Με τις πρώτες δημοσκοπήσεις μετά τη διαβίβαση των νέων δικογραφιών στη Βουλή να αποτυπώνουν την πίεση που δέχεται η κυβέρνηση, αλλάζοντας «πρόσημο» σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, όταν πιστωνόταν τη στάση της εν μέσω του πολέμου στο Ιράν, το Μέγαρο Μαξίμου επανακαθορίζει τη στρατηγική του και επαναφέρει στα διακυβεύματα της επόμενης κάλπης, θέματα, που πρόταξε ήδη από τις εκλογές του 2023.
Η «μάχη με το βαθύ κράτος», η αντιμετώπιση των «χρόνιων παθογενειών» και ο «πολυδιάστατος εκσυγχρονισμός» ως απάντηση, αποτέλεσαν κεντρικό μέρος της επιχειρηματολογίας του Κυριάκου Μητσοτάκη πριν τη δεύτερη θητεία του. Σήμερα, επιστρέφουν, στον απόηχο της εμπλοκής «γαλάζιων» στελεχών στις δικογραφίες του ΟΠΕΚΕΠΕ, σε μια νέα βάση, που για το Μέγαρο Μαξίμου αποτελούν αφενός όσα έχουν ήδη γίνει - για παράδειγμα ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους - αφετέρου όσα μπορούν ακόμη να γίνουν σε θεσμικό επίπεδο - όπως η πρόταση Μητσοτάκη για ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, όπως ισχύει σε 7 ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ αυτών η Γαλλία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Αυστρία.
Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ δημιουργεί νέα δεδομένα και αφήνει πολλά σε εκκρεμότητα, πριν ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατυπώσει προς τους πολίτες το διακύβευμα της κάλπης, το δίλημμα των εκλογών και εν τέλει, την πρότασή του για μια τρίτη θητεία.
Η πρόταση για πλήρη διαχωρισμό εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, στην οποία ο πρωθυπουργός προσέδωσε χαρακτήρα συνταγματικής ρύθμισης, προσθέτει ένα ακόμη καθοριστικό για την επόμενη ημέρα κεφάλαιο στη Συνταγματική Αναθεώρηση. Η συνολική πρόταση της ΝΔ δεν έχει κατατεθεί ακόμη, παρότι ο αρχικός προγραμματισμός πρόβλεπε ότι τον Απρίλιο θα αρχίσει η πρώτη συζήτηση σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, καθώς οι εξελίξεις στο γεωπολιτικό πεδίο, έθεσαν άλλα θέματα σε προτεραιότητα. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι παράλληλα με το πρόγραμμα, που η κυβερνώσα παράταξη θα προτάξει διεκδικώντας μια τρίτη τετραετία, η Συνταγματική Αναθεώρηση λαμβάνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις και μπαίνει στην «καρδιά» της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι εξελίξεις είναι τέτοιες, που η στρατηγική της κυβέρνησης για την επόμενη περίοδο, διαμορφώνεται από τρεις βασικές παραμέτρους, ενδεχομένως εξίσου σημαντικές. Πρώτον, τις επιπτώσεις στην οικονομία από τον πόλεμο στο Ιράν παραμένουν «άγνωστο Χ», με τις ανατιμήσεις στα καύσιμα να θεωρείται βέβαιο ότι θα συμπαρασύρουν το σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας σε βάθος χρόνου, με αβέβαιες πλέον και τις προβλέψεις για μεγέθη, όπως ο ρυθμός ανάπτυξης και ο πληθωρισμός. Δεύτερον, την ενίσχυση των εισοδημάτων, που αποτέλεσε την πρώτη προτεραιότητα για το Μέγαρο Μαξίμου και εξακολουθεί να ανάγεται σε πρώτιστο στόχο, με διαφορετικές συνθήκες, ωστόσο να την επηρεάζουν και το ενδεχόμενο να υπάρξει ανάγκη λήψης περαιτέρω έκτακτων μέτρων στήριξης, να είναι απολύτως πιθανό. Τρίτον, τα ζητήματα διαφάνειας, όπως προκύπτουν από τις εξελίξεις των τελευταίων δέκα ημερών και επανέρχονται με δριμύτητα, κάνοντας τις «απαντήσεις» που θα επιλέξει να δώσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, καταλυτικές για τη δυναμική της κυβέρνησης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το συνέδριο της ΝΔ τον Μάιο, ενδέχεται να αποτελέσει κρίσιμο ορόσημο, καθώς ο κ. Μητσοτάκης θα κληθεί να δώσει συγκεκριμένο στίγμα προθέσεων για τα επόμενα βήματά του, τον χρόνο των εκλογών, το πρόγραμμα του κόμματός του, ακόμη και για το ποια πρόσωπα θα περιληφθούν στα ψηφοδέλτια της ΝΔ.
Έως τώρα, από το κυβερνητικό επιτελείο διαμηνύεται για παράδειγμα, ότι με εξαίρεση τις δύο περιπτώσεις κακουργηματικής μορφής των κατηγοριών, του Κ.Καραμανλή και της Κ.Παπακώστα, οι οποίοι ανακοίνωσαν ότι δεν θα είναι υποψήφιοι, για τους υπόλοιπους βουλευτές δεν υπάρχει θέμα αποκλεισμού τους. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, τον τελευταίο λόγο έχει ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης.
Ο προβληματισμός στο Μέγαρο Μαξίμου αφορά, όμως και στο τι άλλο τελικά θα μπορούσε να προστεθεί στην πολιτική ατζέντα, με δεδομένες τις πληροφορίες ότι επίκεινται και νέες δικογραφίες. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με έναν έμμεσο τρόπο, διατυπώνεται ήδη από κυβερνητικά στελέχη ένα ερώτημα, με σαφές νόημα, για το πως είναι δυνατόν οι δικογραφίες να έρχονται σταδιακά, αλλά και πως είναι δυνατόν να υπάρχουν διαρροές του περιεχομένου τους, που μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται τελικά σε όσα φθάνουν στις αρχές.
