Κ. Πιερρακάκης στους FT: «Απολύτως απαραίτητες» πολλές από τις μεταρρυθμίσεις της Τρόικας για τη σημερινή απόδοση της χώρας
X
X

Κ. Πιερρακάκης στους FT: «Απολύτως απαραίτητες» πολλές από τις μεταρρυθμίσεις της Τρόικας για τη σημερινή απόδοση της χώρας

Πολλές από τις δύσκολες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα ως προϋπόθεση για τη διεθνή χρηματοδοτική της διάσωση ήταν «απολύτως απαραίτητες», όπως παραδέχθηκε ο υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, η Αθήνα υποχρεώθηκε από την αποκαλούμενη τρόικα —την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο— να προχωρήσει σε δραστικές περικοπές δαπανών και εκτεταμένες μεταρρυθμίσεις, προκειμένου να εξασφαλίσει χρηματοδοτική στήριξη άνω των 250 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2018.

Οι διεθνείς δανειστές είχαν βρεθεί στο επίκεντρο έντονης κριτικής από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας κατά τα πιο δύσκολα χρόνια της κρίσης χρέους, όταν η χώρα βίωσε βαθιά ύφεση, υψηλή ανεργία και έντονη πολιτική αστάθεια.

Σήμερα, ωστόσο, η Ελλάδα συγκαταλέγεται —σύμφωνα με στοιχεία του Διεθνές Νομισματικό Ταμείο— στις μόλις πέντε χώρες της Ευρωπαϊκή Ένωση που καταγράφουν πρωτογενές πλεόνασμα, δηλαδή φορολογικά έσοδα υψηλότερα από τις κρατικές δαπάνες, εξαιρουμένων των τόκων.

Ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ο οποίος είναι παράλληλα και πρόεδρος του Eurogroup, δήλωσε στους Financial Times ότι «υπήρχαν πολλές μεταρρυθμίσεις στα πλαίσια αυτών των προγραμμάτων σταθεροποίησης που ήταν απολύτως απαραίτητες».

«Ήταν η sine qua non προκειμένου να επιτευχθεί η σημερινή απόδοση», ανέφερε χαρακτηριστικά, χρησιμοποιώντας τη λατινική έκφραση που παραπέμπει σε αναγκαία προϋπόθεση.

Παράλληλα, ο υπουργός Οικονομικών σημείωσε ότι η διαχείριση της ελληνικής κρίσης από την τρόικα περιλάμβανε τόσο «θετικές» όσο και «αρνητικές» πτυχές. Όπως τόνισε, το βασικό ζητούμενο για το μέλλον είναι να αξιοποιηθούν τα διδάγματα από την ελληνική εμπειρία, ώστε σε αντίστοιχες περιπτώσεις κρατών που ενδεχομένως χρειαστούν βοήθεια να εφαρμοστούν οι πολιτικές που αποδείχθηκαν αποτελεσματικές και να αποφευχθούν εκείνες που δεν λειτούργησαν.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτίμησε την προηγούμενη εβδομάδα ότι η Ελλάδα είναι πλέον «καλά προετοιμασμένη για να αντιμετωπίσει εξωτερικά σοκ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή», αποδίδοντας μέρος αυτής της ανθεκτικότητας στις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν μετά το 2010, ιδιαίτερα στον τομέα της φορολογικής συμμόρφωσης και της είσπραξης φόρων. Την ίδια ώρα, αρκετοί από τους ανθρώπους που συμμετείχαν στον σχεδιασμό των προγραμμάτων διάσωσης αναγνωρίζουν πλέον ότι οι μεταρρυθμίσεις επιβλήθηκαν με ιδιαίτερα βαρύ κοινωνικό τίμημα.

Οι παρεμβάσεις σε συντάξεις, αγορά εργασίας και δημόσιες δαπάνες συνέβαλαν σε βαθιά ύφεση της οικονομίας, με το ελληνικό ΑΕΠ να συρρικνώνεται κατά 25% μεταξύ 2008 και 2013. Παράλληλα, η ανεργία εκτινάχθηκε στο 26,6% το 2014, από περίπου 8% πριν από την έναρξη της κρίσης, ενώ οι διαδηλώσεις κατά των μέτρων λιτότητας στο κέντρο της Αθήνα είχαν γίνει σχεδόν καθημερινό φαινόμενο. Ο Μάρκο Μπούτι, πρώην επικεφαλής του τμήματος οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παραδέχθηκε ότι «υπήρξε υπερβολική λιτότητα στην Ελλάδα», τονίζοντας πως αυτό πρέπει να αναγνωριστεί. Αντίστοιχα, ο πρώην πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ, σημείωσε ότι πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν υπό καθεστώς πίεσης στη διάρκεια της βαθιάς κρίσης «δεν ήταν δίκαιες» και αποδείχθηκαν «αρκετά καταστροφικές».

«Τα χειριστήκαμε καλά; Όχι. Είμαστε καλύτερα; Ναι, αλλά με μεγάλο κόστος», ανέφερε χαρακτηριστικά. Παρά το βαρύ τίμημα της κρίσης, η εικόνα της ελληνικής οικονομίας έχει πλέον μεταβληθεί σημαντικά. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, έως το τέλος του έτους η Ελλάδα δεν θα αποτελεί πλέον τη χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη.

Το ελληνικό χρέος, το οποίο είχε κορυφωθεί στο 209% του ΑΕΠ το 2020, αναμένεται να περιοριστεί στο 137,6% φέτος, υποχωρώντας κάτω ακόμη και από τα επίπεδα της Ιταλία. «Πολλά πράγματα έχουν αλλάξει», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης. Η Ελλάδα εξήλθε επισήμως από τα προγράμματα διάσωσης το 2018, ενώ το 2022 ολοκλήρωσε πρόωρα και την αποπληρωμή των δανείων προς το ΔΝΤ.

Οι οικονομίες που βρέθηκαν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους την προηγούμενη δεκαετία εμφανίζουν σήμερα ισχυρότερες επιδόσεις σε σχέση με αρκετές από τις παραδοσιακά ισχυρές χώρες της Ευρωζώνης. Η ανάπτυξη του ΑΕΠ σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ισπανία ξεπερνά πλέον εκείνη των μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης, όπως η Γερμανία και η Γαλλία.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ στις τέσσερις αυτές χώρες αναμένεται να συνεχίσουν να μειώνονται έως το 2027.

Αντίθετα, σε επίπεδο συνολικής Ευρωζώνης, αλλά και σε χώρες όπως η Ιταλία, η Γαλλία και το Βέλγιο, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να ακολουθήσει ανοδική πορεία. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας την προηγούμενη εβδομάδα στο συνέδριο FT Energy στην Αθήνα, χαρακτήρισε «ενδιαφέρουσα αναλογία» το γεγονός ότι οι χώρες που πέρασαν από σκληρά προγράμματα προσαρμογής εμφανίζουν σήμερα καλύτερες δημοσιονομικές επιδόσεις από αρκετές άλλες οικονομίες της Ευρωζώνης.

«Οι χώρες που υλοποίησαν μεταρρυθμίσεις πριν από 10 έως 15 χρόνια είναι αυτές που σήμερα υπερέχουν στην υπόλοιπη Ευρωζώνη», δήλωσε από την πλευρά του ο Λουίς ντε Γκίντος σε συνέντευξή του στους Financial Times. Ο απερχόμενος αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναγνώρισε ότι υπήρξαν προβλήματα τόσο στον τρόπο επιβολής όσο και στην «ιδιοκτησία» των προγραμμάτων της τρόικας, ωστόσο υποστήριξε πως, τελικά, οι μεταρρυθμίσεις απέδωσαν αποτελέσματα.

«Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι υπήρχαν προβλήματα όσον αφορά την ιδιοκτησία και την επιβολή της τρόικας, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι, στο τέλος, οι μεταρρυθμίσεις απέδωσαν», ανέφερε χαρακτηριστικά.