field_kentriki_fotografia
Shutterstock
Shutterstock
Στο μάτι του κυκλώνα της ακρίβειας η Βρετανία

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η κατάσταση στη Μ. Βρετανία καθώς το κόστος ζωής αυξάνεται με τον ταχύτερο ρυθμό των τελευταίων δεκαετιών, με τα τρόφιμα και τα ορυκτά καύσιμα να βρίσκονται στο επίκεντρο της ακρίβειας. Προϊόντα καθημερινής κατανάλωσης όπως το γάλα και το βούτυρο έχουν ακριβύνει κατά 30%-40% και υπάρχουν φόβοι για έκρηξη του πληθωρισμού στο 18% το 2023. 

Για να καταπολεμήσει την ακρίβεια και να δώσει λύση στην οικονομική κρίση, η κυβέρνηση αποφάσισε χθες να παρέμβει ξανά στην αγορά, επιβάλλοντας πλαφόν, αυτή τη φορά στη χονδρική τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος και του φυσικού αερίου που καταναλώνουν οι επιχειρήσεις. Η ανώτατη τιμή θα είναι χαμηλότερη από το μισό των τιμών που ισχύουν σήμερα, ενώ ανάλογο μέτρο έχει ανακοινωθεί και για τα νοικοκυριά και θα ισχύσει έως την άνοιξη του 2023.

Την ίδια ώρα, η Τράπεζα της Αγγλίας αντιμετωπίζει ένα σοβαρό δίλημμα. Να αυξήσει τα επιτόκια ακόμη πιο γρήγορα για να τιθασεύσει τον πληθωρισμό που ανήλθε στο 9,9% τον Αύγουστο ή να ακολουθήσει μία πιο σταδιακή πορεία μήπως και γλιτώσει ή περιορίσει την ύφεση; Αν τελικά ο διοικητής της BoE, Άντριου Μπέιλι, ανακοινώσει σήμερα την αύξησή τους κατά 0,75%, που θα είναι η μεγαλύτερη σε διάστημα 33 ετών, τα νοικοκυριά θα επιβαρυνθούν με επιπλέον κόστος στα στεγαστικά ύψους 3 δισ. λιρών. 

Μπορεί η ενεργειακή κρίση να έχει ήδη πλήξει την Ευρώπη και ο χειμώνας να αναμένεται από τους πιο δύσκολους των τελευταίων δεκαετιών, ωστόσο η Μ. Βρετανία είναι μέχρι στιγμής η χώρα που αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Οι ανησυχίες για τη βρετανική οικονομία αντικατοπτρίζονται στην ιστορικών διαστάσεων διολίσθηση της στερλίνας, η οποία υποχώρησε σε χαμηλό 37 ετών έναντι του δολαρίου την περασμένη εβδομάδα. 

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που ο Μπέιλι, έχει προβλέψει ότι η βρετανική οικονομία θα βιώσει ύφεση για τρία τουλάχιστον διαδοχικά τρίμηνα, αρχής γενομένης από το δ’ τρίμηνο του 2022, με το 2023 να εκτιμάται ότι θα είναι χειρότερο από τη φετινή χρονιά. Η BoE αύξησε τα επιτόκια κατά 50 μονάδες βάσης τον Αύγουστο, που ήταν η μεγαλύτερη αύξηση από το 1995. Όμως πλέον ζούμε τον απόλυτο διαγωνισμό μεταξύ των κεντρικών τραπεζών. Όποια τράπεζα αυξάνει τα επιτόκια λιγότερο από αυτό που θεωρούν κατάλληλο οι αγορές, βλέπει το νόμισμά της να καταγράφει μεγάλη πτώση. 

Έτσι, αν σήμερα ο Μπέιλι ανακοινώσει μία αύξηση επιτοκίων που δεν θα ικανοποιεί τις αγορές, τότε η στερλίνα θα δεχθεί νέες ασφυκτικές πιέσεις και από το επίπεδο των 1,1343 δολαρίων που βρισκόταν χθες, θα μπορούσε να δοκιμάσει ακόμη και το ιστορικό χαμηλό των 1,0545 δολαρίων που κατέγραψε τον Μάρτιο του 1985. Να πούμε εδώ ότι ενώ το πιθανότερο σενάριο είναι να δούμε μία αύξηση του 0,50%, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι χρειάζεται μία πιο γενναία κίνηση της τάξης του 0,75%, επομένως μία αύξηση κατά 50 μονάδες βάσης μπορεί να πυροδοτήσει νέα διολίσθηση της στερλίνας. 

Η πτώση της στερλίνας μπορεί να κάνει πιο ανταγωνιστικά τα βρετανικά προϊόντα για εξαγωγές, όμως κάνει πολύ πιο ακριβά τα προϊόντα που εισάγονται. Όπως και να 'χει, το ήδη υψηλό κόστος ζωής για το οποίο είναι γνωστή η Μ. Βρετανία και κυρίως η περιφέρεια του Λονδίνου, έχει γίνει δυσβάσταχτο. 

Από τους λογαριασμούς ενέργειας μέχρι το γάλα και το βούτυρο που έχουν αυξηθεί κατά 40% και 30% αντίστοιχα σε σύγκριση με πέρσι και από τις τιμές στα ξενοδοχεία μέχρι το κόστος των στεγαστικών, η ζωή για Βρετανούς και ξένους που ζουν και εργάζονται στο νησί γίνεται πανάκριβη. Το πόσο πιο ακριβή φαίνεται και από τη σχέση μισθών-πληθωρισμού. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία οι μισθοί έχουν αυξηθεί κατά 5,5% στο διάστημα Μαΐου - Ιουλίου, ωστόσο αν λάβουμε υπόψη τον πληθωρισμό, οι αποδοχές των εργαζομένων στην πραγματικότητα έχουν μειωθεί κατά 2,8% σε ένα τρίμηνο.