δικές της ανάγκες αλλά και αξιοποιώντας τα για να τροφοδοτεί χώρες στις οποίες έχει συγκεκριμένα στρατηγικά γεωπολιτικά συμφέροντα τα οποία μπορεί να προωθήσει στέλνοντας πετρέλαιο προς αυτές.
Με αυτά τα δεδομένα, εκτιμάτε ότι ο πληθωρισμός το 2026 δεν θα αυξηθεί ή, τουλάχιστον, δεν θα επηρεαστεί σημαντικά;
Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, ο πληθωρισμός βεβαίως και θα επηρεαστεί. Αλλά με ένα, δύο ή και τρεις μήνες αύξησης των τιμών δεν θα είναι σημαντική η επίπτωση ούτε θα έχει διάρκεια. Επίσης, θα πρέπει να δούμε ποια είναι η ισορροπία μεταξύ της αύξησης του πληθωρισμού λόγω της αύξησης των τιμών ενέργειας και της μείωσης του πληθωρισμού λόγω της μειωμένης ζήτησης.
Γιατί, να μην ξεχνάμε, ότι ναι μεν έχουν αυξηθεί οι τιμές, αλλά παράλληλα το άλλο μισό της ιστορίας είναι ότι αυτή η κατάσταση έχει δημιουργήσει τέτοιες αναστολές στο διεθνές εμπόριο, που έχει μειωθεί η ζήτηση σε μια σειρά από αγαθά. Για όλα τα θέματα λοιπόν που επηρεάζουν το διεθνές εμπόριο, πρέπει να δούμε ποια είναι η ισορροπία. Δεν μπορούμε να κοιτάμε μόνο τη μια πλευρά.
Σε ό,τι αφορά τα αποθέματα, πόσο θωρακισμένες είναι τελικά η Ελλάδα αλλά και η Ευρώπη;
Καταρχήν όλα τα κράτη-μέλη του ΙΕΑ, είναι υποχρεωμένα να διατηρούν αποθέματα πετρελαίου για 90 ημέρες. Από αυτά τα αποθέματα απελευθερώθηκαν τα 400 εκατομμύρια βαρέλια. Τα αποθέματα που εξακολουθούν να υπάρχουν διαθέσιμα σε κάθε χώρα είναι αρκετά για να στηρίξουν τις χώρες του ΙΕΑ για πάνω από δύο μήνες. Να μη ξεχνάμε σε κάθε περίπτωση ότι μπορεί από τα Στενά του Ορμούζ να περνάει το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου αλλά το υπόλοιπο 80% που δεν σχετίζεται με το Ορμούζ εξακολουθεί να τροφοδοτεί κανονικά την παγκόσμια οικονομία.
Η Ελλάδα, όσες φορές στα τελευταία δέκα χρόνια κοιτάω τα αποθέματα, είναι πάντα πάνω από αυτό το όριο. Οπότε ό,τι και να γίνει, ακόμα και σε μια ακραία διακοπή δύο εβδομάδων ή ενός μήνα, που δεν έχει γίνει ποτέ κάτι αντίστοιχο, η χώρα μας έχει αποθέματα για να λειτουργήσει. Από εκεί και πέρα η Ελλάδα έχει δύο διυλιστήρια όπου και οι δύο εταιρείες στα τελευταία δέκα-δεκαπέντε χρόνια έχουν ρίξει πολλά χρήματα στην ανανέωσή τους. Στα διυλιστήρια μεγάλο ρόλο παίζει τι είδους πετρέλαιο μπορεί να διυλίσει το κάθε εργοστάσιο. Πολλά εργοστάσια είναι φτιαγμένα για να διυλίζουν μια συγκεκριμένη ποικιλία ή ένα συγκεκριμένο εύρος, δηλαδή κάποια διυλίζουν βαρύ αργό, κάποια light κ.ο.κ. Αν, λοιπόν, είναι κανείς πολύ εξειδικευμένος, παίρνει αργό μόνο από συγκεκριμένες χώρες.
Αντίθετα, τα διυλιστήρια της χώρας μας, με τις αναβαθμίσεις που έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια, μπορούν να διυλίσουν μια μεγάλη γκάμα από πετρέλαιο. Αυτό σημαίνει ότι για τον οποιοδήποτε λόγο, ακόμα κι αν δεν έχουμε άλλες εισαγωγές από το Ιράκ όπως συμβαίνει τώρα, είναι εύκολο για τα ελληνικά διυλιστήρια να αρχίσουν να παίρνουν πετρέλαιο από άλλες χώρες. Δεν πρόκειται λοιπόν να ξεμείνουν τα ελληνικά διυλιστήρια και η χώρα από πετρέλαιο.
Το δεύτερο, που έχει πολύ σημασία, είναι ότι η Ελλάδα έχει μεγάλες εισαγωγές σε πετρέλαιο και πετρελαιοειδή επειδή σχεδόν τα 3/4 των εισαγωγών μας τα επεξεργαζόμαστε και τα εξάγουμε ως προϊόντα διυλισμένα. Αυτό σημαίνει ότι όσον αφορά την τροφοδοσία σε καύσιμα στην Ελλάδα, η ανάγκη μας είναι μόνο στο ένα τέταρτο των τρεχουσών εισαγωγών μας, εκ των οποίων ένα μέρος είναι από το Ιράκ, οπότε είναι εύκολο να τις αναπληρώσουμε.
Ας περάσουμε και στα Στενά του Ορμούζ, τα οποία βλέπουμε να βρίσκονται σε μια κατάσταση σχεδόν πλήρους παράλυσης. Αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί, θα υπάρξουν επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία;
Προσωπικά, δεν θεωρώ ότι θα υπάρξει πρόβλημα, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που φοβούνται πολλοί αυτή τη στιγμή. Καταρχάς, επι του παρόντος τα Στενά ναι μεν κλείνουν, αλλά όχι εντελώς οπότε ακόμα και τώρα υπάρχει κάποια ροή εμπορευμάτων. Δεύτερον, για τους λόγους που σας είπα νωρίτερα, δηλαδή λόγω των υπόλοιπων αποθεμάτων που υπάρχουν, τους αγωγούς που προανέφερα, αλλά και από την πρόσκαιρη αύξηση από τη Ρωσία, δεν θεωρώ ότι συντρέχει σημαντικός κίνδυνος, καθώς όλα αυτά μαζί σε πλήρη λειτουργία μειώνουν πάρα πολύ το έλλειμμα που μπορεί να προέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ.
Το ερώτημα που πρέπει να κάνουμε είναι αν τελικά μια έλλειψη 4-6 εκατομμυρίων βαρελιών από την αγορά, από τα 100 εκ. βαρέλια τη μέρα που είναι η παγκόσμια παραγωγή, είναι όντως αρκετή για να δημιουργήσει έκρηξη τιμών και πρόβλημα στην παγκόσμια οικονομία. Η δική μου απάντηση είναι πως όχι, αυτή η έλλειψη δεν είναι ικανή να εκτοξεύσει τις τιμές πέρα του βραχυπρόθεσμου ορίζοντα καθώς μεσοπρόθεσμα θα δούμε αφενός αύξηση παραγωγής από τους εκτός-Περσικού παραγωγούς και αφετέρου μείωση της παγκόσμιας ζήτησης. Αυτό, λοιπόν, σημαίνει ότι στην πράξη δεν θα έχουμε και πάλι έλλειψη καυσίμου. Όσο, λοιπόν, περνάει ο καιρός και αυτό το πράγμα δεν συμβαίνει, οι τιμές εκτιμώ ότι θα αρχίσουν να υποχωρούν.
Να περάσουμε τώρα και στον ρόλο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), για τις οποίες έχει ανοίξει ξανά η συζήτηση σχετικά με το κατά πόσο η κρίση στη Μέση Ανατολή επαναφέρει τον ρόλο τους ως «ανάχωμα» στη συγκράτηση των τιμών. Για παράδειγμα, χάρη στη συμβολή τους αλλά και σε εκείνη των υδροηλεκτρικών, είδαμε τις εγχώριες τιμές στο ρεύμα να συγκρατούνται ακόμη σε λογικά επίπεδα.
Γενικά, η αντίληψη κυβερνήσεων και κοινωνιών για τον ρόλο των ΑΠΕ, θεωρώ ότι στο εξής θα κινείται δυστυχώς ως εκκρεμές μεταξύ περιόδων απόλυτης στήριξης και επιτάχυνσης της διείσδυσης τους και περιόδων αμφισβήτησης και χαλάρωσης της προσπάθειας προώθησης τους. Το ζητούμενο είναι πόσο μεγάλη θα είναι αυτή η ταλάντωση και οι αποκλίσεις πολιτικής που θα δημιουργεί. Ακόμα και στην Ευρώπη, από την απόλυτη υποστήριξη των ΑΠΕ, γυρίσαμε σε μια κατάσταση όπου υπήρχε μια αμφισβήτηση για το ρυθμό διείσδυσης τους στο μέλλον. Τώρα, αυτά που συμβαίνουν στον Περσικό ενισχύουν εκ νέου τα επιχειρήματα ότι οι ΑΠΕ μας προστατεύουν και λειτουργούν ως «ανάχωμα» στις τιμές, εφόσον όμως η κρίση είναι βραχύβια, η χαλάρωση έναντι της αναγκαιότητας των ΑΠΕ μπορεί να επιστρέψει. Αυτή η ταλάντωση θεωρώ ότι δυστυχώς θα αποτελεί την κανονικότητα της αγοράς ΑΠΕ για τα επόμενα χρόνια.
Ο λόγος για τον οποίο οι τιμές του ρεύματος δεν έχουν ανέβει τόσο πολύ τις τελευταίες μέρες παρά την αύξηση του φυσικού αερίου, είναι εν μέρει λόγω των ΑΠΕ, αλλά κυρίως οφείλεται στην υπερ-επάρκεια των υδροηλεκτρικών εργοστασίων καθώς όλο τον χειμώνα είχαμε βροχές και ανέβηκαν πάρα πολύ οι στάθμες των ταμιευτήρων. Τις περιόδους που είχαμε αυξημένες τιμές ηλεκτρισμού ενώ οι τιμές φυσικού αερίου ήταν χαμηλές, το πρόβλημα συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό στο ότι δεν είχαμε νερό και τα υδροηλεκτρικά έπρεπε να προσπαθούν να μείνουν έξω από την αγορά και άρα να δίνουν πολύ ψηλές τιμές ρεύματος στην αγορά.
Ο κύριος λόγος, λοιπόν, που οι τιμές ρεύματος αυτήν τη στιγμή και στην Ελλάδα και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη έχουν κρατηθεί σε νορμάλ επίπεδα, δεν είναι τόσο οι ΑΠΕ, όσο τα υδροηλεκτρικά. Οι ΑΠΕ συμβάλλουν, βοηθούν, αλλά δεν είναι αυτή τη στιγμή ο κύριος λόγος που οι τιμές έχουν κρατηθεί σε λογικά επίπεδα.
Από εδώ και πέρα, καθώς η αυξημένη τιμή του φυσικού αερίου θα περνά στους εγχώριους λογαριασμούς ρεύματος, εκτιμάτε ότι θα δούμε άμεσα σημαντικές αυξήσεις στο ρεύμα;
Για όσο καιρό το φυσικό αέριο κρατιέται τόσο ψηλά, δηλαδή προ κρίσης ήμασταν στα 30 ευρώ η μεγαβατώρα και τώρα είμαστε στα 50, ναι, είναι προφανές ότι θα επηρεάσουν σίγουρα την τιμή του ρεύματος. Ήδη δηλαδή αυτόν τον ένα μήνα οι τιμές αντίστοιχα θα ανέβουν. Με βάση, όμως, αυτό που σας προανέφερα, δεν θεωρώ ότι θα κρατήσει παραπάνω από 2-3 μήνες η όλη κατάσταση, που σημαίνει ότι μέχρι το καλοκαίρι πιστεύω πως θα δούμε τις τιμές του ρεύματος να επανέρχονται, αν όχι στα προ κρίσης, σε πιο κανονικά επίπεδα.
Εν τω μεταξύ, ενώ το φυσικό αέριο πήγε από τα 30 στα 50 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή μιλάμε για αύξηση 67%, δεν θεωρώ ότι θα δούμε αντίστοιχα τόσο μεγάλη αύξηση στις τιμές του ρεύματος. Θα έχουμε, βεβαίως αύξηση, αυτό είναι σίγουρο, αλλά θεωρώ ότι αυτή θα είναι μετρημένη, καθώς περιμένω να αντισταθμιστεί το πρόβλημα από την υψηλή συμβολή των υδροηλεκτρικών μονάδων στην Ελλάδα και σε όλα τα Βαλκάνια. Παράλληλα, άνοιξη και καλοκαίρι, οι ανανεώσιμες πηγές στην Ελλάδα συμβάλλουν τα μέγιστα και τα υψηλά μερίδια διείσδυσης τους στο μίγμα ηλεκτροπαραγωγής της χώρας βοηθούν να συγκρατηθεί ακόμα περισσότερο το μέσο κόστος.
Φυσικά λοιπόν δεν πρόκειται να περάσουμε μια τόσο μεγάλη γεωπολιτική κρίση αλώβητοι από τις αυξήσεις στις ενεργειακές τιμές, θεωρώ όμως ότι σε γενικές γραμμές αφενός οι αυξήσεις των τιμών δεν θα είναι τόσο μεγάλες σε σχέση με το μέγεθος της γεωπολιτικής ανάφλεξης που βιώνουμε και αφετέρου το κύμα αυξήσεων θα είναι βραχύβιο και το καλοκαίρι θα είμαστε σε πολύ πιο ανεκτά επίπεδα τιμών, αν όχι και πίσω στην προ-ανάφλεξης κανονικότητα.
