Η κατάρρευση του προγράμματος FCAS, του κοινού γαλλογερμανικού μαχητικού αεροσκάφους 6ης γενιάς που υποτίθεται θα αποτελούσε τη ναυαρχίδα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας, αποκαλύπτει ένα βαθύτερο πρόβλημα.
Η Ευρώπη εξακολουθεί να λειτουργεί ως σύνολο ανταγωνιστικών εθνικών συμφερόντων και όχι ως ενιαία στρατηγική οντότητα.
Εδώ και χρόνια οι Ευρωπαίοι ηγέτες διακηρύσσουν την ανάγκη απεξάρτησης από τις ΗΠΑ στον τομέα της άμυνας. Όμως όταν φτάνει η στιγμή της κατανομής τεχνολογίας, της πνευματικής ιδιοκτησίας, των βιομηχανικών υπεργολαβιών και των μελλοντικών εξαγωγών, οι εθνικοί πρωταθλητές υψώνουν τείχη.
Η Γαλλία επιθυμεί να διατηρήσει την τεχνογνωσία και την ηγεσία της Dassault. Η Γερμανία θέλει ισότιμη συμμετοχή μέσω της Airbus. Το αποτέλεσμα είναι ένα ακόμη φιλόδοξο ευρωπαϊκό σχέδιο που βυθίζεται στις εσωτερικές αντιθέσεις.
Για την Ελλάδα το συμπέρασμα είναι σαφές. Η αμυντική στρατηγική δεν μπορεί να βασίζεται σε ευχολόγια περί κοινής ευρωπαϊκής άμυνας. Η χώρα οφείλει να συνεχίσει να οικοδομεί την αποτρεπτική της ισχύ πάνω σε πραγματικές συμμαχίες, συγκεκριμένα οπλικά συστήματα και εθνικές δυνατότητες.
Πρώτον, η Αθήνα πρέπει να διατηρήσει την πολυδιάστατη στρατηγική που ήδη ακολουθεί. Η στενή σχέση με τη Γαλλία, η αμυντική συνεργασία με τις ΗΠΑ, οι δεσμοί με το Ισραήλ και η συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα δεν είναι αντικρουόμενες επιλογές. Αποτελούν αλληλοσυμπληρούμενα εργαλεία ασφάλειας.
Δεύτερον, η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία. Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή έδειξαν ότι η επάρκεια σε πυρομαχικά, drones, λογισμικό και ηλεκτρονικά συστήματα είναι εξίσου σημαντική με τα ακριβά μαχητικά αεροσκάφη. Η χώρα δεν μπορεί να εξαρτάται πλήρως από ξένους προμηθευτές σε περιόδους κρίσης.
Τρίτον, απαιτείται έμφαση στις τεχνολογίες του μέλλοντος. Η επόμενη γενιά πολέμου δεν θα κριθεί μόνο από τα επανδρωμένα μαχητικά αλλά και από τα drones, την Tεχνητή Nοημοσύνη, τον ηλεκτρονικό πόλεμο, τα δορυφορικά δίκτυα και τα αυτόνομα συστήματα. Εκεί η Ελλάδα μπορεί να αποκτήσει συγκριτικά πλεονεκτήματα με μικρότερο κόστος.
Τα σωστά κίνητρα για την ανάπτυξη οικοσυστήματος αμυντικής τεχνολογίας δεν είναι τα επιδόματα και οι αναθέσεις. Η διεθνής εμπειρία έχει αποδείξει πως τα σωστά κίνητρα είναι φορολογικά.
Ο μηδενισμός της φορολογίας στις τεχνολογικές και αμυντικές εταιρείες μπορεί να αποτελέσει υγιές κίνητρο για επενδύσεις στην ερεύνα καi την τεχνολογική ανάπτυξη. Έτσι κι αλλιώς δεν εισπράττουμε τίποτα από εταιρείες που δεν υπάρχουν. Αν υπάρξουν να «εισπράττουμε» μισθούς και εισφορές.
Τέλος, η Αθήνα οφείλει να αντιμετωπίζει με ρεαλισμό τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μια σημαντική οικονομική δύναμη, αλλά δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε ενιαία στρατιωτική δύναμη. Το ναυάγιο του FCAS υπενθυμίζει ότι σε ζητήματα εθνικής ασφάλειας κάθε κράτος φροντίζει πρώτα τα δικά του συμφέροντα.
Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να ξεχάσει αυτή τη βασική αρχή της γεωπολιτικής.
Ευτυχώς παίζουμε σε όλα τα δυνατά τα ταμπλό.
📬🖊️ Επιστολές αναγνωστών
Αρχίσαμε πάλι
Κε Στούπα,
Πάλι αρχίσαμε τις ίδιες συζητήσεις και μιλάμε για 13ο μισθό στους δημοσίους υπαλλήλους.
Από τον 13ο και 14ο μισθό στον ιδιωτικό τομέα χρηματοδοτείται ένα μέρος της ασφαλιστικής δαπάνης των δημοσίων υπαλλήλων.
Αν τους δώσουμε και έναν επιπλέον μισθό, πώς θα το αντέξει ο ιδιωτικός τομέας;
Γιατί ξαναζεσταίνουμε θέματα που θα έπρεπε να έχουμε ξεχάσει οριστικά;
Όσοι πρότειναν την κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο το έκαναν επειδή οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν συμβάλλουν ουσιαστικά στη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος. Αν θέλουμε να κάνουμε κάτι για ψηφοθηρικούς λόγους, ας τους δοθεί όχι 13ος μισθός, αλλά ένα έκτακτο βοήθημα αντίστοιχου ύψους με αυτό που λαμβάνουν οι συνταξιούχοι.
Παράλληλα, μετά τις τεράστιες επενδύσεις που έγιναν στην ψηφιοποίηση του κράτους, θα έπρεπε σταδιακά να αρχίσουμε να μειώνουμε τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να προσεγγίσουμε τα επίπεδα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών. Ίσως έτσι καταφέρουμε κάποτε να πληρώνουμε και εμείς τα καύσιμα στις τιμές που πληρώνουν οι γειτονικές χώρες.
Αίσχος πια με τις παροχές στο Δημόσιο. Ο ιδιωτικός τομέας δυσκολεύεται να βρει εργατικά χέρια και στο Δημόσιο συνεχίζεται ο συνωστισμός για μια θέση.
Μειώνουμε τις ασφαλιστικές εισφορές κατά μισή ποσοστιαία μονάδα και πανηγυρίζουμε. Δεν ντρεπόμαστε, λέω εγώ;
Φτάνει, γιατί αισθάνομαι ότι είμαι πάλι κοντά στον εκτροχιασμό.
Γ.Δ.
ΥΓ: Ήμουν επιχειρηματίας στη χειρότερη περίοδο της ελληνικής οικονομίας, από το 2003 έως το 2020. Σήμερα είμαι συνταξιούχος, έπειτα από 42 χρόνια πλήρους καταβολής εισφορών, και ντρέπομαι να πω πόση σύνταξη λαμβάνω.
