Βαθαίνει η κρίση στη Γερμανία, κινδυνεύει με χαμένη δεκαετία
Shutterstock
Shutterstock

Βαθαίνει η κρίση στη Γερμανία, κινδυνεύει με χαμένη δεκαετία

Είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης και παραδοσιακά η λοκομοτίβα της και σήμερα κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε μία χαμένη δεκαετία σχεδόν μηδενικής ανάπτυξης.

Είναι τόσο βαθιά η κρίση που περνάει η Γερμανία που δεν αποκλείεται στο προσεχές μέλλον να αναγκαστεί να αφήσει πίσω τη λιτότητα που τόσο αγάπησε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και το «φρένο χρέους» που την κάλυπτε συνταγματικά, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα μείνει πολύ πίσω σε σύγκριση με τις άλλες μεγάλες οικονομίες του πλανήτη.

Η Γερμανία διανύει ένα ακόμη έτος οικονομικής στασιμότητας, με τον ΑΕΠ της να συρρικνώνεται ή να αναπτύσσεται οριακά - και με μέγιστο ρυθμό το 0,4% - στα τελευταία 7 τρίμηνα. Αν επιβεβαιωθεί η εκτίμηση του γερμανικού ινστιτούτου Ifo που θέλει το γερμανικό ΑΕΠ να συρρικνώνεται την περίοδο Ιανουαρίου-Μαρτίου κατά 0,2%, τότε θα συμπληρωθούν δύο διαδοχικά τρίμηνα πτώσης, ικανοποιώντας τις προϋποθέσεις για τον τεχνικό ορισμό της ύφεσης.

Όμως τα προβλήματα για τη γερμανική οικονομία είναι πολύ βαθύτερα από μία τεχνική ύφεση της τάξης του 0,2% και η κατάσταση είναι χειρότερη ακόμα και από το γεγονός ότι λειτουργεί στα όρια της ύφεσης από το καλοκαίρι του 2022. Πριν από περίπου ένα μήνα, ο υπουργός Οικονομίας, Ρόμπερτ Χάμπεκ, δήλωσε ότι η Γερμανία βρίσκεται σε «ταραγμένα νερά», υποβαθμίζοντας παράλληλα την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του 2024 στο πενιχρό 0,2% από 1,3% προηγουμένως.

Η μεγάλη εξάρτηση της Γερμανίας στις εξαγωγές γυρίζει μπούμερανγκ, καθώς την καθιστά εξαιρετικά ευάλωτη στις αλλαγές που σημειώνονται στην παγκόσμια εμπορική και γεωπολιτική σκηνή, κάτι που αναγνώρισε ο Χάμπεκ, υπογραμμίζοντας ένα ακόμη πρόβλημα, αυτό της έλλειψης εργατικών χεριών, το οποίο είναι τόσο βαθύ που αν δεν υπήρχαν οι μετανάστες, η γερμανική οικονομία θα είχε καταρρεύσει.

Το ένα σκέλος της κρίσης έχει να κάνει με τα προσωρινής φύσης προβλήματα που αντιμετωπίζει η Γερμανία. Είναι η χώρα που έχει χτυπηθεί περισσότερο από τέσσερις ισχυρές δυνάμεις τα τελευταία χρόνια: α) τα υψηλά επιτόκια, β) την εκτίναξη των τιμών του φυσικού αερίου, γ) τη σύσφιξη της δημοσιονομικής πολιτικής και δ) την οικονομική επιβράδυνση των βασικών της εμπορικών εταίρων, όπως είναι η Κίνα. Με εξαίρεση τα δημοσιονομικά, οι υπόλοιπες δυνάμεις αναμένεται να εξασθενήσουν μέσα στον επόμενο χρόνο, ακόμη και μέσα στο 2024, με αποτέλεσμα οι αναλυτές να αισιοδοξούν ότι θα έρθει τελικά η πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη.

Για να μην τα ισοπεδώνουμε όλα, η Γερμανία έχει ξεπεράσει και στο παρελθόν κρίσεις, ενώ σήμερα ποντάρει στο καλό επιχειρηματικό κλίμα, το υψηλής ποιότητας ανθρώπινο κεφάλαιο και στην ανθεκτικότητα των ΜμΕ, γνωστών ως Mittelstand. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και το δεύτερο σκέλος, αυτό των πιο διαρθρωτικών προβλημάτων, όπως το δημογραφικό και η αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης.

Προβλήματα που σύμφωνα με την Capital Economics ενδέχεται να εγκλωβίσουν τη Γερμανία σε πολυετή στασιμότητα, με μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης στο δεύτερο μισό της τρέχουσας δεκαετίας κοντά στο 0,5%, που συνεπάγεται σχεδόν μηδενική ανάπτυξη στο σύνολο της δεκαετίας.

Πριν την πανδημία, η ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 1% τη διετία 2018-2019, για να ακολουθήσει η ύφεση του 3,8% τη χρονιά των lockdown και η ανάκαμψη με ρυθμό 3,2% το 2021 και 1,8% το 2022. Η Γερμανία είναι από τις λίγες χώρες της Ευρώπης που έχει δυσκολευτεί τόσο πολύ να επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα ΑΕΠ, κυρίως λόγω της ενεργειακής κρίσης και των βιομηχανιών της που ήταν εξαρτημένες από το ρωσικό φυσικό αέριο. Κάπως έτσι, φτάσαμε στο σημείο να πιστεύουν πολλοί αναλυτές πλέον ότι το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας «πέθανε».

Η οικονομική δυσπραγία θα έχει μία σειρά από επιπτώσεις για τη Γερμανία τα επόμενα χρόνια. Όπως σημειώνει η Capital Economics, η χαμηλή ανάπτυξη ενδέχεται να αναγκάσει την κυβέρνηση να σφίξει τα… δημοσιονομικά λουριά για να συμμορφωθεί με τον φημισμένο κανόνα «black zero» ή «φρένο χρέους», που θέλει μηδενικά ελλείμματα και αποτελεί νόμο του γερμανικού κράτους από το 2009.

Ήδη, ο προϋπολογισμός του 2024 αναθεωρήθηκε γιατί ενώ το προσχέδιο προέβλεπε δημοσιονομική σύσφιξη της τάξης του 0,6% του ΑΕΠ, αυξήθηκε γύρω στο 1% για να συμμορφωθεί με το «φρένο χρέους» ή Schuldenbremse.

Το Schuldenbremse απαγορεύσει στη γερμανική κυβέρνηση να χρεωθεί υπερβολικά, με το διαρθρωτικό έλλειμμα να περιορίζεται στο 0,35% του ΑΕΠ. Ο κανόνας μπορεί να «παραβιαστεί» μόνο σε έκτακτες περιστάσεις. Τέλος, το ΔΝΤ εκτιμά ότι η σύσφιξη της δημοσιονομικής πολιτικής στη Γερμανία θα είναι η μεγαλύτερη μεταξύ των οικονομιών του G7, με εξαίρεση την Ιαπωνία, το 2024-25.