Όταν η συνεννόηση παρουσιάζεται ως προδοσία

Όταν η συνεννόηση παρουσιάζεται ως προδοσία

print_article
Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ είναι μόνο η αφορμή. Το πραγματικό πρόβλημα είναι βαθύτερο: ένα πολιτικό σύστημα που μοιάζει να έχει χάσει την ικανότητα της δημοκρατικής συνύπαρξης.

Η απόφαση του ΠΑΣΟΚ να αποκλείσει εκ των προτέρων κάθε ενδεχόμενο μελλοντικής συνεργασίας με τη Νέα Δημοκρατία είναι απολύτως κατανοητή ως κομματική στρατηγική. Εκπέμπει  ένα στίγμα πολιτικής καθαρότητας, οριοθετεί αποστάσεις και κλείνει κάθε σενάριο σύμπτωσης με την κυβερνητική παράταξη.

Το ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι μόνο κομματικό. Στην ουσία είναι βαθιά θεσμικό.

Διότι κάθε φορά που στην Ελλάδα τίθεται, έστω και θεωρητικά, η πιθανότητα συνεννόησης ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις, η δημόσια συζήτηση δεν αντιδρά σαν ώριμη δημοκρατία. Αντιδρά σχεδόν σαν να ακούει κάτι ανήθικο. Σαν η ίδια η έννοια της συνεννόησης να είναι ύποπτη. Σαν η δυνατότητα σύγκλισης να συνιστά ιδεολογική μόλυνση. Σαν το να μπορείς να συνομιλήσεις,  ή και να συμπέσεις  με έναν πολιτικό αντίπαλο να αποτελεί περίπου προδοσία.

Κι εκεί βρίσκεται το πραγματικό πρόβλημα.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι αποφάσισε το ΠΑΣΟΚ. Το ζήτημα είναι ότι στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, η ίδια η έννοια της συνεννόησης μοιάζει να έχει σχεδόν αποκλειστεί από το  λεξιλόγιο. Όχι επειδή όλες οι συνεργασίες είναι καλές. Ούτε επειδή οι διαφορές δεν είναι υπαρκτές. Αλλά επειδή έχει εμπεδωθεί μια κουλτούρα σύμφωνα με την οποία κάθε πιθανή γέφυρα πρέπει προκαταβολικά να κατεδαφίζεται, πριν καν εξεταστεί αν υπάρχουν όροι, πεδία ή λόγοι εθνικού συμφέροντος που θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν.

Αυτό, όμως, δεν είναι ένδειξη δημοκρατικής ωριμότητας. Είναι ακριβώς το αντίθετο: ένδειξη πολιτικής ανωριμότητας.

Σε κάθε συγκροτημένη δημοκρατία όμως, η δυνατότητα συνεννόησης δεν είναι παρέκκλιση. Είναι δομικό στοιχείο του συστήματος και προφανώς δεν σημαίνει ιδεολογική ταύτιση, άρση διαφορών , ότι  όλα τα κόμματα είναι ίδια και πολύ περισσότερο ότι  κάθε συνεργασία είναι θεμιτή.

Σημαίνει, όμως, κάτι πολύ πιο στοιχειώδες και πολύ πιο σοβαρό: ότι ένα πολιτικό σύστημα αναγνωρίζει οτι ενδέχεται να υπάρχουν, σε συγκεκριμένες στιγμές και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, επιμέρους ή και ουσιαστικές συμπτώσεις απόψεων ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις.

Αν αρνηθούμε ακόμη και αυτή τη δυνατότητα, τότε στην ουσία παραδεχόμαστε ότι δεν έχουμε ένα πολιτικό σύστημα ικανό να παράγει συνθέσεις, αλλά ένα σύστημα καταδικασμένο σε μόνιμη αλληλοακύρωση.

Η δημοκρατία ασφαλώς προϋποθέτει τη διαφωνία. Δεν εξαντλείται όμως μόνο σε αυτήν. Η ποιότητά της δεν κρίνεται μόνο από το πόσο έντονα συγκρούονται οι πολιτικές δυνάμεις, αλλά και από το αν μπορούν, όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, να συνομιλήσουν, να συναποφασίσουν, να υπηρετήσουν ένα ελάχιστο κοινό έδαφος προς όφελος της χώρας.

Αλλιώς, δεν έχουμε δημοκρατική λειτουργία. Έχουμε συνομιλία εις ώτα  μη ακουόντων.

Και αυτό είναι δυστυχώς ένα από τα πιο βαθιά χαρακτηριστικά της ελληνικής δημόσιας ζωής.

· Η συνεννόηση παρουσιάζεται ως ηθική έκπτωση.

· Η δυνατότητα σύγκλισης ως ιδεολογική προδοσία.

· Η πολιτική ευθύνη ως ύποπτη μετριοπάθεια.

Αντί να θεωρείται ένδειξη σοβαρότητας το να μπορείς, χωρίς να χάνεις την ταυτότητά σου, να αναγνωρίσεις ότι σε ορισμένα ζητήματα μπορεί να υπάρχουν κοινά σημεία ή αναγκαίες θεσμικές συμπτώσεις, έχουμε καταλήξει να θεωρούμε αρετή μόνο την αδιαλλαξία.

Μόνο που οι χώρες δεν κυβερνώνται με αφορισμούς.

Δεν προχωρούν όταν κάθε κόμμα υψώνει  τείχη και από πίσω πετάει πέτρες προς κάθε κατεύθυνση. Δεν λειτουργούν όταν το πολιτικό σύστημα εκπαιδεύεται μόνο στην καταγγελία και ποτέ στη διακυβέρνηση. Δεν ωριμάζουν όταν η πολιτική εξαντλείται σε αντανακλαστικά αποκλεισμών.

Προοδεύουν όταν οι πολιτικές τους δυνάμεις μπορούν να συγκρούονται σκληρά, χωρίς όμως να παραιτούνται από τη δυνατότητα θεσμικής συνύπαρξης και στοιχειώδους συνεννόησης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το ΠΑΣΟΚ όφειλε να αφήσει ανοιχτό οποιοδήποτε σενάριο συνεργασίας. Σημαίνει, όμως, ότι η επιλογή του φωτίζει κάτι βαθύτερο από μια κομματική στρατηγική: φωτίζει τη δυσκολία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να αποδεχθεί ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο μηχανισμός αντιπαράθεσης, αλλά και σύστημα συνύπαρξης.

Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο μετά από 52 χρόνια Μεταπολίτευσης. Ότι εξακολουθούμε να φερόμαστε συχνά σαν να είναι η ίδια η έννοια της συνεννόησης ασύμβατη με τη δημοκρατία. Ενώ στην πραγματικότητα ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Η συνεννόηση δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία. Η αδυναμία της είναι.


* Ο Γιώργος Βουλγαράκης είναι δικηγόρος, τ. Υπουργός.