Ρουσφέτι: Το πρόβλημα δεν είναι η κουλτούρα, αλλά οι θεσμοί

Κάθε φορά που συζητάμε για το ρουσφέτι, η δημόσια κουβέντα πέφτει στην ίδια παγίδα. Άλλοι λένε ότι φταίνε οι πολίτες, επειδή ζητούν εξυπηρετήσεις. Άλλοι κατηγορούν τους πολιτικούς, επειδή τις προσφέρουν. Και οι δύο απαντήσεις αστοχούν. Το ρουσφέτι δεν είναι πρωτίστως ηθικό πρόβλημα. Είναι θεσμικό. Δεν γεννιέται από κάποιο εθνικό ελάττωμα ούτε από μια ξαφνική ηθική κατάρρευση της πολιτικής τάξης. Γεννιέται εκεί όπου οι κανόνες είναι ασαφείς, οι διαδικασίες περίπλοκες και η εξουσία έχει υπερβολική διακριτική ευχέρεια.

Αυτό είναι το πραγματικό κέντρο του ζητήματος. Όταν ο νόμος δεν εφαρμόζεται με σταθερό και προβλέψιμο τρόπο, τότε η προσωπική παρέμβαση αποκτά αξία. Όταν μια άδεια, μια μετάθεση, μια πρόσληψη, μια επιδότηση ή μια εξαίρεση εξαρτάται από την κρίση του εκάστοτε αξιωματούχου, τότε ο πολίτης αναζητεί προστάτη. Και ο πολιτικός σπεύδει να προσφερθεί ως μεσολαβητής. Δεν έχουμε λοιπόν δύο ανεξάρτητες παθογένειες, μία κοινωνική και μία πολιτική. Έχουμε ένα σύστημα που παράγει και ανταμείβει την πελατειακή σχέση.

Εδώ βρίσκεται η κατάρα της διακριτικής ευχέρειας. Όσο περισσότερος χώρος αφήνεται στην προσωπική απόφαση του κρατικού παράγοντα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία της γνωριμίας. Το ρουσφέτι δεν είναι παρέκκλιση από το σύστημα. Είναι η φυσική του συνέπεια. Σε ένα κράτος που λειτουργεί με γενικούς, σαφείς και απρόσωπους κανόνες, ο πολίτης δεν χρειάζεται πολιτικό μέσον. Σε ένα κράτος που λειτουργεί με εξαιρέσεις, παραθυράκια και αδιαφάνεια, το μέσον γίνεται σχεδόν αναγκαίο εργαλείο επιβίωσης.

Αυτό ακριβώς περιγράφει και η θεωρία των extractive institutions του Acemoglu. Οι εξαγωγικοί θεσμοί δεν είναι μόνο εκείνοι που μεταφέρουν πλούτο από τους πολλούς στους λίγους. Είναι και εκείνοι που οργανώνουν την κοινωνία γύρω από την εξάρτηση. Δεν κατοχυρώνουν ίσους κανόνες για όλους, αλλά διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου ορισμένοι ελέγχουν την πρόσβαση στις ευκαιρίες. Το ρουσφέτι είναι ένας καθημερινός μηχανισμός αυτής της εξάρτησης. Δεν προσφέρει δικαιοσύνη. Προσφέρει επιλεκτική πρόσβαση. Δεν ενισχύει την ισονομία. Την υπονομεύει.

Η σχολή της Δημόσιας Επιλογής δίνει μια ακόμη πιο ρεαλιστική εξήγηση. Οι πολιτικοί δεν ενεργούν ως αμερόληπτοι διαχειριστές του κοινού καλού. Οι ψηφοφόροι δεν ενεργούν ως αφηρημένοι φορείς πολιτικής αρετής. Και οι γραφειοκράτες δεν λειτουργούν σαν άψυχες μηχανές ουδετερότητας. Όλοι ανταποκρίνονται σε κίνητρα. Ο πολιτικός θέλει ψήφους και δίκτυα εξάρτησης. Ο ψηφοφόρος θέλει να λύσει το πρόβλημά του γρήγορα. Ο γραφειοκράτης θέλει να διατηρήσει εξουσία και έλεγχο. Αν το θεσμικό πλαίσιο επιτρέπει ανταλλαγές εύνοιας, τότε αυτές θα πολλαπλασιαστούν. Όχι επειδή οι άνθρωποι είναι ιδιαιτέρως διεφθαρμένοι, αλλά επειδή το σύστημα καθιστά τη διαφθορά ορθολογική επιλογή.

Άρα η λύση δεν είναι τα ηθικά κηρύγματα. Δεν θα εξαφανίσουμε το ρουσφέτι με εκκλήσεις περί πολιτικής παιδείας ούτε με ρομαντικές απαιτήσεις να εμφανιστούν καλύτεροι άνθρωποι. Η λύση είναι να περιοριστεί δραστικά η διακριτική ευχέρεια του κράτους. Χρειαζόμαστε απλούς κανόνες, διαφάνεια, αυτοματοποιημένες διαδικασίες, λογοδοσία και διοίκηση που να δεσμεύεται από τον νόμο αντί να αυτοσχεδιάζει. Εκεί πεθαίνει το ρουσφέτι. Όχι στη σφαίρα της ηθικής καταγγελίας, αλλά στη σφαίρα των θεσμικών κινήτρων.

Το ρουσφέτι λοιπόν δεν είναι αναπόφευκτο στοιχείο της ελληνικής κουλτούρας. Είναι το προβλέψιμο προϊόν ενός κράτους που μοιράζει προνόμια αντί να εγγυάται δικαιώματα. Και όσο δεν αλλάζουμε αυτό το κράτος, θα συνεχίζουμε να κατηγορούμε πρόσωπα για αμαρτίες που στην πραγματικότητα παράγουν οι θεσμοί.