Tο πώς η αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ μετατρέπεται σε μοχλό γεωπολιτικής έντασης με άμεσο αντίκτυπο σε ενέργεια και διεθνές εμπόριο αναλύει σε συνέντευξή του στο Liberal ο διεθνολόγος με ειδίκευση στη Μέση Ανατολή, Γιώργος Μενεσιάν.
Όπως εξηγεί, οι διακυμάνσεις στα Στενά προκαλούν αλυσιδωτές επιπτώσεις σε ναύλους, ασφάλιστρα και εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ η μερική επαναλειτουργία δεν αρκεί για πλήρη εξομάλυνση, διατηρώντας υψηλό το γεωπολιτικό ρίσκο.
Παράλληλα, αναλύει το πώς οι ΗΠΑ, στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, ενισχύουν τον ρόλο τους ως προμηθευτής, αξιοποιώντας την αυξημένη παραγωγή και εξαγωγική τους δυνατότητα.
Την ίδια στιγμή, η Κίνα βρίσκεται αντιμέτωπη με τα όρια της ενεργειακής της εξάρτησης από θαλάσσιες οδούς, επιταχύνοντας τη στροφή προς εναλλακτικές πηγές και συνεργασίες. Παράλληλα, η ενίσχυση των ροών ρωσικού πετρελαίου προς την Ασία και η σταδιακή διεύρυνση του ρόλου του γιουάν καταδεικνύουν μια αργή μετατόπιση προς ένα πιο πολυπολικό ενεργειακό και νομισματικό σύστημα. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και παραγωγοί όπως η Βενεζουέλα αποκτούν συμπληρωματική σημασία, χωρίς ωστόσο να ανατρέπουν τις βασικές ισορροπίες της αγοράς.
Συνέντευξη στη Μαργαρίτα Ασημακοπούλου
Τι σηματοδοτεί η αβεβαιότητα για τα Στενά του Ορμουζ. Άνοιξαν την Παρακευή, έκλεισαν ξανα το Σάββατο. Ποιες οι επιπτώσεις σε ενέργεια και διεθνές εμπόριο;
Σηματοδοτεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα γεωπολιτικής αστάθειας, όπου το Ιράν αξιοποιεί τον πλήρη έλεγχο των Στενών ως ισχυρό διαπραγματευτικό μέσο έναντι του συνεχιζόμενου αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμένων, εν όψει του νέου γύρου διαπραγματεύσεων στο Πακιστάν. Η Τεχεράνη προχώρησε σε προσωρινή επαναλειτουργία της διέλευσης για εμπορικά πλοία μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας στον Λίβανο, την οποία όμως ανέστειλε άμεσα όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ήραν τον αποκλεισμό, δηλώνοντας ότι η ναυσιπλοΐα επανέρχεται στο «προηγούμενο καθεστώς» υπό «αυστηρό έλεγχο» των ενόπλων δυνάμεων.
Σε ενεργειακό επίπεδο, η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί έντονη μεταβλητότητα στις τιμές. Η προσωρινή επαναλειτουργία της Παρασκευής προκάλεσε απότομη πτώση του Brent άνω του 10–11% (προς τα 90 δολάρια), εξανεμίζοντας μεγάλο μέρος του γεωπολιτικού ασφαλίστρου κινδύνου. Το νέο κλείσιμο το Σάββατο αντιστρέφει μέρος αυτής της αποκλιμάκωσης, επαναφέρει την αβεβαιότητα και διατηρεί υψηλό το κόστος ασφάλισης και ναύλων. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η παρατεταμένη αστάθεια θέτει σε κίνδυνο ροές της τάξης των 20 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, καθώς και σημαντικές ποσότητες υγροποιημένου φυσικού αερίου, ενισχύοντας τις αναστολές παραγωγής στον Κόλπο και επιβαρύνοντας τη λειτουργία των διυλιστηρίων σε Ασία και Ευρώπη.
Στο διεθνές εμπόριο, η αβεβαιότητα αυτή προκαλεί άμεσες διαταραχές: αύξηση των ασφαλίστρων πολέμου, καθυστερήσεις δεξαμενόπλοιων, συσσωρευμένες εκκρεμότητες φορτίων και άνοδο του κόστους εφοδιασμού. Οι ναυτιλιακές εταιρείες παραμένουν επιφυλακτικές, ενώ η παγκόσμια οικονομία δέχεται επίμονες πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια. Σε γεωπολιτικό επίπεδο, αναδεικνύεται ότι το Ιράν διατηρεί σημαντική διαπραγματευτική ισχύ, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιοποιούν τον αποκλεισμό ως μέσο πίεσης. Η εύθραυστη εκεχειρία δεν επαρκεί για την αποκατάσταση σταθερότητας, με αποτέλεσμα μια αγορά πετρελαίου σε διαρκή εγρήγορση, αυξημένο κίνδυνο νέων ανοδικών εξάρσεων τιμών και εντεινόμενη ανάγκη διαφοροποίησης ενεργειακών διαδρομών από μεγάλους εισαγωγείς, όπως η Κίνα και η Ινδία.
Σε ποιο βαθμό η επαναλειτουργία των Στενών μεταβάλλει τη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων και τις ισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία;
Η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, όπως ανακοινώθηκε από το Ιράν στο πλαίσιο της προσωρινής εκεχειρίας, μεταβάλλει σε σημαντικό αλλά σταδιακό βαθμό τη λειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων και τις ισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία. Κατά την περίοδο διαταραχής, οι ροές πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου από τον Κόλπο είχαν μειωθεί σημαντικά, προκαλώντας εκτίναξη των τιμών Brent πάνω από τα 120 δολάρια, απότομη αύξηση ασφαλίστρων πολέμου και ναύλων, καθώς και σημαντικές συσσωρευμένες καθυστερήσεις στη ναυτιλία δεξαμενόπλοιων και στις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Με το άνοιγμα, τα ασφάλιστρα και οι ναύλοι υποχωρούν σχετικά γρήγορα, επιτρέποντας στα διυλιστήρια Ασίας και Ευρώπης να επανεκκινήσουν λειτουργίες με χαμηλότερο κόστος. Αυτό μειώνει τις πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια, ανακουφίζει τις αλυσίδες τροφίμων και λιπασμάτων και στηρίζει την ανάκαμψη του παγκόσμιου εμπορίου, λειτουργώντας ως θετικό οικονομικό σοκ.
Ωστόσο, η αλλαγή δεν είναι άμεση ούτε πλήρης. Η εκεχειρία είναι προσωρινή, η αποκατάσταση υποδομών και η απομάκρυνση της συσσώρευσης πλοίων απαιτούν χρόνο, ενώ εφοπλιστές και ασφαλιστικές παραμένουν επιφυλακτικοί. Επιπλέον, η επαναλειτουργία ενισχύει προσωρινά τις χώρες του Κόλπου, μειώνει την πίεση σε Κίνα και Ινδία, αλλά περιορίζει το πλεονέκτημα εναλλακτικών προμηθευτών όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία. Συνολικά, βελτιώνει τις ισορροπίες χωρίς να τις επαναφέρει πλήρως στην προηγούμενη κατάσταση, διατηρώντας υψηλό το γεωπολιτικό ρίσκο και την ανάγκη για μακροπρόθεσμη διαφοροποίηση ενεργειακών διαδρόμων.
Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται, ποιος είναι ο ρόλος του αμερικανικού πετρελαίου στις διεθνείς ροές;
Στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται μετά την αποκλιμάκωση της έντασης στον Περσικό Κόλπο, ο ρόλος του αμερικανικού πετρελαίου αναβαθμίζεται σε προμηθευτή εξισορρόπησης της παγκόσμιας αγοράς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν προσεγγίσει το καθεστώς καθαρού εξαγωγέα, με εξαγωγές που υπερβαίνουν τα 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως και καθαρές εισαγωγές μόλις 66.000 βαρελιών την ημέρα. Καθοριστικό πλεονέκτημα αποτελεί η ποιοτική σύνθεση του αμερικανικού αργού, κυρίως ελαφρού και χαμηλού θείου, το οποίο συμπληρώνει τα βαρύτερα μείγματα άλλων περιοχών. Αυτό προσδίδει ευελιξία στα διυλιστήρια και διευκολύνει την ταχεία ανακατεύθυνση φορτίων ανάλογα με τις ανάγκες της αγοράς. Η αυξημένη αυτή παραγωγική και εξαγωγική δυνατότητα επιτρέπει στις ΗΠΑ να ενισχύουν τις ροές προς την Ασία και την Ευρώπη, συμβάλλοντας στη σταθεροποίηση των τιμών και στον περιορισμό της εξάρτησης της παγκόσμιας αγοράς από τον Κόλπο και τα σημεία συμφόρησης υψηλού κινδύνου.
Παράλληλα, η ευελιξία του αμερικανικού τομέα σχιστολιθικού πετρελαίου, με σχετικά σύντομους χρόνους προσαρμογής της παραγωγής, επιτρέπει ταχύτερη αντίδραση σε διακυμάνσεις των τιμών και των γεωπολιτικών συνθηκών, ενισχύοντας τον σταθεροποιητικό ρόλο των ΗΠΑ στο διεθνές σύστημα. Σε πολιτικό επίπεδο, το αμερικανικό αργό μετατρέπεται σε ισχυρό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ουάσιγκτον, περιορίζει την επιρροή ανταγωνιστών όπως το Ιράν και, σε μικρότερο βαθμό, η Ρωσία, και παρέχει τη δυνατότητα στήριξης συμμάχων μέσω ενεργειακών ροών.
Ταυτόχρονα, συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας νέας αρχιτεκτονικής παγκόσμιων ροών, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν ως προμηθευτής έσχατης προσφυγής σε περιόδους κρίσης. Ωστόσο, ο ρόλος αυτός δεν είναι απεριόριστος. Αντιμετωπίζει περιορισμούς που σχετίζονται με υποδομές εξαγωγών, διακυμάνσεις στο κόστος παραγωγής και την ανάγκη πειθαρχίας κεφαλαίων στον ενεργειακό τομέα. Συνεπώς, η συμβολή των ΗΠΑ είναι σημαντική για τη σταθερότητα της αγοράς, χωρίς όμως να αναιρεί πλήρως τη στρατηγική σημασία της Μέσης Ανατολής στο παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα.
Η Κίνα απορροφά τεράστιους όγκους ενέργειας από τη Μέση Ανατολή, ενώ ταυτόχρονα έχει στραφεί προς το ρωσικό πετρέλαιο. Οι ΗΠΑ φαίνεται ότι ελέγχουν τους ενεργειακούς διαδρόμους. Τι επίπτωση έχει αυτό στην κινεζική οικονομία και γεωπολιτική ισχύ;
Η Κίνα, ως ο μεγαλύτερος εισαγωγέας αργού πετρελαίου παγκοσμίως, με όγκους που προσεγγίζουν τα 12 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, επηρεάζεται σημαντικά από τον αμερικανικό έλεγχο των θαλάσσιων ενεργειακών διαδρόμων. Περίπου το 40–50% των εισαγωγών της από τη Μέση Ανατολή διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε διαταραχές στη ναυσιπλοΐα και σε γεωπολιτικές εντάσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η στροφή προς το ρωσικό πετρέλαιο —το οποίο καλύπτει πλέον περίπου το 20% των εισαγωγών της, κυρίως μέσω ασφαλέστερων χερσαίων αγωγών— λειτουργεί ως κρίσιμο «μαξιλάρι» ενεργειακής ασφάλειας. Παράλληλα, οι ευνοϊκές τιμολογιακές εκπτώσεις μειώνουν το κόστος εισαγωγών και περιορίζουν την έκθεση της χώρας σε ναυτικούς κινδύνους.
Η πολυδιάστατη αυτή ενεργειακή στρατηγική στηρίζει την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, εξασφαλίζοντας χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για τα ανεξάρτητα μικρά διυλιστήρια, καθώς και για τη δημιουργία και αναπλήρωση στρατηγικών αποθεμάτων. Ωστόσο, σε γεωπολιτικό επίπεδο, δημιουργεί και μακροπρόθεσμες πιέσεις. Ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών από τις Ηνωμένες Πολιτείες περιορίζει την πλήρη στρατηγική αυτονομία του Πεκίνου, ενισχύοντας την ανάγκη για διαφοροποίηση πηγών και διαδρομών. Κατά συνέπεια, η Κίνα ωθείται σε στενότερη ενεργειακή και γεωπολιτική σύμπραξη με τη Ρωσία και το Ιράν, ενώ παράλληλα επιταχύνει την ανάπτυξη εναλλακτικών χερσαίων διαδρόμων στο πλαίσιο του Belt & Road Initiative, καθώς και την επένδυση σε άλλες μορφές ενέργειας. Συνολικά, η γεωπολιτική ισχύς της Κίνας ενισχύεται μέσω της οικονομικής της διπλωματίας και της διαφοροποίησης των ενεργειακών της επιλογών. Παραμένει, ωστόσο, ευάλωτη σε παρατεταμένες κρίσεις ή σε διακοπές κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων, γεγονός που την αναγκάζει να ισορροπεί διαρκώς μεταξύ ενεργειακής ασφάλειας και στρατηγικής ανεξαρτησίας.
Πώς διαμορφώνεται σήμερα η «μάχη» ανάμεσα στο πετροδολάριο και το πετρογιουάν; Βρισκόμαστε μπροστά σε μια αναμέτρηση μεταξύ τους;
Σήμερα, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στο πετροδολάριο και το πετρογιουάν εκδηλώνεται ως μια σταδιακή μετατόπιση στην αρχιτεκτονική του διεθνούς νομισματικού συστήματος και όχι ως άμεση αναμέτρηση. Το δολάριο εξακολουθεί να κυριαρχεί στη συντριπτική πλειονότητα των διεθνών συναλλαγών πετρελαίου —της τάξης του 80–90%— χάρη στη βαθιά ρευστότητα των αγορών του, τη θεσμική αξιοπιστία του και το εκτεταμένο δίκτυο συμμαχιών των Ηνωμένων Πολιτειών. Αντιθέτως, το γιουάν διευρύνει σταδιακά την παρουσία του, κυρίως σε διμερείς συναλλαγές με χώρες όπως το Ιράν και η Ρωσία, καθώς και στο πλαίσιο ευρύτερων σχηματισμών όπως το μπλοκ BRICS.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο ενισχύουν αυτή τη δυναμική, επιταχύνοντας τη συζήτηση για χρήση εναλλακτικών νομισμάτων στις ενεργειακές συναλλαγές. Ωστόσο, το κινεζικό νόμισμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικούς περιορισμούς: δεν διαθέτει πλήρη μετατρεψιμότητα, ούτε το απαιτούμενο επίπεδο εμπιστοσύνης και θεσμικού βάθους για να λειτουργήσει ως παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Αυτό περιορίζει τη δυνατότητά του να αμφισβητήσει άμεσα την κυριαρχία του δολαρίου.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, δεν διαφαίνεται μια άμεση ανατροπή, αλλά μια αργή και σταδιακή προσαρμογή του διεθνούς συστήματος. Η Κίνα αξιοποιεί την ενέργεια ως μοχλό ενίσχυσης της εμπορικής και χρηματοοικονομικής της αυτονομίας, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν την ηγεμονική τους θέση μέσω του συνδυασμού στρατιωτικής παρουσίας, χρηματοπιστωτικής ισχύος και ελέγχου κρίσιμων θαλάσσιων διαδρόμων. Κατά συνέπεια, ο ανταγωνισμός μεταξύ πετροδολαρίου και πετρογιουάν δεν συνιστά άμεση σύγκρουση, αλλά μια μακροπρόθεσμη γεωοικονομική διεργασία, η οποία εξελίσσεται παράλληλα με τη σταδιακή μετάβαση προς ένα πιο διπολικό, αν όχι πολυπολικό διεθνές σύστημα.
Πώς εξελίσσεται η δυναμική του ρωσικού πετρελαίου στις ασιατικές αγορές υπό τις παρούσες συνθήκες;
Η δυναμική του ρωσικού πετρελαίου στις ασιατικές αγορές ενισχύεται σημαντικά υπό τις παρούσες συνθήκες, καθώς η Κίνα και η Ινδία έχουν αυξήσει, έστω και προσωρινά, τις εισαγωγές τους σε υψηλά επίπεδα. Ενδεικτικά, η Κίνα εισάγει πλέον πάνω από 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, επωφελούμενη από εκπτώσεις της τάξης των 9–11 δολαρίων ανά βαρέλι. Με τον τρόπο αυτό καλύπτεται σημαντικό μέρος των ενεργειακών αναγκών των ασιατικών οικονομιών, ιδίως μετά τις διαταραχές στις ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ περίπου το 80% των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου κατευθύνεται πλέον προς την Ασία.
Ο αναπροσανατολισμός αυτός των ενεργειακών ροών μειώνει το κόστος για τις ασιατικές οικονομίες και ενισχύει τη δραστηριότητα των διυλιστηρίων, συμβάλλοντας στη διατήρηση της βιομηχανικής τους δυναμικής.
Ταυτόχρονα, σε γεωπολιτικό επίπεδο, βαθαίνει τη σύμπραξη μεταξύ Ρωσίας και Κίνας, ενώ η προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων ευνοεί την Ινδία. Ταυτόχρονα, μειώνει την εξάρτηση της Μόσχας από τις ευρωπαϊκές αγορές και οδηγεί στη διαμόρφωση νέων αλυσίδων εφοδιασμού με αυξημένη ανθεκτικότητα απέναντι σε δυτικές κυρώσεις. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει την ενέργεια σε βασικό στρατηγικό συνδετικό κρίκο της ευρασιατικής συνεργασίας, ενισχύοντας τις τάσεις πολυπολικότητας στο διεθνές σύστημα.
Παράλληλα, περιορίζει την επιρροή των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ασία και συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας ισχύος, στην οποία η Ρωσία επανατοποθετείται ως κεντρικός παράγοντας στην παγκόσμια ενεργειακή αρχιτεκτονική. Ωστόσο, η δυναμική αυτή δεν είναι απεριόριστη. Οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία εξακολουθούν να θέτουν ουσιαστικούς περιορισμούς, ιδίως ως προς την πρόσβαση σε τεχνολογία, χρηματοδότηση και ναυτιλιακές υπηρεσίες. Κατά συνέπεια, η μελλοντική πορεία της ρωσικής ενεργειακής πολιτικής στην Ασία θα εξαρτηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό από την εξέλιξη του ουκρανικού ζητήματος και το καθεστώς των κυρώσεων, παρά από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις στη Μέση Ανατολή.
Ποιος θα μπορούσε να είναι ο ρόλος παραγωγών όπως η Βενεζουέλα σε μια περίοδο σχετικής σταθεροποίησης; Υπάρχει ρεαλιστικό σενάριο επανόδου της σε σημαντικά επίπεδα παραγωγής που θα επηρεάσουν την παγκόσμια προσφορά;
Σε μια περίοδο σχετικής σταθεροποίησης, η Βενεζουέλα μπορεί να λειτουργήσει ως συμπληρωματικός παράγοντας εξισορρόπησης της παγκόσμιας προσφοράς, ιδίως ως πηγή βαρέων ποιοτήτων αργού που συμπληρώνουν το αμερικανικό ελαφρύ, χαμηλού θείου πετρέλαιο. Η προοπτική αυτή ενισχύεται από τη μερική ελάφρυνση των κυρώσεων, όπως αποτυπώνεται στην απόφαση του Μαρτίου 2026, η οποία επιτρέπει σε αμερικανικές εταιρείες να επενδύσουν και να συμβάλουν στην αύξηση της παραγωγής από τα σημερινά επίπεδα των 0,8–1 εκατομμυρίου βαρελιών ημερησίως. Ως γνωστόν, καθοριστικό ρόλο σε αυτές τις συνθήκες διαδραμάτισε η αμερικανική επιχείρηση του περασμένου Ιανουαρίου η οποία οδήγησε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο.
Ρεαλιστικά, με στοχευμένες επενδύσεις σημαντικού ύψους και υπό την προϋπόθεση σχετικής πολιτικής σταθερότητας, η παραγωγή θα μπορούσε να προσεγγίσει τα 1,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως εντός δύο έως τριών ετών. Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα, η Βενεζουέλα δεν αναμένεται να αποτελέσει καταλυτικό παράγοντα για την παγκόσμια αγορά, λόγω περιορισμών στις υποδομές, τεχνολογικών ελλείψεων και θεσμικών αδυναμιών. Πολιτικά, ο ρόλος αυτός ενισχύει τη στρατηγική των Ηνωμένων Πολιτειών για διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού και ενδυνάμωση της επιρροής τους στην αγορά, μετατρέποντας παράλληλα το καθεστώς κυρώσεων σε εργαλείο οικονομικής διπλωματίας. Ταυτόχρονα, δημιουργεί προϋποθέσεις για σταδιακή μείωση της εξάρτησης της Δύσης από τη Μέση Ανατολή, ενώ προσφέρει στη Βενεζουέλα δυνατότητες οικονομικής ανάκαμψης υπό όρους που διατηρούν τη δυτική επιρροή στο διεθνές ενεργειακό σύστημα.
