Παύλος Γερουλάνος: Υπάρχει κεντροδεξιά ευρωπαϊκού τύπου στην Ελλάδα;
Φιλελεύθερο Forum

Παύλος Γερουλάνος: Υπάρχει κεντροδεξιά ευρωπαϊκού τύπου στην Ελλάδα;

Όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής έδεσε την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, δεν έκανε απλώς μια διπλωματική επιλογή. Έκανε μια πράξη εμπιστοσύνης: ότι οι θεσμοί της Ελληνικής Δημοκρατίας θα μπορέσουν μια μέρα να σταθούν ισότιμα στο ύψος των αντίστοιχων θεσμών των μεγάλων δημοκρατιών της Δύσης. Θεσμών που γέννησαν και ωρίμασαν οι πεποιθήσεις του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ήταν μια φιλελεύθερη πράξη, ανεξάρτητα από τις όποιες τεκμηριωμένες αντιρρήσεις για την ετοιμότητά τους να ανταπεξέλθουν στην πρόκληση.

Μισό αιώνα μετά, αξίζει να θέσουμε ένα δύσκολο ερώτημα: υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα κεντροδεξιά ευρωπαϊκού τύπου; Όχι ένα κόμμα εξουσίας δεξιά του κέντρου· αυτό υπάρχει. Αλλά ένα κόμμα που πιστεύει, και κυρίως εφαρμόζει, τις ιδέες που γέννησαν τη φιλελεύθερη παράδοση: τον σεβασμό του κράτους δικαίου, τον υγιή ανταγωνισμό αντί της προνομιακής προστασίας, την αξιοκρατία αντί της καταγωγής, τη διάχυση και τον έλεγχο της εξουσίας αντί της συγκέντρωσής της. Ιδέες που οδηγούν στην απελευθέρωση του πολίτη από πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξαρτήσεις.

Η απάντηση είναι όχι. Και το αίτιο δεν είναι συγκυριακό. Βρίσκεται στον ίδιο τον τρόπο που συγκροτήθηκε, και που ασκεί εξουσία η Νέα Δημοκρατία. Ας το δούμε σε τρία επίπεδα: το εθνικό, το κοινωνικό και το ατομικό.

Σε εθνικό επίπεδο, το βαθύτερο αντανακλαστικό της ελληνικής δεξιάς δεν ήταν ποτέ η αυτοπεποίθηση· ήταν η εξάρτηση. Η πεποίθηση ότι αυτή η χώρα, σε αυτή τη γειτονιά, δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της χωρίς την προστασία ενός ισχυρού. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα υπήρξε η εξαίρεση, και γι’ αυτό ακριβώς ήταν τόσο τολμηρή. Αλλά δεν ήταν ο κανόνας.

Για να είμαστε ξεκάθαροι, εξάρτηση δεν σημαίνει να ανήκεις σε συμμαχία. Εξάρτηση σημαίνει υποταγή: απλή, αν όχι τυφλή, παρακολούθηση των αποφάσεων ενός προστάτη με την ελπίδα μια μέρα να στο ανταποδώσει, επειδή πιστεύεις ότι δεν μπορείς να σταθείς στις δικές σου δυνάμεις. Η ένταξη στην Ευρώπη ήταν το αντίθετο. Η Ελλάδα μπήκε ως μέλος με ψήφο και άποψη σε μια κοινότητα κανόνων, και κατά καιρούς, άσκησε επιτυχώς τα δικαιώματά της ως ισότιμο μέλος. Και ακριβώς επειδή στάθηκε γερά αγκυρωμένη στις συμμαχίες της, απέκτησε το έδαφος να ασκήσει πολυδιάστατη πολιτική ως γέφυρα της συμμαχίας στην ευρύτερη περιοχή. Η άγκυρα και η γέφυρα δεν αντιφάσκουν· η δεύτερη προϋποθέτει την πρώτη. 

Η δεξιά όμως δεν απαλλάχθηκε ποτέ από το αντανακλαστικό της παθητικής υποταγής. Αυτόν τον κανόνα ανέτρεψε ο Ανδρέας Παπανδρέου, πεπεισμένος ότι η Ελλάδα δυναμώνει όταν γίνεται γέφυρα λαών, πολιτισμών και θρησκειών και μαραζώνει όταν γίνεται σύνορο μεταξύ τους. Και έτσι επιβλήθηκε η ιδέα μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, όπου η Ελλάδα παίζει ενεργό ρόλο μέσα στις συμμαχίες της, αξιοποιώντας τη θέση της και τη δυνατότητα να χτίζει εμπιστοσύνη με ανατολή και δύση, βορρά και νότο. 

Αυτήν την πολιτική άσκησαν με συνέπεια ο Κώστας Σημίτης και ο Γιώργος Παπανδρέου, όταν η Ελλάδα διαμεσολαβούσε σε όλα τα ανοιχτά μέτωπα της εποχής. Ακόμα και στην κρίση της Σερβίας, η Ελλάδα ήταν η τελευταία χώρα που έφυγε από το πλευρό του Μιλόσεβιτς και η πρώτη που στάθηκε δίπλα στον Κοστούνιτσα. Το κύρος που απέκτησε από αυτόν τον διαμεσολαβητικό ρόλο στα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να πειστεί η Ευρώπη να την εντάξει στον πυρήνα της, αλλά και να δεχθεί την Κύπρο στους κόλπους της, παρά τις αντιστάσεις.

Και σήμερα; Ακόμη και ένας πρωθυπουργός που αγωνιά να εμφανίζεται φιλελεύθερος και εξωστρεφής δεν δείχνει απαλλαγμένος από το παλιό αντανακλαστικό. Αντί να διεκδικεί τον ρόλο του διαμεσολαβητή σε μια περιοχή που βράζει, από την Ουκρανία ως τη Μέση Ανατολή, η χώρα παρακολουθεί τις εξελίξεις και αναζητά πρόσβαση μέσω τρίτων. Η εξάρτηση άλλαξε διεύθυνση· δεν εξαφανίστηκε.

Σε κοινωνικό επίπεδο, το παράδοξο γίνεται οξύτερο και εκφράζεται στις τεράστιες ανισότητες που ενσυνείδητα αναπτύσσει η ελληνική δεξιά. Όσοι παρουσιάζονται, για παράδειγμα, ως υπερασπιστές της ελεύθερης αγοράς θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι που καταγγέλλουν το ελληνικό μοντέλο των «εθνικών πρωταθλητών». Διότι ο τρόπος με τον οποίο η δεξιά στηρίζει διαχρονικά συγκεκριμένα συμφέροντα — νομοθετικές προστασίες τύπου καμποτάζ, κονδύλια από κρατικές ή εξαρτημένες τράπεζες, κλειστά ολιγοπωλιακά περιβάλλοντα — δεν χτίζει πρωταθλητές. Χτίζει εθνικά παράσιτα: επιχειρήσεις που δεν αντέχουν τον παγκόσμιο ανταγωνισμό χωρίς επιδότηση, προστασία ή εγχώρια αισχροκέρδεια.

Εδώ είναι το σημείο όπου ένας φιλελεύθερος οφείλει να σταθεί: το μόνο χειρότερο από το κρατικό μονοπώλιο είναι η ιδιωτική ολιγαρχία. Το πρώτο, τουλάχιστον θεωρητικά, λογοδοτεί στον ψηφοφόρο. Η δεύτερη δεν λογοδοτεί σε κανέναν. Το τραπεζικό μας σύστημα είναι το πιο καθαρό παράδειγμα μιας αγοράς που ονομάζεται ελεύθερη και λειτουργεί ως κλειστή λέσχη. Μια πραγματικά κεντροδεξιά παράταξη θα θεωρούσε τους «εθνικούς πρωταθλητές», όπως φτιάχνονται στην Ελλάδα, τον μεγαλύτερό της εχθρό. Όχι σύμμαχο.

Σε ατομικό επίπεδο, η εικόνα δεν είναι καλύτερη. Υπάρχουν στιγμές που η δεξιά εκπλήσσει θετικά όπως ο γάμος των ομόφυλων ζευγαριών και η ρητορική περί πράσινης ανάπτυξης που δημιούργησε φιλελεύθερες προσδοκίες εκδημοκρατισμού της παραγωγής ενέργειας και εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Πολύ γρήγορα όμως οι προοδευτικές προσεγγίσεις υποχώρησαν καθώς άλλαζε το διεθνές κλίμα και ο συσχετισμός των δυνάμεων. Τα φύλα έγιναν πάλι δύο, και η ελληνική δεξιά μας μετέφερε από μία ενεργειακή εξάρτηση σε μια νέα ολιγοπωλιακή εξάρτηση. Πεποιθήσεις που κρατούν μόνο όσο βολεύουν δεν είναι πεποιθήσεις· είναι τακτικές.

Για τα κόμματα δεξιά του κέντρου, η βασική ιδέα της απελευθέρωσης του πολίτη από τις διάφορες πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξαρτήσεις δεν είναι προτεραιότητα. Η απελευθέρωση αυτή, άλλωστε, δεν είναι αφηρημένη ιδέα. Είναι ζήτημα θεσμών. Όποιος δυσπιστεί απέναντι στη συγκέντρωση της εξουσίας χτίζει αντίβαρα: ανεξάρτητες αρχές, ισχυρή τοπική αυτοδιοίκηση, επιμελητήρια, φορείς που φέρνουν τη λογοδοσία πιο κοντά στον πολίτη. Αυτή η λογική, η διάχυση της εξουσίας για χάρη της λογοδοσίας, είναι κατά βάθος βαθιά φιλελεύθερη.

Το «επιτελικό κράτος», από την άλλη, αποδείχθηκε στην πράξη πιο συγκεντρωτικό και πελατειακό από όσο θα τολμούσε να φανταστεί η παλιά λαϊκή δεξιά. Όταν ξεσπά μια υπόθεση όπως εκείνη των παρακολουθήσεων και το κυβερνητικό σύστημα την αντιμετωπίζει ως ενόχληση αντί ως θεσμικό σκάνδαλο, το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Είναι κουλτούρα εξουσίας.

Κουλτούρα εξουσίας είναι και η διάθεση της ελληνικής Δεξιάς να χωρίζει τους πολίτες σε «άριστους» και «άχρηστους». Η «αριστεία», όπως την εννοεί η Νέα Δημοκρατία, αφορούσε πάντοτε τη σύγκριση μεταξύ λίγων. Το κόμμα γεννήθηκε φατριοκρατούμενο, και τα στελέχη χωρίς το προνόμιο της καταγωγής βρίσκονταν συστηματικά στο περιθώριο της ηγεσίας. Αυτή η οικογενειοκρατούμενη δομή του κόμματος την κρατάει από το να μπορεί να πιστέψει και να υιοθετήσει φιλελεύθερες ιδέες που θα την καθιστούσαν σύγχρονη κεντροδεξιά.

Η διαφορά με την παράταξη από την οποία προέρχομαι είναι δομική, και μετριέται στα αποτελέσματα. Το ΠΑΣΟΚ ανέδειξε στην ηγεσία του ανθρώπους χωρίς το προνόμιο της καταγωγής ή την ανάγκη ετεροπροσδιορισμού όπως τον Κώστα Σημίτη, τον Ευάγγελο Βενιζέλο, τον Νίκο Ανδρουλάκη. Ακόμη κι εκεί που υπήρχε όνομα, υπήρχε και λογοδοσία· ο Γιώργος Παπανδρέου χρειάστηκε να κερδίσει μια δεύτερη ευκαιρία.

Και η Φώφη Γεννηματά, αν και κόρη μεγάλης πολιτικής οικογένειας, δεν άφησε πίσω της φατρία, αλλά παρακαταθήκη δημοκρατίας. Στη Νέα Δημοκρατία συμβαίνει το αντίστροφο: όταν μια ολόκληρη κοινοβουλευτική ομάδα κινητοποιείται για να διασώσει ένα όνομα, και ο αρχηγός το επαναφέρει στο ψηφοδέλτιο παρόλο που ανήκει σε άλλη μεγάλη οικογένεια, αυτό δεν είναι αξιοκρατία. Είναι φιλοσοφία υποτέλειας. Όποιος μαθαίνει να του σκύβουν το κεφάλι, σκύβει και ο ίδιος μπροστά στην πρώτη δύναμη μεγαλύτερη από τη δική του.

Οι ιδέες που μπόλιασαν τόσο την κεντροδεξιά όσο και την κεντροαριστερά στην Ευρώπη, οι ιδέες του Διαφωτισμού, απαιτούν τον σεβασμό κρατών, κοινωνιών και ατόμων χωρίς εκπτώσεις. Απαιτούν ένα κράτος που εγγυάται την ισοπολιτεία, τη συμμετοχή στη λήψη των αποφάσεων, την ασφάλεια και το δικαίωμα του καθενός να δημιουργεί ελεύθερος. Με αυτά τα μέτρα, και όχι με τη ρητορική, κρίνεται αν ένα κόμμα είναι φιλελεύθερο.

Ο τρόπος που η σημερινή Νέα Δημοκρατία αντιλαμβάνεται και ασκεί την εξουσία δύσκολα θα της επιτρέψει να γίνει το κόμμα που οραματίστηκε ο Καραμανλής όταν έδεσε τη χώρα στην Ευρώπη. Το ερώτημα του τίτλου, επομένως, μπορεί να έχει απαντηθεί αλλά παραμένει εκκρεμές για όλους όσοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο φιλελευθερισμός είναι κάτι περισσότερο από ετικέτα. Το πού θα βρουν στέγη αυτές οι ιδέες είναι, ίσως, το πιο ενδιαφέρον πολιτικό ερώτημα της επόμενης δεκαετίας.