Η συζήτηση για την αξιοποίηση της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα, δεν αποτελεί πλέον ένα θέμα ταμπού. Ο ίδιος ο Κυρ. Μητσοτάκης, πριν από μερικές εβδομάδες, δήλωσε ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή ώστε η χώρα να μπει στη φάση της διερεύνησης των προοπτικών που θα άνοιγε η συμμετοχή πυρηνικής τεχνολογίας στο ενεργειακό μείγμα της χώρας.
Πόσο έτοιμη είναι όμως η χώρα να ακολουθήσει την πορεία που διαγράφουν ήδη άλλες χώρες της Ευρώπης; Πόσο έτοιμη είναι να συμπληρώσει το πλούσιο δυναμικό των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας που ήδη διαθέτει με αδιάλειπτη παραγωγή ενέργειας από πυρηνικούς αντιδραστήρες; Και τελικά, πόσο χρόνο θα χρειαζόταν η Ελλάδα να αναπτύξει μία τέτοια επένδυση από τη στιγμή που θα πατούσε το κουμπί της εισόδου στο κλαμπ των παραγωγών πυρηνικής ενέργειας;
Το Liberal ζήτησε την άποψη δύο ανθρώπων - «καταλυτών» σε αυτό το θέμα: Ο Διονύσης Χιώνης και ο Στάθης Βλασσόπουλος είναι Διπλωματούχοι Μηχανολόγοι Μηχανικοί του ΕΜΠ με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στην πυρηνική φυσική και τεχνολογία στην Ελβετία και ιδρυτές της Athlos Energy. H Athlos ιδρύθηκε με σκοπό να γίνει ο «ξενιστής» τεχνογνωσίας για την ανάπτυξη και την πιθανή ένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα. Έχουν για πάνω από μία δεκαετία εμπειρία στην πυρηνική βιομηχανία της Ελβετίας, σε θέσεις ευθύνης, στη λειτουργία και διαχείρηση πολύπλοκων και πολυσύνθετων πυρηνικών έργων.
Όπως εξηγούν οι δύο Έλληνες επιστήμονες στο Liberal, σήμερα βρίσκονται σε στάδιο ολοκλήρωσης των πρώτων προκαταρκτικών μελετών για τη χρησιμότητα της πυρηνικής ενέργειας στην Ελλάδα και έχουν ένα ξεκάθαρο επιχειρηματικό στόχο για την ανάπτυξη του πρώτου πυρηνικού έργου στη χώρα μας.
Συνέντευξη στον Γιώργο Κακούση
Ο πόλεμος στην περιοχή του Κόλπου και οι ενεργειακές επιπτώσεις του επανέφεραν τη συζήτηση για πυρηνικούς αντιδραστήρες. Θα μπορούσε αυτή να είναι η λύση για απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα;
Το κατά πόσο είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί μία ολική απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα νομίζω πως είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ερώτημα με γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές προεκτάσεις. Η πυρηνική ενέργεια δεν είναι η μοναδική επιλογή ώστε να περιορίσουμε αυτή την εξάρτηση. Είναι όμως με βεβαιότητα μία από τις λίγες τεχνολογίες που μπορούν να προσφέρουν, ταυτόχρονα, μεγάλη εγκατεστημένη ισχύ, ελάχιστες εκπομπές ρύπων με συνεχή ηλεκτροπαραγωγή ανεξάρτητα από τον καιρό. Η παγκόσμια οικονομία θα χρειαστεί ΑΠΕ, δίκτυα, αποθήκευση, εξοικονόμηση και πυρηνική ενέργεια. Είναι κάτι που διεθνώς έχει γίνει αντιληπτό εδώ και αρκετά χρόνια. Πλέον και στην Ελλάδα, όλο και περισσότεροι αντιλαμβάνονται πως η ενεργειακή λύση για το μέλλον είναι η διαφοροποίηση του μείγματος όπου όλες οι πηγές με χαμηλούς ρύπους πρέπει να δρουν συμπληρωματικά.
Στην Ελλάδα τη συζήτηση για πυρηνική ενέργεια την επανέφερε πρόσφατα ο Πρωθυπουργός. Ποιες εφαρμογές θα μπορούσε να έχει στη χώρα μας;
Μέχρι πολύ πρόσφατα, η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα ήταν στα όρια της δαιμονοποίησης. Τα τελευταία χρόνια, όμως, άρχισε να διαμορφώνεται ένας πιο σοβαρός και τεκμηριωμένος δημόσιος διάλογος, με τη συμβολή ανθρώπων από την Ελλάδα και την Ομογένεια που γνωρίζουν τον κλάδο. Πιστεύω πως κι εμείς, μέσω της πρωτοβουλίας μας με την Athlos Energy, έχουμε συνεισφέρει σημαντικά ως προς αυτό. Οι πρόσφατες τοποθετήσεις του Πρωθυπουργού, ιδίως στη Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι, έδωσαν πλέον θεσμική βαρύτητα σε αυτή τη συζήτηση.
Η πρώτη και πιο προφανής εφαρμογή για την Ελλάδα θα ήταν η παραγωγή σταθερής ηλεκτρικής ισχύος χαμηλών εκπομπών, ώστε να στηριχθεί ένα ενεργειακό σύστημα με πολύ υψηλή διείσδυση ΑΠΕ. Σε δεύτερο επίπεδο, θα μπορούσε να στηρίξει μεγάλους καταναλωτές ηλεκτρικής ενέργειας, όπως κέντρα δεδομένων και ενεργοβόρες βιομηχανίες, περιορίζοντας την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και προσφέροντας πιο προβλέψιμο μακροχρόνιο ενεργειακό κόστος. Υπάρχουν επίσης εφαρμογές αξιοποίησης θερμότητας, για παράδειγμα σε βιομηχανικές χρήσεις ή, όπου υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες, σε τηλεθέρμανση.
Φυσικά, μία τρίτη εφαρμογή είναι η χρήση πυρηνικών μονάδων στη ναυτιλία. Είναι μία συζήτηση που έχει λάβει αρκετή δημοσιότητα στην Ελλάδα λόγω του κυρίαρχου ρόλου των Ελλήνων εφοπλιστών στην παγκόσμια ναυτιλία. Σε αυτό το πλαίσιο, έχουμε ήδη ολοκληρώσει την πρώτη προκαταρκτική μελέτη σκοπιμότητας χρήσης πυρηνικής ενέργειας σε πλωτές μονάδες για την Ελλάδα σε συνεργασία με τον αμερικανικό νηογνώμονα ABS και την αγγλική CORE POWER. Η μελέτη αυτή έχει επιμεληθεί από το Deon Policy Institute και διατίθεται δωρεάν στο κοινό ενώ τα κύρια συμπεράσματα της θα παρουσιαστούν και στα φετινά Ποσειδώνια.
Η Ελλάδα έχει επενδύσει τελικά και μέσα από πολλά προβλήματα στις ΑΠΕ, οι οποίες συμβάλλουν κατά πλέον του 50% στο ενεργειακό μείγμα της χώρας. Η πυρηνική ενέργεια πώς θα σταθεί απέναντι στην αγορά των ΑΠΕ; Είναι συμπληρωματική ή ανταγωνιστική της;
Η πυρηνική ενέργεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ανταγωνιστική των ΑΠΕ, αλλά ως συμπληρωματική. Η Ελλάδα έχει κάνει μεγάλη πρόοδο στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και αυτό είναι ένα σημαντικό επίτευγμα. Το κρίσιμο ζήτημα όμως δεν είναι μόνο πόση καθαρή ενέργεια παράγουμε συνολικά μέσα στο έτος, αλλά αν το σύστημα μπορεί να παρέχει αξιόπιστη ισχύ κάθε ώρα, κάθε ημέρα, με ανταγωνιστικό και προβλέψιμο κόστος.
Οι ΑΠΕ, ιδίως η ηλιακή και η αιολική ενέργεια, έχουν μεταβλητή παραγωγή. Όσο αυξάνεται η συμμετοχή τους στο ενεργειακό μας μείγμα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για αποθήκευση, ισχυρότερα δίκτυα, διασυνδέσεις, ευελιξία και σταθερές μονάδες παραγωγής που μπορούν να στηρίζουν το σύστημα όταν η παραγωγή από ήλιο και άνεμο είναι χαμηλή. Σήμερα, αυτόν τον ρόλο τον καλύπτει σε μεγάλο βαθμό το φυσικό αέριο. Η πυρηνική ενέργεια μπορεί να προσφέρει μια καθαρή εναλλακτική σταθερής ισχύος, περιορίζοντας την εξάρτηση από το φυσικό αέριο και τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών. Αυτό δεν είναι θεωρητικό. Στην Ευρώπη υπάρχουν ήδη χώρες, όπως η Σουηδία, η Φινλανδία και η Γαλλία, όπου η πυρηνική ενέργεια και οι ΑΠΕ συνδυάζονται και συμβάλλουν σε ηλεκτρικά συστήματα πολύ χαμηλών εκπομπών.
Επομένως, το δίλημμα «πυρηνικά ή ΑΠΕ» είναι λάθος. Για την Ελλάδα, οι ΑΠΕ μπορούν να παραμείνουν ο βασικός πυλώνας της ενεργειακής μετάβασης, αξιοποιώντας το εξαιρετικό ηλιακό και αιολικό δυναμικό της χώρας. Η πυρηνική ενέργεια θα μπορούσε να λειτουργήσει ως συμπληρωματικός πυλώνας, παρέχοντας τη σταθερή ισχύ χαμηλών εκπομπών που χρειάζεται ένα σύγχρονο και ανθεκτικό ηλεκτρικό σύστημα.
Θα μπορούσε να προσελκύσει επενδυτικά κεφάλαια μια τέτοια δραστηριότητα στην Ελλάδα; Ποιο είναι το κόστος της;
Ναι, μια τέτοια δραστηριότητα θα μπορούσε να προσελκύσει σημαντικά επενδυτικά κεφάλαια στην Ελλάδα, αλλά όχι αυτόματα. Η πυρηνική ενέργεια είναι ένας κλάδος υψηλής κεφαλαιακής έντασης και απαιτεί σαφές θεσμικό πλαίσιο, πολιτική συνέχεια, ρυθμιστική αξιοπιστία και ένα τραπεζικά χρηματοδοτήσιμο επιχειρηματικό μοντέλο. Με απλά λόγια, οι επενδυτές χρειάζονται να γνωρίζουν ποιος αναλαμβάνει το ρίσκο αδειοδότησης, ποιος το ρίσκο κατασκευής, ποιος αγοράζει την παραγόμενη ενέργεια και με ποιον μηχανισμό εξασφαλίζεται η μακροχρόνια βιωσιμότητα του έργου.
Ως προς το κόστος, υπάρχουν τρεις διακριτές φάσεις. Η πρώτη φάση είναι η ανάπτυξη και ωρίμανση του έργου όπου θα γίνουν αρχικά μελέτες σκοπιμότητας και στη συνέχεια εμπεριστατωμένες αναλύσεις ως προς τις τεχνολογίες, τη χωροθέτηση, τις περιβαλλοντικές αξιολογήσεις κ.ο.κ. Οι προκαταρκτικές μελέτες μπορούν να κοστίσουν λίγα εκατομμύρια ευρώ, ενώ η ανάπτυξη ενός αδειοδοτικού φακέλου μπορεί να είναι της τάξης των δεκάδων εκατομμυρίων.
Η δεύτερη φάση είναι η κατασκευή μίας πυρηνικής εγκατάστασης. Εκεί βρίσκεται το μεγάλο κεφαλαιουχικό κόστος, το οποίο για έναν πυρηνικό σταθμό είναι της τάξης των δισεκατομμυρίων ευρώ. Αυτός είναι και ο λόγος που το χρηματοδοτικό μοντέλο το οποίο θα επιλεχθεί είναι καθοριστικό. Το τελικό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το κόστος κεφαλαίου, τον χρόνο κατασκευής και την κατανομή των ρίσκων.
Η τρίτη φάση είναι η λειτουργία, η οποία συμπεριλαμβάνει το κόστος πυρηνικού καυσίμου, τη διαχείριση αποβλήτων και τη μελλοντική ολική αποξήλωση της μονάδας. Τα κόστη αυτά είναι σχετικά χαμηλά και προβλέψιμα, σε αντίθεση με τις θερμικές μονάδες που εξαρτώνται από τις διεθνείς τιμές καυσίμων όπως το φυσικό αέριο.
Επομένως, για την Ελλάδα αυτή τη στιγμή πρέπει να επικεντρωθούμε στην οργανωμένη ανάπτυξη ενός ώριμου πυρηνικού έργου. Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο φιλοδοξεί να συμβάλει η πρωτοβουλία μας. Θέλουμε η Athlos Energy να λειτουργήσει ως καταλύτης στο ελληνικό ενεργειακό οικοσύστημα, μετατρέποντας μια γενική συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια σε συγκεκριμένο, τεχνικά και επενδυτικά ώριμο έργο.
Πόσος χρόνος πιστεύετε ότι χρειάζεται για να ωριμάσει το ρυθμιστικό πλαίσιο για μια τέτοια επένδυση;
Για την Ελλάδα που δεν διαθέτει ακόμη πλήρες πλαίσιο για πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή, η ωρίμανση του ρυθμιστικού και νομικού πλαισίου θα απαιτούσε ρεαλιστικά αρκετά χρόνια. Ένας ορίζοντας 5 με 10 έτη είναι εύλογος για να δημιουργηθούν οι βασικές προϋποθέσεις σοβαρής ανάπτυξης έργου, αδειοδότησης και προσέλκυσης επενδύσεων.
Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει μία ρυθμιστική αρχή με επαρκείς πόρους και τεχνογνωσία ώστε να διαμορφώσει μία σαφή διαδικασία αδειοδότησης καθώς και να επιτευχθεί μία ξεκάθαρη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους, ρυθμιστή και φορέα υλοποίησης.
Αυτό ήταν και ένα από τα βασικά συμπεράσματα της πρόσφατης εκδήλωσης στις 29 Μαΐου 2026 για την Πυρηνική Ενέργεια στο Ίδρυμα Ευγενίδου. Ο κ. Γιώργος Μποροβάς, επικεφαλής πυρηνικής ενέργειας στην διεθνή νομική εταιρεία Hunton Andrews Kurth, με σημαντική διεθνή εμπειρία στην ανάπτυξη πυρηνικών προγραμμάτων, ανέδειξε το παράδειγμα των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, όπου η θεσμική και ρυθμιστική προετοιμασία προχώρησε με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς χάρη σε σαφή πολιτική απόφαση, ισχυρή κρατική οργάνωση και αξιοποίηση της διεθνούς τεχνογνωσίας.
Αντίστοιχα, η κα. Αναστασία Μακρή, Επικεφαλής του Τμήματος Ενέργειας της Zepos & Yannopoulos, τόνισε στην ίδια εκδήλωση τη σημασία του να ακολουθήσει μια χώρα όπως η Ελλάδα μια δομημένη διαδρομή, με βάση τις διεθνείς βέλτιστες πρακτικές και ειδικότερα το οδικού χάρτη Milestones Approach που έχει αναπτυχθεί από το Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας ο οποίος βοηθά νέες χώρες να αναπτύξουν σταδιακά όλες τις απαραίτητες πτυχές ενός εθνικού πυρηνικού προγράμματος.
Έτσι λοιπόν, η χώρα μας δεν χρειάζεται να αυτοσχεδιάσει ούτε να ανακαλύψει τον τροχό. Υπάρχει διεθνής εμπειρία και βέλτιστες πρακτικές. Αυτό που χρειαζόμαστε άμεσα τώρα είναι η έγκαιρη πολιτική απόφαση, η θεσμική σταθερότητα και μια συστηματική προετοιμασία που θα μας επιτρέψει να μιλάμε για επενδύσιμες προοπτικές.

Τι θα σήμαινε για το κόστος βιομηχανικής παραγωγής αλλά και το κόστος για τις οικιακές καταναλώσεις;
Πιστεύω πως είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προβλέψει κάποιος πως μπορεί η πυρηνική ενέργεια να επηρεάσει τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας σε 10 με 15 χρόνια από σήμερα, όταν και ο πρώτος πυρηνικός αντιδραστήρας θα μπορούσε να διασυνδεθεί στο δίκτυο της Ελλάδας. Αυτό που μπορούμε όμως να πούμε είναι πως η σημερινή αγορά ενέργειας εξαρτάται σημαντικά από την μεταβλητότητα της τιμής φυσικού αερίου. Με απλά λόγια, όσο περισσότερο το φυσικό αέριο διαμορφώνει την οριακή τιμή ενέργειας, τόσο υψηλότερο είναι το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως είπαμε και προηγουμένως, χώρες όπως η Γαλλία και η Φινλανδία εξαρτώνται ελάχιστα από το φυσικό αέριο επενδύοντας σε ένα μείγμα ΑΠΕ με πυρηνική ενέργεια. Η πυρηνική ενέργεια λοιπόν μπορεί να μειώσει και στην Ελλάδα την εξάρτηση από φυσικό αέριο και ως εκ τούτου το κόστος ηλεκτροδότησης για τη βιομηχανία και τον ιδιώτη θα μπορέσει να είναι μικρότερο από σήμερα.
Ένα μεγάλο θέμα είναι η ασφαλής λειτουργία ενός πυρηνικού αντιδραστήρα. Η τεχνολογία έχει φτάσει σήμερα στο σημείο να την εγγυάται χωρίς επιφυλάξεις;
Η σύντομη απάντηση είναι, ναι. Η πυρηνική βιομηχανία έχει μία εξαιρετικά ανεπτυγμένη κουλτούρα ασφάλειας και είναι ίσως ο πιο αυστηρά ελεγχόμενος τομέας. Οι σημερινοί σύγχρονοι αντιδραστήρες ενσωματώνουν πολλαπλά επίπεδα προστασίας, παθητικά συστήματα ασφάλειας και πολύ αυστηρές προϋποθέσεις για αδειοδότηση. Πάνω από 400 αντιδραστήρες λειτουργούν 24 ώρες την ημέρα με ασφάλεια. Ξεκάθαρα όμως, καμία σοβαρή τεχνολογία δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως απολύτως εγγυημένη χωρίς επιφυλάξεις. Όμως η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Απαιτούνται ένας ανεξάρτητος ρυθμιστής, ένα κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό, διαφάνεια, σχέδια έκτακτης ανάγκης και μία συνεχής διεθνής αξιολόγηση.
Ποιες περιοχές είναι κατάλληλες για να υποδεχτούν μια τέτοια εγκατάσταση; Ποια είναι τα χαρακτηριστικά τους; Έχετε εντοπίσει κάποιες συγκεκριμένες;
Η άποψη μου είναι πως η χωροθέτηση μιας πυρηνικής εγκατάστασης δεν μπορεί να γίνει με επικοινωνιακούς ή ευκαιριακούς όρους. Απαιτεί αυστηρή τεχνική, περιβαλλοντική και κοινωνική αξιολόγηση, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου το ζήτημα δεν έχει ακόμη συζητηθεί σε βάθος.
Σε γενικές γραμμές, κατάλληλες περιοχές είναι εκείνες που συνδυάζουν γεωλογική και σεισμική καταλληλόλητα, πρόσβαση σε επαρκή ψύξη, ισχυρή σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο, συμβατότητα με τις υφιστάμενες χρήσεις γης, χαμηλή πληθυσμιακή πυκνότητα στον άμεσο περίγυρο και δυνατότητα αξιόπιστου σχεδιασμού έκτακτης ανάγκης. Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί, οι υποδομές μεταφοράς και η σχέση της εγκατάστασης με τις ενεργειακές ή βιομηχανικές ανάγκες της περιοχής.
Εμείς από την πλευρά μας έχουμε ολοκληρώσει την πρώτη προκαταρκτική μελέτη σκοπιμότητας για χωροθέτηση πυρηνικού έργου στην Ελλάδα. Σήμερα, θα είμαστε σε θέση να ανακοινώσουμε τα πρώτα αποτελέσματα στο ελληνικό κοινό.
Σε μια χώρα που δεν μπορεί να συμφωνήσει ούτε για τη χωροθέτηση των μονάδων διαλογής απορριμμάτων, ανησυχείτε για τις αντιδράσεις;
Φυσικά και μας απασχολούν οι αντιδράσεις και η άποψη του κόσμου. Η Ελλάδα έχει διαχρονικά δυσκολία στη χωροθέτηση ακόμη και πολύ απλούστερων υποδομών. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποφεύγουμε τις μεγάλες στρατηγικές επιλογές. Έχουμε επιλέξει από την αρχή της προσπάθειας μας να προσεγγίζουμε το θέμα με ειλικρίνεια, τεχνική τεκμηρίωση, διαφάνεια και έγκαιρη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Για να επιτύχουμε λοιπόν την κοινωνική αποδοχή πρέπει να επενδύσουμε στην εμπιστοσύνη, η οποία προϋποθέτει ότι η τοπική κοινωνία θα αντιμετωπισθεί ως εταίρος του έργου και όχι ως εμπόδιο. Έτσι λοιπόν μιλάμε ανοιχτά για τις προκλήσεις της πυρηνικής ενέργειας αλλά και για τα μακροχρόνια οφέλη για την τοπική κοινωνία, το Κράτος και τη βιομηχανία.
Αυτή άλλωστε είναι μία δοκιμασμένη πρακτική σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στη Σουηδία, στην Ολλανδία αλλά ακόμα και στη Νορβηγία στο επίπεδο των μικρών αρθρωτών αντιδραστήρων, υπάρχουν δήμοι που εξετάζουν ενεργά την προσέλκυση πυρηνικών έργων, γιατί αντιλαμβάνονται τα πιθανά αναπτυξιακά οφέλη. Οι τοπικές κοινωνίες μπορεί λοιπόν να έχουν έναν ουσιαστικό ρόλο ακόμα και στη χώρα μας στο μεγαλύτερο ιστορικό έργο που θα πραγματοποιηθεί ποτέ στην Ελλάδα.


* Ο Διονύσης Χιώνης και ο Στάθης Βλασσόπουλος είναι Διπλωματούχοι Μηχανολόγοι Μηχανικοί του ΕΜΠ με μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές στην πυρηνική φυσική και τεχνολογία στην Ελβετία και ιδρυτές της Athlos Energy.
