ΓΔ: 927,29 1,46 (0,16 %)

Τζίρος: 62,81 εκατ. €   RT

7ος χρόνος, ημέρα 2053η
Τρίτη, 15 Ιουνίου 2021

ΓΔ: 927,29 1,46 (0,16 %)

Τζίρος: 62,81 εκατ. €   RT

Κορονοϊός: Πόσο αποτελεσματικά είναι τα εμβόλια απέναντι στις μεταλλάξεις

Πόσο αποτελεσματικά είναι τα εμβόλια απέναντι στις μεταλλάξεις
Eurokinissi

Μετά την εμφάνιση της «αθηναϊκής» μετάλλαξης του κορονοϊού, της οποίας περισσότερα από 829 κρούσματα εντοπίστηκαν στον κεντρικό τομέα Αθηνών, ένα χωνευτήρι λαών όπου συνυπάρχουν πολλοί μετανάστες μαζί με τους ντόπιους κατοίκους, ο επιστημονικός κόσμος είναι σε κατάσταση αυξημένης επαγρύπνησης.

Όπως επισημαίνει στο Liberal.gr η πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, Μαρία Θεοδωρίδου, κάθε μετάλλαξη γεννά προβληματισμό και παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις, με τα έως τώρα δεδομένα να δείχνουν πως τα περισσότερα υπάρχοντα εμβόλια είναι αποτελεσματικά έναντι των μεταλλάξεων, για τις οποίες έχουν γραφτεί τόσο πολλά: Πώς είναι μεταδοτικότερες, πιο επιθετικές, ακόμα και πιο θανατηφόρες, σχόλια τα οποία οδηγούν ορισμένους συμπολίτες μας στο να καταλήξουν αυθαίρετα στο συμπέρασμα πως τα covid εμβόλια δεν «δουλεύουν» στα μεταλλαγμένα στελέχη.

Φυσικά, η φαρμακοβιομηχανία ήταν εδώ και καιρό έτοιμη γι αυτές τις εξελίξεις, με εταιρίες όπως η Γερμανική Curevac να αναπτύσσει ήδη τα covid εμβόλια 2ης γενιάς, ώστε να καλύπτουν πιο αποτελεσματικά τα νέα στελέχη που αναδύθηκαν σε διάφορες περιοχές του πλανήτη και μέσω της παγκοσμιοποίησης έχουν εξαπλωθεί κι έχουν επικρατήσει σε συγκεκριμένους πληθυσμούς.

Στην Ελλάδα σε ένα μεγάλο ποσοστό έχει επικρατήσει το βρετανικό στέλεχος, που ξεκίνησε από το Ηνωμένο Βασίλειο, μια χώρα που ο πληθυσμός της έχει εμβολιαστεί κυρίως με το εμβόλιο της Astra Zeneca κι επιπλέον διαθέτει υψηλό ποσοστό φυσικής ανοσίας, καθώς πολλοί βρετανοί εκτέθηκαν στον ιό.

Στην Ελλάδα το ποσοστό της φυσικής ανοσίας δεν ξεπερνά το 10%, με τον καθηγητή επιδημιολογίας Δημήτρη Παρασκευή να καταγράφει στο Liberal.gr τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε μετάλλαξης από τις τέσσερεις βασικότερες που απασχολούν τους Ευρωπαίους πολίτες, δηλαδή τα στελέχη από τη Μ. Βρετανία, τη Νότιο Αφρική, την Ινδία και την πιο πρόσφατη, την «αθηναϊκή» και στη συνέχεια να εξηγεί ποια εμβόλια είναι αποτελεσματικότερα, αποκρυπτογραφώντας πώς καταλήγουμε σε συγκεκριμένα συμπεράσματα.

Το βρετανικό στέλεχος κορονοϊού Β117

Το βρετανικό στέλεχος έχει αποδειχθεί πιο μεταδοτικό σε σύγκριση με το αρχικό στέλεχος της Wuhan και άλλη μια ειδοποιός διαφορά του είναι ότι προσβάλλει περισσότερο τα παιδιά και τους εφήβους. Όπως λέει χαρακτηριστικά ο καθηγητής επιδημιολογίας ΕΚΠΑ Δημήτρης Παρασκευής, αυτό το έχουμε δει με τα μάτια μας.

Το βρετανικό στέλεχος δεν έχει μετάλλαξη σε θέση που να επηρεάζει την ανοσιακή διαφυγή και τα ευρήματα δείχνουν πως τα τέσσερα υπάρχοντα εμβόλια παραμένουν αποτελεσματικά, ενώ προστατεύει και η φυσική ανοσία μετά από νόσηση. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον κάποιος έχει ήδη νοσήσει από κορονοϊό ή έχει κάνει το εμβόλιο (είτε mRNA είτε ιικού φορέα με αδενοϊό) έχει πολύ μικρό κίνδυνο να κολλήσει αν εκτεθεί στη νέα μετάλλαξη.

Το νοτιοαφρικανικό στέλεχος κορονοϊού Β1351

Το στέλεχος που πρωτοεντοπίστηκε στη Νότιο Αφρική έχει μια μετάλλαξη στην θέση 484 η οποία σχετίζεται με ικανότητα ανοσιακής διαφυγής. Μέχρι τώρα φαίνεται πως τα mRNA εμβόλια είναι αποτελεσματικά απέναντί του, με τις δύο παρασκευάστριες εταιρίες να έχουν ήδη προχωρήσει στην ανάπτυξη εμβολίων 2ης γενιάς που να πιάνουν πιο αποτελεσματικά όλες τις μεταλλάξεις.

Μάλιστα, σύμφωνα, με δήλωση του προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της Pfizer, Άλμπερτ Μπουρλά, στο πλαίσιο του 6ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, μέσα στο 2021 όσοι έχουν εμβολιαστεί για τον κορονοϊό θα χρειαστούν μια 3η δόση με το εμβόλιο 2ης γενιάς μετά το φθινόπωρο και μετά από το 2022, ο εμβολιασμός θα γίνεται μια φορά τον χρόνο. Επαρκώς αποτελεσματικό έναντι του νοτιοαφρικανικού στελέχους έχει αποδειχθεί έως τώρα και το μονοδοσικό εμβόλιο της Janssen.

Το ινδικό στέλεχος κορονοϊού Β1617

Το στέλεχος από την Ινδία έχει τρεις παραλλαγές (Β1617.1, Β1617.2 και Β1617.3) εκ των οποίων οι δύο έχουν μετάλλαξη στη θέση 484 που σχετίζεται με την ανοσιακή διαφυγή και βάση των δεδομένων που έχουμε για το βρετανικό στέλεχος και το Νοτιοαφρικανικό στέλεχος, προκύπτει επαγωγικά ότι τα mRNA εμβόλια «δουλεύουν» ικανοποιητικά.

Το ινδικό στέλεχος έχει γονιδιακά χαρακτηριστικά από τη μετάλλαξη της Βραζιλίας και της Νοτίου Αφρικής και σύμφωνα με τον καθηγητή Πολιτικής Υγείας στο London School of Economics Ηλία Μόσιαλο είναι κατά 50% πιο μεταδοτικό από το Βρετανικό κι εξαπλώνεται ταχύτατα στη Μ. Βρετανία. Στην ανάρτηση αυτή που έκανε ο καθηγητής Ηλίας Μόσιαλος στο προσωπικό του προφίλ στα social media πρέπει να συνυπολογιστεί ο παράγοντας πως στο Ηνωμένο Βασίλειο ο πληθυσμός έχει εμβολιαστεί κυρίως με το εμβόλιο της ΑΖ που δεν αποδείχθηκε αποτελεσματικό σε κλινική μελέτη στη Νότιο Αφρική έναντι του ομώνυμου στελέχους, με συνέπεια η κλινική μελέτη να διακοπεί.

Το αθηναϊκό στέλεχος κορονοϊού Β11318

Το στέλεχος αυτό εντοπίστηκε στον κεντρικό τομέα Αθηνών και διαθέτει κι αυτό μετάλλαξη στην θέση 484. Αν κι έχουν διατυπωθεί θεωρίες πως είναι μεταδοτικότερο, στην πραγματικότητα δεν έχουμε επαρκή στοιχεία για να στοιχειοθετηθεί αυτό το συμπέρασμα, ενώ και σε ότι αφορά την προστασία που προσφέρουν τα covid εμβόλια, πάλι δια της επαγωγικής οδού μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως τα mRNA εμβόλια είναι αποτελεσματικά.

Το συμπέρασμα αυτό μαζί με το δεδομένο ότι είναι στα σκαριά εμβόλια 2ης γενιάς από τις εταιρίες Pfizer, Moderna και Curevac διασφαλίζουν το ότι ο εμβολιασμός λειτουργεί-και μέσω της παραγωγής αντισωμάτων και μέσα από τον 2ο μηχανισμό της κυτταρικής ανοσίας (με τα Τ λεμφοκύτταρα).

Υπάρχει απάντηση στην ερώτηση «Πόσο ψηλά θα σηκωθεί ο πήχης για τη συλλογική ανοσία»;

Οι νέες μεταλλάξεις του κορονοιού μέσα από την αυξημένη μεταδοτικότητά τους μπορούν να αλλάξουν την επιδημιολογική εικόνα της covid και να χρειαστεί να σηκώσουν πιο ψηλά τον πήχη του απαιτούμενου ποσοστού εμβολιασμού για να επιτευχθεί η περίφημη συλλογική ανοσία. Δύο από τις πιο συχνές ερωτήσεις που ακούμε αυτή την εποχή είναι πόσο πιο μεταδοτική είναι κάθε μετάλλαξη και πού θα οριοθετηθεί το ποσοστό εμβολιασμού για τη συλλογική ανοσία. Επ’ αυτών δεν υπάρχει συγκεκριμένη απάντηση, όπως λέει ο καθηγητής επιδημιολογίας Δημήτρης Παρασκευής κι εξηγεί γιατί.

Όπως ο καθηγητής λέει, δεν μπορούμε να υπολογίσουμε με ακρίβεια πόσο πιο μεταδοτική είναι μία μετάλλαξη γιατί ο υπολογισμός αυτός συμπεριλαμβάνει πολλούς παράγοντες όπως είναι για παράδειγμα οι συμπεριφορές κινδύνου. Πρόκειται για δύσκολους υπολογισμούς κι αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι μερικές επαγωγικές υποθέσεις, βασιζόμενοι σε όσα ξέρουμε.

Κατά τον ίδιο τρόπο είναι δύσκολο να υπολογίσουμε πόσο ψηλά θα χρειαστεί να σηκωθεί το τείχος της συλλογικής ανοσίας-για να καλυφθεί ο όποιος κίνδυνος προέρχεται από τις πιο μεταδοτικές μεταλλάξεις. Και εδώ πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλοί παράγοντες όπως η γεωγραφική κατανομή των κρουσμάτων.

Ξέρουμε για παράδειγμα ότι ο αδύναμος κρίκος στο χτίσιμο της συλλογικής ανοσίας στην Ελλάδα είναι το χαμηλό ποσοστό εμβολιασμού στους ηλικιωμένους άνω των 80 ετών, αλλά όταν κάνουμε συγκρίσεις με άλλες χώρες πρέπει να λάβουμε υπόψη δύο παράγοντες που δεν έχουν συνυπολογισθεί: Πρώτον, στο εξωτερικό όλοι οι ηλικιωμένοι ζουν σε οίκους ευγηρίας ή μονάδες φροντίδας και συνεπώς έχουν εμβολιαστεί κατά το πρόγραμμα εμβολιασμού των υγειονομικών και των μονάδων φροντίδας.

Δεν ζουν μόνοι τους στο σπίτι στο βουνό ή στο χωριό ή στην πόλη μαζί με τα παιδιά τους, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα και στην Περιφέρεια οι παππούδες δεν μπορούν εύκολα να πάνε να εμβολιαστούν αν δεν τους μεταφέρει κάποιος συγγενής τους με το αυτοκίνητο, καθώς το εμβολιαστικό κέντρο δεν είναι πάντα στον ίδιο Δήμο με την κατοικία τους.

Επίσης, είναι τελείως διαφορετικός ο πολλαπλασιαστής αν υπάρξουν μερικά κρούσματα σε ανεμβολίαστους ηλικιωμένους στο χωριό σε σχέση με το αν υπάρξουν κρούσματα στην πόλη. Τα κρούσματα στο χωριό αφορούν περιορισμένο αριθμό ατόμων και δεν μπορούν να αλλάξουν τον επιδημιολογικό χάρτη.

Αντίθετα, οι μικρές εστίες αναζωπύρωσης της covid στην πόλη μπορούν να εξελιχθούν σε πυρκαγιά και να αλλάξουν άρδην την επιδημιολογική εικόνα. Όλα αυτά οδηγούν σε ένα συμπέρασμα, πως δεν θα καταλήξουμε σε ένα συγκεκριμένο ποσοστό εμβολιασμού (π.χ. 85%) για τη συλλογική ανοσία.