field_kentriki_fotografia
Shutterstock
Shutterstock
Τρόφιμα
Επιστρέφει το φάντασμα της επισιτιστικής κρίσης;

Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων δεν ακολουθούν την καθοδική πορεία των μετάλλων και ορυκτών στα διεθνή χρηματιστήρια. Έχει έρθει η ώρα να ανησυχήσουμε ξανά για την επισιτιστική ασφάλεια;

Τον περασμένο Ιούνιο είδαμε να εξελίσσεται μπροστά μας μία γενικευμένη πτώση στις τιμές σχεδόν όλων των προϊόντων που διαπραγματεύονται στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων. Βιομηχανικά μέταλλα όπως ο χαλκός και το αλουμίνιο, κάποια από τα πολύτιμα μέταλλα, ενεργειακές πρώτες ύλες (με την εξαίρεση του φυσικού αερίου στην Ευρώπη) και αγροτικά προϊόντα όπως το καλαμπόκι, το σιτάρι και τα φασόλια σόγιας σημείωσαν μεγάλη πτώση και στην ουσία έσβησαν όλα τα κέρδη που είχαν σημειώσει με την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.

Από τα μέσα του Αυγούστου και μετά έχει αρχίσει ένα δεύτερο κύμα πτώσης στα χρηματιστήρια εμπορευμάτων, με την συμμετοχή βιομηχανικών μετάλλων, πολύτιμων μετάλλων και ενεργειακών πρώτων υλών χωρίς όμως την συμμετοχή των αγροτικών προϊόντων, τα οποία όχι μόνο δεν έχουν πέσει αλλά έχουν αρχίσει να κινούνται ελαφρά ανοδικά. Προφανώς, δεν είναι και πολύ λογικό να συγκρίνουμε τις μεταβολές των τιμών των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων με αυτές των μετάλλων και των καυσίμων.

Είναι όμως γεγονός πως η πτώση που είχε ξεκινήσει τον Ιούνιο καθώς δεν επιβεβαιώθηκαν οι χειρότεροι φόβοι για εμφάνιση ελλείψεων σε προϊόντα και εμπορεύματα κάθε είδους συμπαρέσυρε σχεδόν όλα αυτά που είχαν ακριβύνει εξαιτίας της μεγάλης αναταραχής που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία ενώ η φθινοπωρινή πτώση έχει άλλα χαρακτηριστικά.

Οφείλεται κυρίως στους μεγάλους φόβους για οικονομική ύφεση, οι οποίοι παρασύρουν (μαζί με τα ανοδικά επιτόκια) σε συνεχή πτώση μετοχές, ομόλογα και ό,τι έχει σχέση με βιομηχανική δραστηριότητα. Η ζήτηση για τρόφιμα και αγροτικά προϊόντα όμως επηρεάζεται από την ύφεση πολύ λιγότερο απ’ ότι η ζήτηση για πετρέλαιο και χαλκό. Αυτός είναι μάλλον ο ένας λόγος για τον οποίον τα αγροτικά προϊόντα ακολουθούν την δική τους πορεία. Ο άλλος είναι το γεγονός πως για κάποια από τα πιο βασικά αγροτικά προϊόντα τα νέα δεν είναι και τόσο ευχάριστα. 

Τα κακά νέα ήρθαν από το καλαμπόκι και το ρύζι. Όπως έχουμε δει αρκετές φορές από διάφορες στήλες του Liberal Markets, οι υψηλές θερμοκρασίες που έπληξαν τον Ιούλιο και τον Αύγουστο μεγάλο μέρος των ΗΠΑ και την Δυτική και Κεντρική Ευρώπη έκαναν μεγάλη ζημιά στην σοδειά του καλαμποκιού. Στις ΗΠΑ, οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις μιλούν για μείωση της παραγωγής κατά περίπου 7,5%, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό αν λάβουμε υπόψη μας το γεγονός πως οι ΗΠΑ είναι η μεγαλύτερη παραγωγός καλαμποκιού στον κόσμο και με διαφορά η μεγαλύτερη εξαγωγική χώρα.

Ακόμα πιο ισχυρό πλήγμα έχει δεχθεί η παραγωγή στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού σε αρκετές χώρες, ιδίως στην Γαλλία, η συγκομιδή ήταν κατά 20% (τουλάχιστον) μικρότερη της περσινής. Αυτή η υστέρηση έδωσε ώθηση στην τιμή του καλαμποκιού, το οποίο ξέφυγε από τα 6 δολάρια/μπούσελ, επίπεδο στο οποίο κρατήθηκε μετά την πτώση του Ιουνίου μέχρι τις αρχές του Σεπτεμβρίου, και βρίσκεται πλέον κοντά στα 7 δολάρια/μπούσελ. 

Η κατάσταση με το ρύζι, το οποίο θα πρέπει να τονίσουμε πως σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πολύ πιο σημαντικό για την διατροφή των κατοίκων του πλανήτη από όλα τα υπόλοιπα αγροτικά προϊόντα, έχει άμεση σχέση με την Ινδία. Η Ινδία είναι η δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγός ρυζιού μετά την Κίνα, η δεύτερη μεγαλύτερη σε κατανάλωση, πάλι μετά την Κίνα, και – με διαφορά από την δεύτερη – η μεγαλύτερη εξαγωγός χώρα, αφού η κινεζική παραγωγή δεν επαρκεί για την διατροφή των κατοίκων της χώρας. Η φετινή χρονιά δεν εξελίχθηκε καλά για τους Ινδούς καλλιεργητές ρυζιού, με την παραγωγή να είναι μικρότερη του αρχικά αναμενόμενου λόγω κακών καιρικών συνθηκών.

Αυτό φόβισε την κυβέρνηση, η οποία αποφάσισε να αποθαρρύνει τις εξαγωγές επιβάλλοντας πολύ υψηλούς δασμούς, προκειμένου να παραμείνει περισσότερο ρύζι στην Ινδία έτσι ώστε να μην ανεβούν οι τιμές και δημιουργήσουν πρόβλημα στους κατοίκους της χώρας. Το αποτέλεσμα ήταν η άνοδος της τιμής του ρυζιού στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών, κοντά στα 17,30 δολάρια/cwt (το cwt είναι μονάδα βάρους κοντά στα 45,36 κιλά). 

Με το σιτάρι τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, αφού η σοδειά ήταν παντού πολύ καλή και οι καιρικές συνθήκες δεν δημιούργησαν προβλήματα. Όμως στις αρχές του Σεπτεμβρίου η τιμή του ξέφυγε από τα 8 δολάρια/μπούσελ όπου βρισκόταν για δύο περίπου μήνες και κινήθηκε προς τα 9 δολάρια/μπούσελ, κατά πάσα πιθανότητα λόγω των υπαινιγμών του Ρώσου προέδρου Πούτιν για πιθανή εγκατάλειψη της συμφωνίας με την Ουκρανία για τις εξαγωγές δημητριακών από τα ουκρανικά λιμάνια (αυτό επηρέασε κατά πιθανότητα και την τιμή του καλαμποκιού).

Το μόνο σημαντικό αγροτικό προϊόν που δεν έχει δείξει ανοδικές τάσεις το τελευταίο διάστημα είναι τα φασόλια σόγιας, τα οποία παραμένουν κοντά στα 14 δολάρια/μπούσελ, επίπεδο στο οποίο προσγειώθηκαν μετά την πτώση του Ιουνίου. 

Το τι θα γίνει στην συνέχεια με τις τιμές των βασικών αγροτικών προϊόντων είναι αρκετά δύσκολο να το πούμε. Σε προχθεσινό ρεπορτάζ του Reuters είδαμε πως οι συναλλασσόμενοι στο χρηματιστήριο εμπορευμάτων του Σικάγου περιμένουν περαιτέρω άνοδο στην τιμή του καλαμποκιού και των φασολιών σόγιας, έχοντας πάρει και αντίστοιχες θέσεις στην χρηματιστηριακή αγορά.

Αντίθετα, στο σιτάρι εμφανίζονται κάπως ουδέτεροι (τα παραπάνω στοιχεία προέρχονται από τις επίσημες στατιστικές του χρηματιστηρίου εμπορευμάτων). Όπως όμως σημείωσε και η αρθρογράφος του πρακτορείου, οι traders καλαμποκιού και σόγιας πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί, γιατί αν η οικονομική ύφεση έρθει τελικά, είναι αδύνατον να μην επηρεάσει καθόλου την ζήτηση για τα αγροτικά προϊόντα.

Ανεξάρτητα πάντως από τις εκτιμήσεις των traders σόγιας και καλαμποκιού, είναι δύσκολο – με τα δεδομένα που έχουμε τώρα στην διάθεσή μας – να φανταστούμε πως οι τιμές των αγροτικών προϊόντων θα παρουσιάσουν πάλι κάποια μεγάλη άνοδο. Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός πως οι τωρινές τιμές δημιουργούν σημαντικά προβλήματα ανά τον κόσμο, αφού είναι σημαντικά μεγαλύτερες από τις περσινές και ακόμα πιο υψηλές από τις προπέρσινες, παρά την σημαντική μείωσή τους από τα επίπεδα του Μαρτίου.

Το κόστος των αγροτικών προϊόντων και κατ’ επέκταση των τροφίμων είναι δυσβάστακτο για εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες ανά τον κόσμο, κυρίως στην Αφρική και την Ασία και δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στους πολίτες πολλών ανεπτυγμένων κρατών. Την ίδια στιγμή αναγκάζει πολλές κυβερνήσεις ανά τον κόσμο να επιδοτήσουν το κόστος των τροφίμων για τους πολίτες τους, κάτι που δεν είναι καθόλου εύκολο για πολλές από αυτές την στιγμή που το κόστος των καυσίμων είναι πολύ ανεβασμένο και ο δανεισμός από τις διεθνείς αγορές είναι πλέον πολύ πιο ακριβός λόγω της ανόδου των επιτοκίων. 

Απαντώντας στο αρχικό μας ερώτημα, θα επαναλάβουμε την άποψη που έχουμε διατυπώσει και παλαιότερα. Αυτό που ονομάζουμε επισιτιστική κρίση έχει να κάνει περισσότερο με το κόστος των τροφίμων και πολύ λιγότερο ή σχεδόν καθόλου με την ύπαρξη αρκετών αποθεμάτων, τουλάχιστον για χώρες σαν την δική μας.

Αυτό επιβεβαιώνεται και από στοιχεία του παγκόσμιου οργανισμού τροφίμων (FAO) σχετικά με το ύψος των παγκόσμιων αποθεμάτων τροφίμων, το οποίο θεωρείται αρκετά ικανοποιητικό αφού για το 2022 προβλέπεται να φτάσουν στο 30% της παγκόσμιας κατανάλωσης. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι άνθρωποι που υποφέρουν είναι λίγοι. Κάθε άλλο μάλιστα. Σε μία έκδοση του αμερικανικού υπουργείου Γεωργίας, από τις αρχές του μήνα, με θέμα την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, βλέπουμε πως πάνω από 1 δισεκατομμύρια κάτοικοι χωρών της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της Ασίας δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες καθημερινές ποσότητες φαγητού.

Για την ακρίβεια ο αριθμός των ανθρώπων που πεινούν υπολογίζεται για το 2022 στα 1,3 δισεκατομμύρια, ανεβασμένος κατά 10% από την περσινή εκτίμηση λόγω της αύξησης του κόστους των λιπασμάτων και κατ’ επέκταση των τροφίμων. Για αυτούς η επισιτιστική ανασφάλεια είναι μία διαχρονική κατάσταση που δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά όσο άφθονα και να είναι τα παγκόσμια αποθέματα τροφίμων και είναι σχεδόν ανεξάρτητη από το κόστος τους.

Στις ανεπτυγμένες χώρες σαν την δική μας, το βασικό πρόβλημα είναι το κόστος των τροφίμων και όχι η επάρκειά τους. Βέβαια, κάποια στιγμή το αυξημένο κόστος δημιουργεί και θέμα επάρκειας. Προς το παρόν, και για το άμεσο μέλλον, δεν φαίνεται πολύ πιθανόν να βρεθούμε σε τέτοια κατάσταση, με την προϋπόθεση πως η ενεργειακή κρίση δεν θα χειροτερέψει.