Στην Ιαπωνία του 16ου και 17ου αιώνα, ξεκίνησε μία παράδοση. Μία αποκλειστικά γυναικεία παράδοση, η οποία σήμερα είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές της χώρας. Εκείνους τους αιώνες, άρχισαν να εμφανίζονται οι γκέισες.
Για πολύ καιρό, οι γκέισες ήταν παρεξηγημένες. Είχαν πέσει θύματα παραπληροφόρησης στον δυτικό κόσμο. Η αλήθεια είναι, ότι η ιστορία τους ξεκινάει από την μόρφωση και τον κόσμο του θεάτρου. Οι πρώτες γκέισες μάλιστα, ήταν όχι γυναίκες, αλλά άνδρες (ποιος να το περίμενε σωστά;). Άνδρες που βάφονταν και ντύνονταν κατάλληλα για να ψυχαγωγήσουν ένα συγκεκριμένο κοινό, οι οποίοι λέγονταν «ταϊκομότσι».
Στην πορεία, οι ταϊκομότσι άρχισαν κάποια στιγμή να μην έχουν μεγάλη ζήτηση, άρα ούτε και δουλειά. Έτσι, συνεργάστηκαν με γυναίκες, οι οποίες έμαθαν την δουλειά τους και τελικά, μάλλον επειδή την έκαναν καλύτερα από αυτούς, την υιοθέτησαν πλήρως. Κάπως έτσι «γεννήθηκαν» οι γκέισες.
Ενώ στην αρχή, οι ταϊκομότσι δραστηριοποιούνταν στο τότε Έντο, δηλαδή το σημερινό Τόκυο, οι γκέισες μετέφεραν το κέντρο των δραστηριοτήτων τους στο Κιότο, το οποίο έγινε το κέντρο της κουλτούρας τους.
Όταν τις ανακάλυψαν οι ξένοι επισκέπτες κάνα δυο αιώνες μετά, μπερδεύτηκαν. Νόμιζαν (και έκαναν και όλο τον υπόλοιπο κόσμο να νομίζει), ότι αποτελούν ιερόδουλες πολυτελείας. Λανθασμένη αντίληψη, καθώς στις γκέισες απαγορεύονταν αυστηρά οι σεξουαλικές σχέσεις. Τις μπέρδεψαν με τις λεγόμενες «οϊράν», τις πραγματικές γιαπωνέζες ιερόδουλες και αυτό λόγω της εμφάνισής τους. Οι οϊράν βάφονταν και ντύνονταν ακριβώς το ίδιο με τις γκέισες, με μία μόνο διαφορά. Εκείνες έδεναν την ζώνη τους μπροστά από το κιμονό τους, ενώ οι γκέισες την έδεναν πίσω από την μέση τους.
Τα επαγγέλματά τους διέφεραν σε πάρα πολλά πράγματα. Η ίδια η λέξη στα ιαπωνικά, «geisha», σημαίνει «άτομο της τέχνης». Οι γκέισες, σε ηλικία 15-20 ετών ξεκινούσαν μια πάρα πολύ αυστηρή εκπαίδευση, η οποία κόστιζε ακριβά. Έμπαιναν στους οίκους γκεϊσών, τους λεγόμενους «οκίγια» και γίνονταν μαθητευόμενες των μεγαλύτερων σε ηλικία γυναικών που τους διοικούσαν.
Στους οκίγια, υπήρχε σειρά ιεραρχίας. Όλες οι μαθητευόμενες, αναφέρονταν ως «maiko» («μάικο»). Όταν έμπαιναν στους οκίγια, ήταν οι «σικόμι», αυτές που λειτουργούσαν ως υπηρέτριες του σπιτιού, κάνοντας όλες τις δουλειές. Μετά από κάποιο διάστημα, γίνονταν «μιναράι». Απαλλάσσονταν από τις δουλειές του σπιτιού και ξεκινούσαν την κύρια βασική τους εκπαίδευση.
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά τους, ήταν πάντα η ιδιαίτερη εμφάνισή τους. Βάφονταν με ένα κατάλευκο μέικ-απ και έντονο κόκκινο κραγιόν. Ντυνόντουσαν με πλούσια διακοσμημένα, χρωματιστά κιμονό και φορούσαν μαύρες περούκες με ευφάνταστα, «γεωμετρικά» χτενίσματα.
Στους οίκους οκίγια, εφαρμοζόταν ένα σύστημα μετάδοσης γνώσεων και δεξιοτήτων. Στην Ιαπωνία, αντιπροσώπευαν τις μορφωμένες γυναίκες. Οι γκέισες, μάθαιναν σε όλες τις μάικο την τελετουργία του τσαγιού, καλλιγραφία, παραδοσιακούς ιαπωνικούς χορούς και να παίζουν παραδοσιακά ιαπωνικά μουσικά όργανα. Είχαν δηλαδή μια παιδεία, που αφορούσε κυρίως τις τέχνες.
Όταν τελείωνε η εκπαίδευσή τους, οι μάικο έφταναν στον υψηλότερο βαθμό της μόρφωσής τους και γίνονταν γκέισες. Από εκεί και πέρα, έχοντας διαλέξει η καθεμία ένα νέο όνομα για τον εαυτό της, με το οποίο θα πορευόταν ως γκέισα, άρχιζε να ασκεί το επάγγελμά της. Αυτό περιλάμβανε κυρίως την ψυχαγωγία ανδρών. Όχι, όμως, όπως θα την σκέφτονταν οι περισσότεροι. Οι γκέισες πρόφεραν μια ποιοτική, καλλιτεχνική ψυχαγωγία και ηρεμία στον επισκέπτη. Έφτιαχναν τσάι, χόρευαν τέλεια και έπαιζαν εξωτική μουσική με το σαμισέν (ιαπωνικό έγχορδο μουσικό όργανο) και το σακουχάτσι (φλάουτο από μπαμπού). Για τα υπόλοιπα, υπήρχαν εξάλλου οι οϊράν (οι κανονικές ιερόδουλες).
Υπήρχαν κορίτσια πλούσιων μάλλον οικογενειών που έμπαιναν στους οκίγια, πληρώνοντας κανονικά δίδακτρα. Άλλα κορίτσια, πουλιούνταν στους οίκους των γκεϊσών, οι οποίες ουσιαστικά τα «υιοθετούσαν». Όταν μια γκέισα ήθελε να παντρευτεί, σταματούσε να ασκεί το επάγγελμά της. Οι κόρες γκεϊσών, έμπαιναν αυτόματα στους οκίγια κατευθείαν ως γκέισες.
Σήμερα, το επάγγελμά τους είναι σπάνιο. Παραμένει βέβαια εξαιρετικά ακριβό… Μια συνάντηση με μια γκέισα κοστίζει περίπου 700 € (το λιγότερο). Γκέισες υπάρχουν πλέον κυρίως στο Κιότο, αλλά κι αυτές είναι σπάνιο να τις δουν όχι μόνο οι τουρίστες, αλλά ακόμα και οι μόνιμοι κάτοικοι. Συνεχίζουν μια πολιτιστική παράδοση, που χαρακτηρίζει πλέον την χώρα της Ιαπωνίας και κρατούν καλά κρυμμένα τα επαγγελματικά μυστικά τους.
Βιβλιογραφία:
