Σε τροχιά επιβράδυνσης εισήλθε η οικονομία της Κίνας κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους, καθώς η εξασθενημένη εγχώρια ζήτηση αντιστάθμισε τα οφέλη από τις ανθεκτικές εξαγωγές, εντείνοντας τις προσδοκίες των αγορών για κρατική παρέμβαση.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters ανάμεσα σε 54 οικονομολόγους, το ΑΕΠ της χώρας αναμένεται να καταγράψει ετήσια ανάπτυξη 4,5% το διάστημα Απριλίου-Ιουνίου, σημειώνοντας πτώση από το 5,0% του πρώτου τριμήνου. Η πρόβλεψη αυτή κινείται στο χαμηλότερο όριο του επίσημου κυβερνητικού στόχου που έχει τεθεί για το σύνολο του έτους.
Η ανισορροπία προσφοράς και ζήτησης
Το Πεκίνο καλείται να διαχειριστεί μια βαθιά ανισορροπία, καθώς από τη μία πλευρά, η ισχυρή βιομηχανική παραγωγή ενισχύεται σημαντικά από τις εξαγωγές προϊόντων τεχνητής νοημοσύνης (AI), ενώ από την άλλη, η εγχώρια κατανάλωση και οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν καθηλωμένες, εξαιτίας της παρατεταμένης κρίσης στην αγορά ακινήτων και των ευμετάβλητων διεθνών τιμών του πετρελαίου.
«Η ανάπτυξη έχει γίνει εξαιρετικά ανομοιογενής. Η εξωτερική ζήτηση στηρίζει τη δραστηριότητα, αλλά δεν μεταφράζεται σε ενίσχυση της αγοράς εργασίας ή των εταιρικών κερδών», επισημαίνουν αναλυτές της Goldman Sachs.
Στο μικροσκόπιο οι επόμενες κινήσεις
Οι επενδυτές στρέφουν πλέον το ενδιαφέρον τους στην επικείμενη συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου στα τέλη Ιουλίου, αναζητώντας σήματα για νέα μέτρα τόνωσης της οικονομίας. Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα της Κίνας διατηρεί περιορισμένα περιθώρια ελιγμών για επιθετική νομισματική χαλάρωση, με αποτέλεσμα το βάρος να πέφτει στη δημοσιονομική πολιτική.
Η κυβέρνηση αναμένεται να επιταχύνει τις κρατικές δαπάνες μέσω της έκδοσης ομολόγων, έχοντας ήδη ορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα για το τρέχον έτος κοντά στο 4% του ΑΕΠ. Παράλληλα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 1,2%, υποδηλώνοντας ότι οι αποπληθωριστικές πιέσεις και η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα των εργοστασίων θα συνεχίσουν να κρατούν την Κίνα εξαρτημένη από το διεθνές εμπόριο.
