Η Πολιτεία άκουσε τους επιστήμονες - Η Ελλάδα είναι ασφαλής
Κυριάκος Μητσοτάκης

Η Πολιτεία άκουσε τους επιστήμονες - Η Ελλάδα είναι ασφαλής

«Η εμπειρία της Ελλάδας δίδαξε ότι, όταν η Πολιτεία άκουσε τους γιατρούς και πήρε τολμηρά μέτρα, κατέκτησε και την εμπιστοσύνη των πολιτών», ήταν το μήνυμα που εξέπεμψε ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τον χαιρετισμό του στην πρώτη παγκόσμια τηλεδιάσκεψη Ελλήνων Ομογενών Ιατρών για τον COVID-19, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 100 Έλληνες γιατροί και επιστήμονες που διαπρέπουν σε όλο τον κόσμο.

Ο Πρωθυπουργός εξήρε την πολύ σημαντική επιστημονική πρωτοβουλία της διεθνούς τηλεδιάσκεψης με τη συμμετοχή πολλών σημαντικών επιστημόνων ελληνικής καταγωγής, απέναντι στην παγκόσμια μάχη κατά της πανδημίας, υπογραμμίζοντας πως «οι Έλληνες -γιατροί, ερευνητές, βιοεπιστήμονες και στελέχη της φαρμακοβιομηχανίας- όπου κι αν κατοικούν ή εργάζονται, πρωταγωνιστούν στην υπεράσπιση του υπέρτατου αγαθού: Της ανθρώπινης ζωής!». Συμπλήρωσε δε πως η συγκεκριμένη ημερίδα «αναδεικνύει το τεράστιο εθνικό κεφάλαιο που διαθέτει η χώρα μας εκτός συνόρων και υπογραμμίζει τη δύναμη και την ικανότητα του Έλληνα που προκόβει όπου κι αν βρεθεί».

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης σημείωσε πως το πρώτο κύμα της πανδημίας πρόσφερε χρήσιμα διδάγματα και για την πολιτική ζωή. «Με πρώτο ανάμεσά τους, την ανάγκη οι κυβερνητικές αποφάσεις να στηρίζονται στη γνώση. Να "ακούν" την επιστήμη. Και, όταν χρειάζεται, να υπηρετούν και δύσκολες επιλογές. Έστω κι αν αυτές στην αρχή μπορεί να φαίνονται αντιδημοφιλείς ή ακόμα και ανεφάρμοστες», όπως τόνισε.

Ο Πρωθυπουργός επανέλαβε για ακόμη μια φορά πως «η Ελλάδα είναι μια ασφαλής χώρα», τονίζοντας ότι οι γιατροί μας και το κράτος έχουν πάρει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προστασία των πολιτών, αλλά και των επισκεπτών. Παράλληλα πρόσθεσε ότι «η οικονομία μας έχει ξεκινήσει και ο Τουρισμός μας κάνει τα πρώτα οργανωμένα του βήματα», ενώ μέσω ειδικών σχεδίων που έχουν εκπονηθεί υπάρχει φροντίδα έτσι ώστε κάθε ενδεχόμενο κρούσμα να αντιμετωπίζεται με τον κατάλληλο τρόπο και γρήγορα.

 



Ολόκληρο το μήνυμα του Πρωθυπουργού στην πρώτη παγκόσμια τηλεδιάσκεψη Ελλήνων Ομογενών Ιατρών έχει ως εξής: 

«Θα ήθελα πολύ να βρίσκομαι κι εγώ ανάμεσά σας. Δυστυχώς, όμως, οι υποχρεώσεις μου με αναγκάζουν να χαιρετίσω τη συνάντησή σας μέσω αυτού του μηνύματος. Είναι ίδια, ωστόσο, η χαρά μου που επικοινωνώ μαζί σας -έστω και έτσι.

Πρόκειται για μία πολύ σημαντική επιστημονική πρωτοβουλία στην παγκόσμια μάχη κατά της πανδημίας. Αλλά και για μία συνάντηση συμπατριωτών μας απ’ όλες σχεδόν τις γωνιές του πλανήτη. Νιώθω, λοιπόν, όχι μόνο χαρούμενος, αλλά και περήφανος. Γιατί διαπιστώνω ότι οι Έλληνες -γιατροί, ερευνητές, βιοεπιστήμονες και στελέχη της φαρμακοβιομηχανίας- όπου κι αν κατοικούν ή εργάζονται, πρωταγωνιστούν στην υπεράσπιση του υπέρτατου αγαθού: Της ανθρώπινης ζωής!

Ταυτόχρονα, η συγκεκριμένη «ημερίδα» αναδεικνύει το τεράστιο εθνικό κεφάλαιο που διαθέτει η χώρα μας εκτός συνόρων. Υπογραμμίζει τη δύναμη και την ικανότητα του Έλληνα που προκόβει όπου κι αν βρεθεί. Αλλά και που προσφέρει στην επιστήμη και στην πατρίδα μας. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι  ήδη ο Άλμπερτ Μπουρλά πρωτοπορεί στην προσπάθεια για την ανακάλυψη εμβολίου κατά του Covid-19. Ούτε και το ότι ο Κίμων Δρακόπουλος μας βοηθά, τώρα, στον αλγόριθμο για το testing.

Η σημερινή τηλεδιάσκεψη περισσότερων από 100 Ελλήνων γιατρών και ερευνητών από 25 χώρες είναι ένα πρώτο βήμα συντονισμού. Αλλά και πρόπλασμα για τη συγκρότηση ενός Παγκόσμιου Δικτύου Ομογενών Γιατρών-Ερευνητών. Ένας τέτοιος θεσμός θα ενίσχυε  τις επιδόσεις τους ως επιστημονικών μονάδων. Θα πολλαπλασίαζε, όμως, και την εμβέλειά τους αν τις οργάνωνε σε κοινούς στόχους. Θα διεύρυνε, επίσης, το κύρος της χώρας μας. Και, βέβαια, θα τη βοηθούσε να δημιουργήσει κίνητρα, ώστε κάποια στιγμή  να «επαναπατρίσει» αυτά τα πολύτιμα μυαλά της Ελλάδας.

Η παγκόσμια υγειονομική περιπέτεια προφανώς αποτελεί μία πρόκληση για όλους εσάς, προς τους οποίους στρέφεται η ελπίδα και η προσδοκία όλων. Δικαιώνει τον ρόλο σας. Αλλά και την θέση του Ιπποκράτη: Πράγματι, «είναι αδύνατον να ξέρει την ιατρική αυτός που αγνοεί τον άνθρωπο».

Γιατί ο Covid-19 απέδειξε πως κάθε απειλή αυτού του είδους δεν γνωρίζει σύνορα. Δεν επιλέγει χώρες ισχυρές ή αδύναμες. Δεν διαχωρίζει ανθρώπους με βάση τα εισοδήματά τους. Ως συλλογικός κίνδυνος, συνεπώς, απαιτεί και συλλογική λύση.

Η πανδημία, όμως, πρόσφερε χρήσιμα συμπεράσματα και στην ίδια την πολιτική. Με πρώτο ανάμεσά τους, την ανάγκη οι κυβερνητικές αποφάσεις να στηρίζονται στη γνώση. Να «ακούν» την επιστήμη. Και, όταν χρειάζεται, να υπηρετούν και δύσκολες επιλογές. Έστω κι αν αυτές στην αρχή μπορεί να φαίνονται αντιδημοφιλείς ή ακόμα και ανεφάρμοστες.

Η εμπειρία της Ελλάδας δίδαξε ότι, όταν η Πολιτεία άκουσε τους γιατρούς και πήρε τολμηρά μέτρα, κατέκτησε και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Έτσι, με τη σειρά της, αύξησε την ατομική ευθύνη και την κοινωνική πειθαρχία. Και έτσι ολόκληρη η χώρα μπόρεσε να αντιμετωπίσει με επιτυχία το πρώτο κύμα του ιού.

Δεν θα ήθελα να μακρηγορήσω. Ο λόγος, άλλωστε, ανήκει, σήμερα, σε εσάς. Από τους οποίους περιμένουμε, όλοι, να μάθουμε τις τελευταίες εξελίξεις σχετικά με τη θεραπεία της νόσου, όσο και τις προοπτικές του εμβολίου.

Ξέροντας τις προσπάθειες που καταβάλλονται από εκατοντάδες ερευνητικές ομάδες, εδώ και μήνες, αισιοδοξώ ότι σύντομα θα έχουμε καλά νέα. Και, όπως γνωρίζετε, η κυβέρνησή μας πρωτοστατεί στον αγώνα, ώστε κάθε χρήσιμο φάρμακο -και κυρίως το πολυπόθητο εμβόλιο- να γίνουν προσιτά σε κάθε κάτοικο αυτού του πλανήτη.

Ολοκληρώνω τον χαιρετισμό μου, με τη διαβεβαίωση ότι η Ελλάδα είναι ασφαλής. Οι γιατροί μας και το κράτος έχουν πάρει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προστασία των πολιτών, αλλά και των επισκεπτών της χώρας μας. Η οικονομία μας έχει ξεκινήσει, ο Τουρισμός μας κάνει τα πρώτα οργανωμένα του βήματα.

Ένα ολοκληρωμένο σύστημα Πολιτικής Προστασίας μας επιτρέπει να ελέγχουμε την κατάσταση σε όλη την επικράτεια. Ενώ ειδικά σχέδια έχουν καταστρωθεί, ώστε να εντοπίζεται, να ιχνηλατείται και να αντιμετωπίζεται κατάλληλα και γρήγορα κάθε ενδεχόμενο κρούσμα. Γι’ αυτό και εύχομαι η επόμενη επαφή μας να μην γίνει μέσω τηλεδιάσκεψης. Αλλά να έχω τη χαρά να σας υποδεχθώ προσωπικά στη μητέρα-πατρίδα.

Εύχομαι καλή επιτυχία στην ημερίδα σας».