Οι παλιοί την είχαν αποθεώσει στο απόγειο της καριέρας της. Οι νέοι, μάλλον την θυμούνται ως μια από τις μεγάλες μορφές του παλιού κλασικού ελληνικού κινηματογράφου. Από τα έργα και τις ταινίες με άλλους σπουδαίους καλλιτέχνες του θεατρικού και κινηματογραφικού χώρου, που άφησαν εποχή.
Στις 21 Ιουνίου 1934, σε μια από τις γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, στο Κουκάκι, γεννήθηκε ένα κορίτσι. Η Μαριάνθη Κοντού. Η Μάρω. Ορφανή από πατέρα απ’ όταν ήταν 2 ετών, η Μάρω μεγάλωσε μαζί με την μητέρα και την γιαγιά της. Παρά το γεγονός ότι ο πατέρας της ήταν έμπορος από τον Πειραιά, με καταγωγή από τα Ψαρά, λέγεται ότι είχε επίσης μια κλίση προς τις τέχνες.
Χαρακτηριστικό που μάλλον κληρονόμησε και η κόρη του. Η Μάρω Κοντού, αφού αποφοίτησε από το Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων Μακρυγιάννη, μπήκε στη σημερινή Κρατική Σχολή Χορού. Οι σπουδές της όμως επεκτάθηκαν και αλλού. Φοίτησε και πήρε το πτυχίο του τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η καλλιτεχνική της φύση κέρδισε τελικά, προσφέροντάς της μία θέση στον χορό της Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου. Κομβική στιγμή για την έναρξη, αλλά και τη συνέχεια της μετέπειτα καριέρας της, ήταν η ανακάλυψή της από έναν άλλο διάσημο και πολυαγαπημένο ηθοποιό του ελληνικού κινηματογράφου, τον Ντίνο Ηλιόπουλο.
Ήταν καιρός να πάρει την άδεια εξασκήσεως του επαγγέλματος του ηθοποιού από την Ανώτατη Κρατική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Το σινεμά, ήταν το επόμενο σκαλοπάτι το οποίο δεν άργησε πολύ να ανέβει. Η ομορφιά της και φυσικά το ήδη αναγνωρίσιμο ταλέντο της, επέτρεψαν την ταχεία ανέλιξή της και την ευκαιρία να καθιερωθεί ως μία από τις γνωστότερες μορφές του χώρου.
Το πρώτο της βήμα στο σινεμά έγινε το 1954 στο «Χαρούμενο Ξεκίνημα», αλλά ορόσημο στάθηκε το 1959, όταν ο Δημήτρης Χορν την επέλεξε ως συμπρωταγωνίστριά του στο «Ρομανσέρο». Η τριετής συνεργασία τους αποτέλεσε μια πραγματική σχολή για την ίδια, ανοίγοντάς της τον δρόμο για μεγάλους πρωταγωνιστικούς ρόλους, με αποκορύφωμα την κοινή τους εμφάνιση στην ταινία «Αλίμονο στους νέους» το 1961.
Έκτοτε, η ανέλιξή της υπήρξε καταιγιστική, καθιερώνοντάς την ως μία από τις πιο λαμπερές ντίβες του ελληνικού κινηματογράφου. Μέσα από εμβληματικούς ρόλους, όπως της σικάτης αριστοκράτισσας στο «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» ή της θρυλικής «κυρίας Κοκοβίκου», η Μάρω Κοντού σφράγισε τη χρυσή εποχή της τέχνης, κερδίζοντας τη διαχρονική αγάπη του κοινού με την απαράμιλλη φινέτσα της.
Ιδιαίτερο και αναπόσπαστο κεφάλαιο στην καλλιτεχνική της πορεία αποτέλεσε η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, με τον οποίο συνέθεσε ένα από τα πιο ταιριαστά, κομψά και εμπορικά ζευγάρια της μεγάλης οθόνης. Συνυπήρξαν πρωταγωνιστικά σε συνολικά 13 ταινίες —μεταξύ των οποίων οι αξέχαστες επιτυχίες «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι», «Ο γεροντοκόρος» και «Ο μπλοφατζής»— κερδίζοντας την απόλυτη λατρεία του κοινού.
Η υποκριτική τους χημεία βασιζόταν σε μια σπάνια επαγγελματική ταύτιση, καθώς η αστική φινέτσα και η δυναμική προσωπικότητα της Μάρως Κοντού εξισορροπούσαν ιδανικά τον εκρηκτικό, αυθόρμητο και συχνά «βροντερό» χαρακτήρα του Κωνσταντάρα. Αν και οι φήμες της εποχής τους ήθελαν μαζί και στην πραγματική ζωή, οι δυο τους διατήρησαν μια βαθιά, ειλικρινή φιλία, αφήνοντας πίσω τους μια κοινή κληρονομιά που συνεχίζει να σκορπά το γέλιο και τη νοσταλγία μέχρι σήμερα.
Πέρα όμως από αυτό το εμβληματικό καλλιτεχνικό δίδυμο, η Μάρω Κοντού συμπορεύτηκε με τα μεγαλύτερα ονόματα της «χρυσής εποχής» του σινεμά, επιδεικνύοντας μια σπάνια ερμηνευτική προσαρμοστικότητα. Συνεργάστηκε μοναδικά με τον Αλέκο Αλεξανδράκη στην κοσμοπολίτικη κωμωδία «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», μοιράστηκε το πλατό με τη Ρένα Βλαχοπούλου στην ταινία «Η Σοφερίνα», ενώ ένωσε το ταλέντο της με τον Θανάση Βέγγο στο «Το Μεγάλο Κανόνι».
Έπαιξε συνολικά σε 61 ταινίες και 90 θεατρικά έργα. Εμφανίστηκε επίσης σε επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές, διέθετε μια εξαιρετική φωνή —όπως ακούμε σε διάφορα τραγούδια ταινιών— ενώ είχε ιδιαίτερη έφεση και στη ζωγραφική. Παράλληλα, συνεργάστηκε υποδειγματικά με τον Ντίνο Ηλιόπουλο, τη Μαίρη Χρονοπούλου, τον Νίκο Ρίζο, καθώς και με την αείμνηστη Ειρήνη Παππά.
Η Μάρω Κοντού διέγραψε μια λαμπρή πορεία στον κόσμο του ελληνικού θεάματος και θα μείνει στη μνήμη όλων μας, μέσα από την παρακαταθήκη που έχει αφήσει. Στις 15 Ιουλίου 2026, μας αποχαιρέτησε η γοητευτική, ταλαντούχα, φινετσάτη, αλλά και δυναμική κυρία του ελληνικού κινηματογράφου.
