Νίκος Βέττας: Αυταπατώνται όσοι νομίζουν ότι υπάρχουν άπειρα χρήματα

Αυταπατώνται όσοι νομίζουν ότι υπάρχουν άπειρα χρήματα

Δεν πρέπει να έχουμε την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ένα ισχυρό δημόσιο ταμείο ή η δυνατότητα υψηλού πρόσθετου δανεισμού που να μπορεί να αναχαιτίσει ολόκληρο το κόστος της νέας κρίσης, τονίζει στο liberal.gr ο γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας. Και στέλνοντας μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση εξηγεί ότι εφόσον ο αντίκτυπος της ύφεσης στην ελληνική οικονομία κρατήσει πέραν του Μαΐου, τότε τα περιθώρια δανεισμού από τις αγορές για μια χώρα σαν τη δική μας, με πολύ υψηλό χρέος και ιστορικό ελλειμματικών ισοζυγίων, είναι περιορισμένα.

Ερωτηθείς αν φοβάται ένα φαύλο κύκλο, απαντά ότι για να έρθει η ανάπτυξη μετά την ύφεση, πρέπει οι πόροι να κατευθυνθούν εκεί όπου υπάρχει η μέγιστη ανάγκη. Και μιλά για την ανάγκη να βάλουν πλάτη και οι μεγάλες επιχειρήσεις, δηλαδή να προστατεύσουν το δυναμικό τους και να συνεχίσουν την παραγωγή τους όσο οι συνθήκες το επιτρέψουν, αφού διαφορετικά, η εκτίναξη του ελατηρίου της οικονομίας θα γίνει όχι μόνο από χαμηλότερη βάση αλλά και με χαμηλότερο του προσδοκομένου ρυθμού.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

Κινδυνεύει η Ευρώπη με μια κρίση χρέους, εφόσον δεν υπάρξει ευρωομόλογο και οι χώρες, κυρίως οι πιο αδύναμες δανειστούν για να ξεπεράσει την κρίση μέσω ESM;

Η έκδοση ενός ομολόγου στην Ευρωζώνη από κοινού θα ήταν πολύ χρήσιμη, καθώς θα μείωνε το κόστος χρηματοδότησης των αναγκαίων για την έκτακτη περίσταση δαπανών, θα αριστοποιούσε τη χρήση του διαθέσιμου δημοσιονομικού χώρου, θα βελτίωνε το συντονισμό της δημοσιονομικής με τη νομισματική πολιτική και κυρίως θα σηματοδοτούσε πάρα από κάθε αμφιβολία τη μελλοντική ενότητα της Ένωσης.

Υπάρχουν, όμως, τεχνικά πολλοί και διαφορετικοί τρόποι να γίνει αυτό. Υφιστάμενοι θεσμοί, όπως ο μηχανισμός σταθερότητας και ο κοινός προϋπολογισμός μπορούν επίσης να συνδράμουν σημαντικά, ιδίως με διασταλτική προσέγγιση των σχετικών ορίων και κανόνων.

Στη δεδομένη συγκυρία, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη σηματοδότηση της ενότητας και της ετοιμότητας για αντίδραση στο πρόβλημα και αναμένω πως ο συμβιβασμός που θα επιτευχθεί ανάμεσα στις περισσότερο και στις λιγότερο ισχυρές οικονομίας θα κλίνει προς τα εκεί. Αλλά θα είναι ένας κάποιος συμβιβασμός. Δεν είναι προς το συμφέρον κανενός σήμερα να αποδυναμωθεί η Ένωση αλλά, κυρίως, δεν είναι προς το συμφέρον των οικονομιών με υψηλότερο δημόσιο χρέος, όπως η Ιταλία.

Για τη χώρα μας, με τα σημερινά δεδομένα για τις ανάγκες χρηματοδότησης, δεν είναι απολύτως απαραίτητη μια τυπική έκδοση ευρωομολόγου, αλλά θα ήταν θετική. Σε κάθε περίπτωση, αν υπήρχε αποσταθεροποίηση της Ένωσης, το κόστος για την ελληνική οικονομία θα ήταν άμεσο και ιδιαίτερα βαρύ, καθώς εξαρτάται από αυτή για τη διαχρονική διαχείριση του πολύ υψηλού δημόσιου χρέους. Άρα τόσο για γενικότερους λόγους αλλά και για το άμεσο συμφέρον μας, θα θέλαμε να δείξει η ευρωζώνη δυναμική αντίδραση, που να προετοιμάζει όμως για κοινή δράση και στο μέλλον.

To ρωτώ γιατί σε πρόσφατη έκθεση της η Goldman Sachs, προβλέπει ότι το χρέος της Ιταλίας θα εκτιναχθεί στο 160% του ΑΕΠ και στο 120% για Ισπανία και Γαλλία. Τηρουμένων των αναλογιών, βλέπετε κάτι αντίστοιχο και για την Ελλάδα ;

Το χρέος θα αυξηθεί αναπόφευκτα και για τη χώρα μας, καθώς μειωμένα έσοδα και υψηλότερες δαπάνες θα οδηγήσουν σε δημοσιονομικό έλλειμα, ενώ θα αυξηθούν και τα επιτόκια. Το ίδιο θα συμβεί και σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, με αποτέλεσμα τη συνολική αύξηση του χρέους τους.

Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως δεν θα είναι διαχειρίσιμο. Υπάρχουν εργαλεία για παρεμβάσεις στην Ευρώπη στη συνέχεια, όταν ομαλοποιηθεί η υγειονομική κατάσταση, για να επιταχυνθεί η ανάπτυξη. Ως κανόνας, κατά μέσο όσο, η συνθήκη για να είναι οι οικονομίες σε βιώσιμη πορεία είναι αν οι ρυθμοί ονομαστικής μεγέθυνσής τους θα μπορούν να υπερβαίνουν το επιτόκιο δανεισμού τους. Οι οικονομίες θα δοκιμαστούν, όμως εφόσον η παραγωγική τους βάση ενδυναμωθεί, δεν θα υπάρξει αποσταθεροποίηση. Αν βέβαια η υγειονομική κρίση πυροδοτήσει δευτερογενείς κρίσεις που θα παρατείνουν την ύφεση, όπως φυγόκεντρες τάσεις στην ευρωζώνη ή ένα διεθνή εμπορικό πόλεμο και εντεινόμενο προστατευτισμό, τότε οι πλέον αδύναμες οικονομίες της Ευρώπης πραγματικά θα κινδυνεύσουν. 

Αν διαβλέπετε σοβαρούς κινδύνους, πως μπορεί να αποφευχθεί ένας εκτροχιασμός ; Πόσο μεγάλα είναι τα δημοσιονομικά περιθώρια ; 

Για τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί, υπάρχουν δημοσιονομικές αντοχές επί του παρόντος και εφόσον η ύφεση της υγειονομικής κρίσης έρθει έως σε δυο μήνες από τώρα, κατά τον Μάιο. Εάν όμως παραταθεί, που θα σημαίνει πως διαγράφεται η θερινή περίοδος στο σύνολό της ως προς τον εισερχόμενο τουρισμό, τότε το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο.

Σε μια τέτοια  περίπτωση, θα χρειαστεί διαφορετική διαχείριση, με προτεραιότητα  στην αντιμετώπιση του υγειονομικού προβλήματος αλλά και με νέο σχεδιασμό, ουσιαστικά από την αρχή, για τις δημόσιες δαπάνες και τα έσοδα.

Τα περιθώρια νέου δανεισμού από τις αγορές για μια χώρα σαν τη δική μας, με πολύ υψηλό χρέος και ιστορικό ελλειμματικών ισοζυγίων είναι περιορισμένα. Δεν πρέπει να έχουμε την ψευδαίσθηση πως υπάρχει ένα ισχυρό δημόσιο ταμείο ή η δυνατότητα υψηλού πρόσθετου δανεισμού που να μπορεί να αναχαιτίσει ολόκληρο το κόστος της νέας κρίσης. Είναι τέτοια η φύση της διαταραχής, που δυστυχώς θα υπάρχει πραγματικό κόστος για το κάθε νοικοκυριό και την κάθε επιχείρηση.

Βλέπετε δηλαδή μπροστά μας ένα φαύλο κύκλο ;

Βλέπω φαύλο κύκλο και επιστροφή σε οικονομική κρίση μετά από την κρίση του κορονοιού, μόνο εάν δεν κατανοήσουμε σωστά την πραγματικότητα και τους περιορισμούς της. Οι προκλήσεις για τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά και το δημόσιο θα είναι μεγάλες τους επόμενους μήνες. Αν όμως υπάρξει σύνεση στη διαχείριση, την ύφεση θα ακολουθήσει η ανάπτυξη. Με την υπόθεση πως από το ευρωπαϊκό περιβάλλον θα γίνει αυτό που του αναλογεί, το  κράτος και οι ιδιώτες οφείλουν να αντιμετωπίσουν την κρίση ως ένα έντονο, πραγματικό αλλά παροδικό πρόβλημα.

Αυτό κατεξοχήν σημαίνει πως η διαχείριση των πόρων σε ιδιωτικό και δημόσιο επίπεδο πρέπει να είναι συνετή. Να κατευθύνονται εκεί που υπάρχει μέγιστη ανάγκη, κατά τη διάρκεια του τρέχοντος διαστήματος, και να μην σπαταλούνται ενόψει των αναγκών της συνέχειας. Τον φαύλο κύκλο, λοιπόν, τον βλέπω μόνο αν προσπαθήσουμε να καλύψουμε συλλογικά το πράγματι υψηλό κόστος της κρίσης με προσφυγή σε χρήμα που δεν θα υπάρχει.

Σε ποιο βαθμό μπορεί να συνεισφέρει και ο ιδιωτικός τομέας, εν προκειμένω οι μεγάλες επιχειρήσεις ; 

Η τρέχουσα συγκυρία είναι πρωτοφανής, καθώς πλήττεται άμεσα η δυνατότητα κατανάλωσης, εργασίας και γενικότερα παραγωγής, και μαζί προγραμματισμού για το μέλλον. Αυτή η πληγή δεν καλύπτεται μόνο με διασφάλιση περαιτέρω ρευστότητας.

Σε μια τέτοια δύσκολη στροφή, οι επιχειρήσεις πρέπει, στο μέγιστο βαθμό, να προστατεύσουν το δυναμικό τους, να συνεχίσουν την παραγωγή τους όσο επιτρέπεται από τις συνθήκες, και να προγραμματίσουν την δράση τους, από την επόμενη μέρα, με νέους όρους. Αλλιώς, η ελληνική οικονομία θα βρεθεί με σημαντικά χαμηλότερη δυνατότητα να δημιουργεί εισοδήματα. Δεν θα εκκινήσει δηλαδή μόνο από χαμηλότερη βάση αλλά και θα πέσει και σε χαμηλότερο ρυθμό.

Αναγκαία θα είναι και η στροφή των κλάδων και των επιχειρήσεων και μεγάλων σε νέες δραστηριότητες και παραγωγικές μεθόδους. Είδαμε, με οδυνηρό τρόπο, πως η υπερβολική εξάρτηση στον εισερχόμενο τουρισμό μπορεί να είναι πρόβλημα. Φυσικά, ο τομέας θα πρέπει να στηριχθεί και θα παίξει σημαντικό ρόλο στη συνέχεια, αλλά με ενίσχυση των υποδομών, διεύρυνση της τουριστικής περιόδου και βελτίωση της ποιότητας.

Ταυτόχρονα, η χώρα πρέπει να αντιστρέψει την υστέρηση που έχει στην μεταποίηση, την καινοτομία και τις τεχνολογίες αιχμής, χωρίς πλέον καμία καθυστέρηση. Αν αυτό δεν συμβεί, δεν θα μπορέσει να διεκδικήσει τα απαραίτητα μερίδια παραγωγής καθώς οι αγορές θα αναδιαταχθούν και ενόψει της συνολικά χαμηλότερης παγκόσμιας ζήτησης. Τεχνολογικά καθυστερημένες και αναποτελεσματικές επιχειρήσεις που  δεν προσφέρουν υπηρεσίες και προϊόντα υψηλής ποιότητας θα δοκιμαστούν πολύ περισσότερο από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.

Ποιος μπορεί να είναι ο ρόλος του κράτους προς αυτό; 

Πρώτα, απαιτείται αναδιάταξη δημοσίων επενδύσεων και ευρωπαϊκών πόρων ώστε να υποβοηθηθεί η παραγωγική επανεκκίνηση. Ταυτόχρονα, να υπάρξει δραστικός επανασχεδιασμός της φορολογικής πολιτικής, ώστε να υποστηριχθούν η εργασία και οι επενδύσεις. Και βέβαια, ενόψει της συνέχειας, όπως και οι επιχειρήσεις έτσι και ο δημόσιος τομέας οφείλει να προχωρήσει σε πραγματική αναδιοργάνωση. Τα περιθώρια για να γίνει περισσότερο παραγωγικός είναι εξαιρετικά μεγάλα. Για να αναφερθώ μόνο στο σύστημα υγείας, που είναι σήμερα στην πρώτη γραμμή σημασίας, πάσχει όχι τόσο αναφορικά με τη συνολική δαπάνη της χώρας, όσο κυρίως από οργάνωση, πληροφόρηση και τεχνολογίες διασύνδεσης.

Τι μηνύματα στέλνει η μεγάλη πτώση που κατέγραψαν τα φορολογικά έσοδα τον Μάρτιο, πριν καν πέσουν στο σύστημα οι πληρωμές της 31ης Μαρτίου ;

Αν και σε μεγάλο βαθμό αναμενόμενη, η πτώση στέλνει ανησυχητικά μηνύματα και υπογραμμίζει την ανάγκη η δημοσιονομική διαχείριση να είναι συνετή. Πως οι αποφάσεις για αύξηση δαπανών και μείωση ή αναβολή φόρων θα πρέπει να σταθμίζονται πολύ προσεκτικά. Και πως επιμέρους μέτρα, όπως ενδεικτικά οι ρυθμίσεις για αναστολή προθεσμιών επιταγών, δεν πρέπει να μειώσουν περαιτέρω τη δυνατότητα παραγωγής που έχει αξιόλογο μέρος της οικονομίας, καθιστώντας το πρόβλημα καθολικό. Θα πρέπει οι μονάδες που μπορούν να παράγουν να στηρίξουν την υπόλοιπη οικονομία αυτούς τους μήνες, όχι να παρασυρθούν σε γενικευμένη παράλυση.

Εν κατακλείδι, και με τις εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις στην οικονομία να γίνονται καθημερινά και πιο απαισιόδοξες, πως αντιλαμβάνεσθε την επόμενη ημέρα, στο σενάριο που τα περιοριστικά μέτρα κρατήσουν και το καλοκαίρι ή και μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου ; 

Το να αποφευχθεί ισχυρή ύφεση για φέτος είναι πολύ δύσκολο, και αυτή μπορεί να αναμένεται ανάλογη με τα πρώτα και δύσκολα χρόνια των μνημονίων. Χωρίς όμως τα τότε υψηλά ελλείματα, κάτι που θα διευκολύνει την επανεκκίνηση. Ο κεντρικός στόχος της οικονομικής πολιτικής πρέπει να είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες για συστηματικά υψηλή ανάπτυξη στη συνέχεια. Αν η κατάσταση εξομαλυνθεί προς το τέλος της άνοιξης, τότε θα υπάρχουν δημοσιονομικές αντοχές και οι περισσότερες επιχειρήσεις θα έχουν βγει με σημαντικές αλλά διαχειρίσιμες απώλειες. Ασφαλώς, όμως δεν αποκλείεται η ανώμαλη κατάσταση να διαρκέσει και μετά το τέλος της άνοιξης, ακόμη και με μικρότερη ένταση, ή να επανακάμψει αργότερα. Τότε οι δυσκολίες θα είναι πολλαπλασιαστικά υψηλότερες, όχι μόνο για τη χώρα μας,  και θα χρειαστεί να χτιστεί μια πολύ ισχυρότερη γέφυρα προς μια επόμενη μέρα της οικονομίας, μέσα από πολύ υψηλή αβεβαιότητα.