Η Τράπεζα της Ελλάδος αναθεώρησε ανοδικά την πρόβλεψή της για τον πληθωρισμό του 2026 στο 3,8%, από 3,1% που εκτιμούσε τον Μάιο, καθώς η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία, σύμφωνα με το Inflation Monitor που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα.
Η νέα εκτίμηση είναι κατά 0,7 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερη από εκείνη του Μαΐου, αντανακλώντας τις επιπτώσεις της ανόδου των διεθνών τιμών της ενέργειας και των γεωπολιτικών εξελίξεων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Για το 2027, η κεντρική τράπεζα προβλέπει αποκλιμάκωση του πληθωρισμού στο 2,6%, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενεργειακές πιέσεις θα υποχωρήσουν.
Η έκθεση σημειώνει πως ο εναρμονισμένος πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 4,9% τον Μάιο, από 4,6% τον Απρίλιο, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος ανήλθε στο 3,2%. Η απόκλιση αυτή αποδίδεται κυρίως στην ισχυρή άνοδο των τιμών της ενέργειας, που επηρεάζει εντονότερα την ελληνική οικονομία.
Η αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τον πληθωρισμό επηρεάζει άμεσα τις προσδοκίες για την πορεία της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, με τις αγορές να θεωρούν πλέον πιθανότερο το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Ειδικότερα, ο ενεργειακός πληθωρισμός στην Ελλάδα έφτασε το 20%, έναντι 10,9% στην Ευρωζώνη. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στα καύσιμα μεταφορών, όπου οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 22,1%, καθώς και στα υγρά καύσιμα, τα οποία σημείωσαν άνοδο άνω του 53%. Η Τράπεζα της Ελλάδος συνδέει την εξέλιξη αυτή με τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας και τις γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις δεν περιορίζονται μόνο στην ενέργεια. Ο πληθωρισμός των υπηρεσιών παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, φτάνοντας το 5,7%, ενώ ο δομικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,9%, στοιχείο που υποδηλώνει ότι οι αυξήσεις τιμών έχουν πλέον ευρύτερη βάση στην οικονομία.
Σύμφωνα με την ΤτΕ, σημαντικό ρόλο στη διατήρηση των πιέσεων διαδραματίζει η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας. Η ανεργία υποχώρησε στο 9,5% τον Απρίλιο, συνεχίζοντας την καθοδική της πορεία, ενώ οι μισθολογικές αυξήσεις στηρίζουν την κατανάλωση αλλά και τις ανατιμήσεις σε αρκετούς κλάδους υπηρεσιών.
Επιπτώσεις για τις τράπεζες
Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για τον τραπεζικό κλάδο, καθώς επηρεάζουν άμεσα τις προσδοκίες για την πορεία των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι αγορές έχουν αναθεωρήσει τις εκτιμήσεις τους και πλέον προεξοφλούν νέα αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης τους επόμενους μήνες, ενώ δεν αποκλείουν επιπλέον σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής εντός του 2027.
Για τις ελληνικές τράπεζες, η διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα λειτουργεί υποστηρικτικά για τα καθαρά έσοδα από τόκους, σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά αναζητεί ενδείξεις για τη μελλοντική κερδοφορία του κλάδου. Ωστόσο, το υψηλότερο κόστος δανεισμού ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση για νέα δάνεια από επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
