Θ. Κοντογεώργης: Ευκαιρία προβληματισμού για το δημόσιο λόγο και τη δημοκρατία μας η συνταγματική αναθεώρηση  

Θ. Κοντογεώργης: Ευκαιρία προβληματισμού για το δημόσιο λόγο και τη δημοκρατία μας η συνταγματική αναθεώρηση  

Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ Θανάσης Κοντογεώργης αναφέρεται στην βαθιά πολιτική και απολύτως επίκαιρη ανάγκη για διάλογο «σε μια περίοδο όπου οι διαφωνίες συχνά μετατρέπονται σε κραυγές και ο δημόσιος λόγος διολισθαίνει εύκολα στην τοξικότητα, το ερώτημα δεν είναι αν θα διαφωνήσουμε. Αυτό είναι δεδομένο στη δημοκρατία. Το ερώτημα είναι πώς διαφωνούμε και τι παράγει αυτή η διαφωνία».

Όπως σημειώνει: 

«Η συζήτηση που άνοιξε για τη συνταγματική αναθεώρηση, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, μας φέρνει ακριβώς στον πυρήνα αυτού του προβληματισμού. Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι μια κομματική άσκηση. Υπερβαίνει την εκάστοτε πολιτική συγκυρία και μας οδηγεί στον πυρήνα της δημοκρατίας μας. Είναι μια ευκαιρία, αλλά και μια πρόκληση για το σύνολο του πολιτικού συστήματος ή, τουλάχιστον, για όσους αντιλαμβάνονται την ευθύνη που συνεπάγεται η συμμετοχή στον δημόσιο βίο.

Το Σύνταγμα του 1975 εμπέδωσε και εμβάθυνε τη Δημοκρατία μας. Δεν είναι, όμως, αποκομμένο από την κοινωνία ούτε από τις σύγχρονες προκλήσεις. Η κοινωνία αλλάζει, τα ζητήματα μετασχηματίζονται. Είναι, λοιπόν, θεμιτό και αναγκαίο να συζητήσουμε πώς το θεσμικό μας πλαίσιο μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα σε όσα μας απασχολούν στο παρόν και στο μέλλον και διαμορφώνουν τους όρους λειτουργίας μιας σύγχρονα οργανωμένης και δίκαιης Πολιτείας.

Σε αυτή τη συζήτηση είναι αυτονόητο ότι δεν θα συμφωνήσουμε σε όλα. Η συναίνεση δεν σημαίνει ομοφωνία ούτε άρση των πολιτικών διαφορών. Σημαίνει, όμως, κάτι πιο βαθύ: τη δυνατότητα να ακούμε ο ένας τον άλλον, να επιχειρηματολογούμε με καθαρότητα και να αναζητούμε πεδία σύγκλισης στα ζητήματα που αγγίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας μας, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τη σταθερότητα της χώρας.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί μια κορυφαία κοινοβουλευτική και θεσμική διαδικασία . Και ακριβώς γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο ευκαιριακής αντιπαράθεσης ή να χαθεί μέσα σε ένα σύννεφο τοξικότητας που καλύπτει την ένδεια προτάσεων. Όταν ο δημόσιος διάλογος εκφυλίζεται, έδαφος κερδίζουν εκείνοι που αμφισβητούν την ίδια τη δημοκρατία.

Υπάρχει ένα ευρύ πεδίο θεμάτων για τα οποία η χώρα οφείλει να συζητήσει σοβαρά: συνταγματική αναθεώρηση, παιδεία και εθνικό απολυτήριο, περιφερειακή ανάπτυξη, πρωτογενής τομέας και το μέλλον του, κρίσιμα εθνικά ζητήματα. Δεν είναι θέματα που λύνονται με συνθήματα. Απαιτούν γνώση, ψυχραιμία και διάθεση συνεννόησης.

Κάθε πολίτης θα κάνει την επιλογή του όταν έρθει η ώρα των εκλογών. Αξιολογώντας προτάσεις, θέσεις και συμπεριφορές. Η ποιότητα, όμως, της δημοκρατίας μας δεν κρίνεται μόνο στην κάλπη. Κρίνεται καθημερινά από το ύφος του δημόσιου λόγου, από το αν αφήνουμε χώρο στις ψύχραιμες φωνές, από το αν μπορούμε να διαφωνούμε χωρίς να διχάζουμε.

Η δημοκρατία καλείται να αντέξει τη διαφωνία χωρίς να διαλυθεί, να ξεχωρίσει τον σκληρό αλλά έντιμο διάλογο από τον διχαστικό λόγο που υπονομεύει τα πάντα και τους πάντες.

Αν θέλουμε μια χώρα με αυτοπεποίθηση, θεσμική σοβαρότητα και προοπτική, οφείλουμε να καλλιεργήσουμε αυτήν ακριβώς την κουλτούρα: να συζητάμε, να ακούμε, να διαφωνούμε, χωρίς να ακυρώνουμε ο ένας τον άλλον. Αυτός είναι ο δρόμος της δημοκρατικής ωριμότητας. Και είναι δρόμος ευθύνης».