Οι εξαγωγές της Ελλάδας στον κλάδο της Άμυνας υπερέβησαν το 1,1 δισ. ευρώ το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε στο Χ ο Επίκουρος Καθηγητής Εθνικής Ασφάλειας στη Rabdan Academy και Αντιπρόεδρος του Κέντρου Διεθνών Στρατηγικών Αναλύσεων, Δρ. Σ. Πλακούδας.
Από αυτές, τα 225 εκατ. ευρώ προκύπτουν από την πώληση όπλων και πυρομαχικών (μέσω Τσεχίας) στην Ουκρανία, ενώ τα 905 εκατ. ευρώ προέρχονται από πωλήσεις όπλων, πυρομαχικών και συστημάτων από επτά εταιρείες, εκ των οποίων τα 455 εκατ. ευρώ προέρχονται από τη διεθνώς ανταγωνιστική πλέον THEON.
Δεν πρόκειται ούτε για αμελητέο ούτε όμως και για ιδιαίτερα μεγάλο μέγεθος, αν υπολογίσει κάποιος πως η πολυδιαφημισμένη τουρκική αμυντική βιομηχανία πραγματοποιεί εξαγωγές περίπου 9 δισ. ευρώ ετησίως. Η Τουρκία, όμως, έχει συγκεντρώσει και κατευθύνει τεράστιους πόρους, δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, προς την αμυντική βιομηχανία τα τελευταία 30 χρόνια.
Η αλήθεια είναι πως οι τελευταίες γεωπολιτικές εξελίξεις και εντάσεις στην περιοχή, αλλά και γενικότερα, έχουν αναστήσει την αμυντική βιομηχανία από τη χειμέρια νάρκη της σε ολόκληρη τη Δύση.
Στην Ελλάδα, όλοι οι παραδοσιακοί βιομηχανικοί όμιλοι ιδρύουν παραρτήματα και θυγατρικές για αμυντικές δραστηριότητες, ενώ δεκάδες νεοφυείς επιχειρήσεις παρουσιάζουν σχέδια για drones και λογισμικά, διεκδικώντας μερίδιο τόσο από τον αμυντικό Προϋπολογισμό της χώρας όσο και από τα ευρωπαϊκά προγράμματα.
Παρατηρώντας τις διεθνείς εξελίξεις, όλο και περισσότεροι υποστηρίζουν πως η εγχώρια ανάπτυξη και παραγωγή αμυντικών συστημάτων είναι απαραίτητη. Αυτό είναι σωστό. Χρειάζεται, όμως, προσοχή.
Ο προσανατολισμός πολλών παλαιών και νέων επιχειρήσεων στις ελληνικές αμυντικές δαπάνες ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας ενός νέου κύκλου κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων, οι οποίες θα κατασκευάζουν κακής ποιότητας και χαμηλής αποτελεσματικότητας εξοπλισμό, τον οποίο θα πωλούν ακριβά στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Το έργο αυτό το έχουμε δει πολλάκις με τις κρατικές προμήθειες.
Θα πρέπει να καταλάβουμε πως άλλο είναι η αναπτυξιακή, οικονομική και βιομηχανική πολιτική μιας χώρας και άλλο η αμυντική της θωράκιση.
Τα δύο πεδία μπορεί να διασταυρώνονται σε κάποια σημεία, αλλά δεν ταυτίζονται πλήρως.
Οι Ένοπλες Δυνάμεις πρέπει να επιλέγουν, με βάση τις επιχειρησιακές τους ανάγκες, τον καλύτερο εξοπλισμό που προσφέρεται στη διεθνή αγορά, στο ανταγωνιστικότερο κόστος.
Αν υπάρχουν εγχώριες επιχειρήσεις των οποίων τα προϊόντα πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, τότε καλώς.
Οι οικονομίες κλίμακας δεν ευνοούν την αμυντική αυτάρκεια της Ελλάδας.
Τα μεγέθη και οι ανάγκες της Ελλάδας και της Τουρκίας είναι πολύ διαφορετικά. Η Τουρκία είναι μια χώρα με πληθυσμό 90 εκατ. κατοίκων και ΑΕΠ μεγαλύτερο του 1 τρισ. ευρώ, η οποία φιλοδοξεί να αποτελέσει τον ηγέτη - βιομηχανικό, οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό - εκατοντάδων εκατομμυρίων μουσουλμάνων. Η Τουρκία μπορεί να δαπανά 20 με 30 δισ. ευρώ ετησίως για αμυντικό εξοπλισμό.
Η Ελλάδα, με πληθυσμό 10 εκατ. κατοίκων και ΑΕΠ 230 δισ. ευρώ, δεν μπορεί να ξοδεύει πάνω από 6-7 δισ. ευρώ για την άμυνα. Άρα, θα πρέπει να τα ξοδεύει σοφά.
Οι συσχετισμοί μεταξύ των δύο χωρών μοιάζουν με εκείνους του Δαβίδ και του Γολιάθ.
Πολλοί πιστεύουν πως, αντί να ξοδέψουμε 1 δισ. ευρώ για μία Belharra, θα ήταν φρόνιμο να το επενδύσουμε στην ανάπτυξη ενός δικού μας πολεμικού πλοίου. Για να αναπτύξει, όμως, μια δημόσια ή ιδιωτική εταιρεία ένα πολεμικό πλοίο από το μηδέν, θα χρειαστεί να δαπανήσει πολλά δισ. ευρώ σε έρευνα και ανάπτυξη.
Η απόσβεση αυτού του κόστους μπορεί να επιτευχθεί μόνο εφόσον καταφέρει να πουλήσει αρκετές μονάδες του πλοίου, ενδεχομένως πολλαπλάσιες από αυτές που χρειάζεται το Πολεμικό Ναυτικό.
Αν το ελληνικό ναυτικό χρειάζεται 10-15 μονάδες επιφανείας κάθε 30-40 χρόνια, το κόστος δεν θα αποσβεστεί ποτέ. Αυτό σημαίνει πως κάποιο ελληνικό πλοίο πιθανότατα θα κοστίζει ακριβότερα, χωρίς οι επιδόσεις του να είναι κατ’ ανάγκη οι καλύτερες. Η εξασφάλιση συμμετοχής για ελληνικές επιχειρήσεις αποτελεί ασφαλέστερο τρόπο ικανοποίησης των αναγκών της βιομηχανίας αλλά και της άμυνας.
Χρειάζεται λοιπόν προσοχή.
Η Τουρκία έχει εξαγγείλει εδώ και χρόνια ένα πολεμικό αεροσκάφος 6ης γενιάς, το οποίο ακόμη παραμένει στις μακέτες που σέρνουν τρακτέρ στους χώρους επίδειξης.
Χάρη σε μια σειρά λανθασμένων χειρισμών, η Τουρκία απώλεσε τη δυνατότητα να διαθέτει σήμερα υπεροχή στον αέρα έναντι της Ελλάδας, μέσω της απόκτησης F-35 και εκσυγχρονισμένων F-16.
Η Τουρκία δεν διαθέτει επίσης ολοκληρωμένο σύστημα αντιπυραυλικής προστασίας και καλύπτει μέρος των αναγκών της με την αποστολή γερμανικής πυροβολαρχίας Patriot.
Η Τουρκία διαθέτει ανεπτυγμένη εθνική αμυντική βιομηχανία, η οποία όμως ακόμη δεν είναι σε θέση να καλύψει πλήρως ούτε τις στοιχειώδεις ανάγκες της χώρας.
Ας προσέχουμε, λοιπόν, τι ευχόμαστε…
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
Γενοκτονία των Ποντίων
Αγαπητέ κ. Στούπα,
Η παρακάτω ιστορία είναι αυτό που έζησε ο συγχωρεμένος πατέρας μου.
Σε ηλικία 18 ετών ο πατέρας μου και όλη η οικογένεια του, γέροι νέοι και άλλοι συγχωριανοί του οδηγήθηκαν στην εξορία από τους Τούρκους του Κεμάλ. Από τη Σαμψούντα όπου ζούσαν με τα πόδια τους πήγαν στη Βηρυτό. Στο κινητό αυτό κρεματόριο έχασε όλους τους συγγενείς του, (ο πατέρας και η μητέρα του δυστυχώς πέθαναν νωρίτερα από την... καλοπέραση που είχαν με τους Τούρκους) και σώθηκαν μόνον 3 ξαδέρφια του που άντεξαν λόγω ότι ήταν νέοι και άντεξαν τις κακουχίες. Από την Βηρυτό το έσκασαν με ένα ελληνικό πλοίο και έφτασαν στην Πάτρα. Έκανε περίπου 3.000 χλμ. με τα πόδια. Ένα κινητό Άουσβιτς.
Και όμως οι Τούρκοι μας προκαλούν, ότι λέμε ψέματα και αλλάζουμε τα ιστορικά γεγονότα.
Ντροπή για την ανθρωπότητα.
Β.Τ.
