7ος χρόνος, ημέρα 2097η
Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2021

Θα είναι πικρός ή γλυκός ο καφές και για ποιους;

Θα είναι πικρός ή γλυκός ο καφές και για ποιους;

Σε μια μεγάλη γκάμα εμπορευμάτων, στη διαμόρφωση των τιμών δεν παίζει ρόλο μόνο η διακύμανση της ζήτησης, η καθυστέρηση στους χρόνους παράδοσης ή η έλλειψη εμπορικών πλοίων. Είναι φυσικό, με το που άνοιξαν ξανά τα καφέ και τα εστιατόρια στη μετά τα λοκντάουν εποχή, η ζήτηση να εκτοξευθεί. Αντίθετα, η παραγωγή έχει συρρικνωθεί σε σημαντικό βαθμό, από εξωγενείς παράγοντες της αγοράς.

Η παραγωγή της ποικιλίας Arabica στη Βραζιλία είναι μειωμένη κατά 29,6% λόγω της ξηρασίας που επικρατεί κατά τη διάρκεια των δυο τελευταίων ετών, αλλά και των κύκλων αγρανάπαυσης. H παραγωγή των χωρών της Κεντρικής Αμερικής, έχει υποχωρήσει κατά 25-30%, λόγω της “tree rust” τη λεγόμενη σκουριά των δέντρων, που καταστρέφει όχι μόνο τα φύλλα αλλά και τους καρπούς στις φυτείες του καφέ, που εξαπλώθηκε γεωγραφικά ως αποτέλεσμα των ισχυρότατων τυφώνων Eta και Ιοta.

Τέλος η παραγωγή της Κολομβίας, δεν καταλήγει στις αγορές λόγω των αντικυβερνητικών απεργιών και διαδηλώσεων, με αφορμή την αύξηση των φόρων, τις μεταρρυθμίσεις στον χώρο της υγείας και το καθεστώς διαφθοράς. Ουσιαστικά, οι εξαγωγές από την Κολομβία έχουν σταματήσει από τον Μάρτιο. 

Έτσι η παγκόσμια παραγωγή καφέ της ποικιλίας Arabica που αναμένεται να φτάσει στους καταναλωτές την περίοδο 2021-2021, θα είναι μειωμένη κατά 14%. Αυτό σημαίνει ότι η καθημερινή συνήθεια των καταναλωτών να απολαμβάνουν τον καφέ τους θα αποκτήσει πικρή γεύση. Αντίθετα για τους επενδυτές των εμπορευμάτων, η άνοδος των τιμών πιθανότατα να τους προσφέρει κέρδη.

Όπως είχαμε αναφέρει και σε προηγούμενο άρθρο, για το τι πρέπει να κάνουν οι επενδυτές σε περιβάλλον πληθωρισμού «αυτό που πονάει τα νοικοκυριά, που ανατρέπει τα σχέδια των επιχειρήσεων και παραμορφώνει μέρος της πραγματικής οικονομίας, αποδίδει κέρδη σε όσους επιλέγουν να επενδύσουν σε εμπορεύματα. Οι παγκόσμιες αγορές προσφέρουν σήμερα, μια μεγάλη ποικιλία από εξειδικευμένα προϊόντα στο χώρο των εμπορευμάτων, που χαρακτηρίζονται από διασπορά κινδύνου και από ευελιξία.» 

Από πέρσι τέτοια εποχή η τιμή του καφέ έχει μεταβληθεί κατά σχεδόν +60%, καταγράφοντας ταυτόχρονα και τις υψηλότερες τιμές από το 2017. Αυτές τις ημέρες η τιμή βρίσκεται στο $1,54/λίβρα, έχοντας προηγουμένως επισκεφθεί και το ανώτατο επίπεδο του $1,70/λίβρα.

Είναι σίγουρο ότι οι μεγάλοι εισαγωγείς καφέ, οι μεγάλες αλυσίδες όπως η Starbucks και η Tchibo, αλλά και οι μεγάλοι έμποροι καφέ όπως είναι η Nespresso, έχουν αντισταθμίσει τον κίνδυνο της ανόδου των τιμών μέσω των διαθέσιμων παράγωγων χρηματιστηριακών προϊόντων. 

Η ανισορροπία ανάμεσα στη ζήτηση που βαίνει αυξανόμενη επιστρέφοντας στις προ-covid εποχές και στην προσφορά που βαίνει μειούμενη για πολλούς και ποικίλους λόγους όπως προαναφέραμε, είναι φυσικό να έχει προσελκύσει και μια σειρά από κερδοσκόπους. Που δεν ενδιαφέρονται για το φυσικό προϊόν, αλλά για την κερδοσκοπική κίνηση, που πραγματοποιείται μέσω των futures και των options, στον καφέ. Κι αυτό δεν είναι πρωτοφανές. Είναι ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες τις αγορές εμπορευμάτων με πρώτο και καλύτερο το πετρέλαιο.

Η παρέμβαση αυτών των παικτών στην αγορά στρεβλώνει τις τάσεις, προσφέροντας όμως ταυτόχρονα και ρευστότητα στο σύστημα. Διότι αν στην ανοδική κίνηση των εμπορευμάτων δεν συμμετέχουν στην αγορά και κερδοσκόποι, τότε αρκετοί από τους βασικούς παίκτες του «φυσικού καφέ» θα είχαν ήδη βρεθεί εκτός παιχνιδιού.

Με δυο λόγια, οι καταναλωτές του καφέ θα έχουν πικρή γεύση στα χείλη. Οι επενδυτές από την άλλη, μπορεί είτε να γλυκαθούν αν έχουν επενδύσει στην ορθή πορεία των πραγμάτων, είτε να πικραθούν αν οι εξελίξεις είναι αντίθετες με τις προσδοκίες τους. Και τότε θα χρειαστούν τόνους ζάχαρης για να συνέλθουν. Όμως και η ζάχαρη βρίσκεται σε ανοδική πορεία.

Αποποίηση Ευθύνης
Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά, συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.