Τεκμήρια: Πώς να τα καλύψετε με εισοδήματα προηγούμενων ετών
Shutterstock
Shutterstock

Τεκμήρια: Πώς να τα καλύψετε με εισοδήματα προηγούμενων ετών

Το σύστημα των τεκμηρίων διαβίωσης στην Ελλάδα θεωρείται από πολλούς, συμπεριλαμβανομένων οικονομικών παραγόντων και φορολογουμένων, ως ένα ξεπερασμένο, άδικο και ισοπεδωτικό μέσο φορολόγησης. Κι αυτό, διότι συχνά δεν αντικατοπτρίζουν την πραγματική οικονομική κατάσταση του φορολογούμενου, οδηγώντας σε φορολόγηση για δαπάνες που δεν πραγματοποιήθηκαν.

Κάθε χρόνο εκατομμύρια φορολογούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με πρόσθετους φόρους λόγω των τεκμηρίων διαβίωσης, καθώς καλούνται να φορολογηθούν για εισοδήματα που στην πραγματικότητα δεν απέκτησαν. 

Για το φορολογικό έτος 2025 ισχύει μείωση των τεκμηρίων κατά 30% για ακίνητα, Ι.Χ. και σκάφη αναψυχής, ενώ παραμένουν τα ελάχιστα ποσά τεκμαρτού εισοδήματος, τα οποία ανέρχονται σε 3.000 ευρώ για άγαμους και 5.000 ευρώ για έγγαμους ή όσους έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης.

Ωστόσο, στη φορολογική δήλωση υπάρχει ένας κρίσιμος μηχανισμός που δίνει τη δυνατότητα στους φορολογούμενους να καλύψουν τη διαφορά τεκμηρίων. Πρόκειται για τη λεγόμενη ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών, δηλαδή τη χρήση αποταμιεύσεων που έχουν δημιουργηθεί σε παρελθόντα έτη και δεν έχουν δαπανηθεί.

Η διαδικασία ενεργοποιείται μέσω των κωδικών 787-788 της φορολογικής δήλωσης, όπου δηλώνεται το ποσό κεφαλαίου που σχηματίστηκε από εισοδήματα προηγούμενων συνεχόμενων ετών και χρησιμοποιείται για την κάλυψη των τεκμηρίων του φορολογικού έτους 2025. Βασική προϋπόθεση είναι τα ποσά αυτά να έχουν φορολογηθεί ή να έχουν απαλλαγεί νόμιμα από τη φορολογία.

Σημειώνεται ότι τα ποσά που δηλώνονται στους κωδικούς 781-782 και 787-788, εφόσον προέρχονται από περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1988, θα πρέπει να εμφανίζονται μειωμένα κατά το κόστος απόκτησής τους. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου τα ποσά αυτά έχουν ήδη ληφθεί υπόψη στον υπολογισμό του κεφαλαίου του έτους κατά το οποίο αποκτήθηκαν και του οποίου την ανάλωση επικαλείται ο φορολογούμενος. Το ίδιο ισχύει και για εισοδήματα που έχουν φορολογηθεί αυτοτελώς ή απαλλάσσονται από τον φόρο.

Στην πράξη, για να προσδιορίσει το διαθέσιμο κεφάλαιο, ο φορολογούμενος θα πρέπει να υπολογίσει για κάθε προηγούμενο έτος το σύνολο των εισοδημάτων του — από μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, ενοίκια, επιχειρηματική δραστηριότητα, τόκους καταθέσεων και μερίσματα — καθώς και ποσά από πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, όπως ακίνητα ή αυτοκίνητα, αλλά και λοιπά έσοδα, όπως εφάπαξ παροχές, κέρδη από λαχεία ή δωρεές. Από το άθροισμα αυτό θα πρέπει να αφαιρεθούν οι αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων που είχαν ληφθεί υπόψη για κάθε έτος, ώστε να προκύψει το καθαρό διαθέσιμο ποσό ανάλωσης.

Ενδεικτικά, εάν ένας φορολογούμενος έχει σχηματίσει αποταμιεύσεις 30.000 ευρώ από προηγούμενα έτη και χρησιμοποιήσει φέτος 5.000 ευρώ για την κάλυψη τεκμηρίων, το υπόλοιπο διαθέσιμο κεφάλαιο για τα επόμενα έτη περιορίζεται στα 25.000 ευρώ.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις χωριστών φορολογικών δηλώσεων μεταξύ συζύγων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα τεκμήρια διαβίωσης και απόκτησης περιουσιακών στοιχείων βαρύνουν κάθε σύζυγο ξεχωριστά και δεν υπάρχει δυνατότητα κάλυψης των τεκμηρίων του ενός από τα εισοδήματα του άλλου. Το ελάχιστο τεκμήριο διαβίωσης ορίζεται στα 3.000 ευρώ για κάθε σύζυγο, ενώ η ανάλωση κεφαλαίου μπορεί να γίνει μόνο με βάση τα ατομικά εισοδήματα του καθενός. Ακόμη και σε περιπτώσεις κοινών δηλώσεων προηγούμενων ετών, κάθε σύζυγος μπορεί να επικαλεστεί ανάλωση μόνο για το μέρος των εισοδημάτων που του αναλογεί.

Επιπλέον, σε περιπτώσεις έγγαμων φορολογούμενων που έχουν επιλέξει χωριστή δήλωση και ο ένας σύζυγος δεν διαθέτει ποσοστό συνιδιοκτησίας στην κύρια κατοικία —είτε αυτή είναι ιδιόκτητη είτε δωρεάν παραχωρημένη— ούτε εμφανίζεται ως μισθωτής, θα πρέπει να συμπληρωθεί ο κωδικός 801 με τον ΑΦΜ του άλλου συζύγου, καθώς και ο κωδικός 092 που αφορά τη φιλοξενία, επιλέγοντας την ένδειξη «συνοίκηση με σύζυγο» κατά την ηλεκτρονική υποβολή της δήλωσης.