Ποιος ελέγχει την Τεχνητή Νοημοσύνη;

Ποιος ελέγχει την Τεχνητή Νοημοσύνη;

Η διακοπή πρόσβασης στο Fable 5 της Anthropic από χρήστες εκτός των ΗΠΑ, κατόπιν παρέμβασης του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου που αφορούσε κάθε ξένο υπήκοο -  εντός ή εκτός των ΗΠΑ, ακόμη και μη Αμερικανούς εργαζόμενους της ίδιας της εταιρείας - είναι ένα σοβαρό επεισόδιο, αν όχι ένα ιστορικό ορόσημο, στην ανάδειξη του πραγματικού χαρακτήρα των εργαλείων της Τεχνητής Νοημοσύνης. Δεν είναι πλέον μόνο εργαλεία καινοτομίας και παραγωγικότητας. Αναδεικνύονται και σε υποδομές κυριαρχίας που διαμορφώνουν το πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού.

Η απόφαση του υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Είναι σύμπτωμα βαθύτερων διεργασιών που διαμορφώνουν εδώ και χρόνια το διεθνές σύστημα: της γεωπολιτικής αναδιάταξης και της διάρρηξης παραδοσιακών συμμαχιών, της μετατροπής της τεχνολογίας από πεδίο καινοτομίας σε πεδίο εθνικής ασφάλειας και ισχύος και της αντικατάστασης της λογικής της μεγιστοποίησης της παραγωγικότητας και του χαμηλού κόστους από τη λογική της οικονομικής ασφάλειας.  

Τέλος, της διάψευσης της παραδοχής ότι η ψηφιακή οικονομία λειτουργεί σε έναν ενιαίο, πολιτικά ουδέτερο χώρο που είναι επωφελής για όλα τα κράτη.

Μέχρι πρόσφατα, η δημόσια συζήτηση για την Τεχνητή Νοημοσύνη διεξαγόταν κυρίως σε τρεις άξονες: ποιος καινοτομεί ταχύτερα, πώς προστατεύονται οι πολίτες και πώς ρυθμίζονται οι μεγάλες τεχνολογικές πλατφόρμες. Η απόφαση του υπουργείου Εμπορίου θέτει πλέον ένα διαφορετικό ερώτημα που επισκιάζει τα υπόλοιπα: ποιος έχει πρόσβαση στην πιο προηγμένη Τεχνητή Νοημοσύνη, με ποιους όρους και υπό ποια κρατική εξουσία;

Η Τεχνητή Νοημοσύνη αντιμετωπίζεται πλέον ως στοιχείο ισχύος όπως η ενέργεια, οι ημιαγωγοί, οι τηλεπικοινωνίες ή οι κρίσιμες υποδομές. Όποιος ελέγχει τα μοντέλα, τα data centers, τα δεδομένα, το ταλέντο και τις τεχνολογικές πλατφόρμες, δεν ελέγχει απλώς ένα τεχνολογικό οικοσύστημα. Ασκεί εξουσία: επηρεάζει την ικανότητα ενός κράτους να χαράσσει πολιτική και την ικανότητα  των επιχειρήσεων να λειτουργούν στην αγορά.  

Αυτό εξηγεί και γιατί η συζήτηση περί τεχνολογικής κυριαρχίας έχει ανάψει για τα καλά στην Ευρώπη. Οι κινήσεις ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να μειώσουν την εξάρτησή τους από μη ευρωπαϊκές πλατφόρμες δεν οφείλονται μόνο σε ανησυχίες για τη δημιουργία ολιγοπωλίων στην τεχνολογία, αυτά στο κάτω κάτω υφίστανται εδώ και δεκαετίες.  Αντανακλούν έναν βαθύτερο προβληματισμό, αν όχι φόβο, ότι η εξάρτηση από λίγες μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες μπορεί, σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης, να μετατραπεί σε εξάρτηση από την πολιτική ισχύ του κράτους στο οποίο αυτές υπάγονται.

Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης Anthropic. Αν η πρόσβαση σε ένα προηγμένο μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να διακοπεί διότι ένα κράτος μονομερώς επικαλείται λόγους εθνικής ασφάλειας, τότε η τεχνολογική εξάρτηση δεν είναι πια μόνο εμπορικό ή λειτουργικό ρίσκο. Είναι γεωπολιτικό ρίσκο. Μια επιχείρηση, ένα νοσοκομείο ή ακόμη και ένα κράτος μπορεί να αναπτύσσει κρίσιμες λειτουργίες πάνω σε πλατφόρμες των οποίων η διαθεσιμότητα είναι υπό την αίρεση αποφάσεων ξένων κυβερνήσεων.

Όπως σημειώνει ο DanDoherty, Global Chair Corporate Affairs της SEC Newgate Group, «για πρώτη φορά μια κυβέρνηση ενεργοποίησε μηχανισμό ελέγχου εξαγωγών που είχαν σχεδιαστεί για τους ημιαγωγούς και τον εφάρμοσε σε λογισμικό που είχε ήδη φτάσει στα χέρια εκατομμυρίων χρηστών. Αυτό στέλνει το ίδιο μήνυμα σε κάθε διοικητικό συμβούλιο και σε κάθε κυβέρνηση: η πρόσβαση στην πιο προηγμένη Τεχνητή Νοημοσύνη είναι πλέον ζήτημα κυριαρχίας, όχι μόνο εμπορικό ζήτημα. Οι οργανισμοί που θα ανταποκριθούν καλύτερα θα είναι εκείνοι που θα αντιμετωπίζουν τις τεχνολογικές τους εξαρτήσεις όπως ήδη αντιμετωπίζουν τον γεωπολιτικό κίνδυνο».

Σε αυτό το πλαίσιο, οι εθνικές στρατηγικές για την Τεχνητή Νοημοσύνη πολλαπλασιάζονται, ακόμη και σε χώρες που πριν από λίγα χρόνια δεν είχαν καν επίσημη πολιτική. Η έννοια της «AI sovereignty» γίνεται κεντρική αρχή στρατηγικής εθνικής ασφάλειας. Τα κράτη επενδύουν αφειδώς σε εθνικές «υπολογιστικές υποδομές» στο όνομα της εθνικής κυριαρχίας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπαίνει όλο και περισσότερο στον πυρήνα της κρατικής πολιτικής.

Ακόμη και η συζήτηση στις ΗΠΑ για το αν οι πολίτες πρέπει να έχουν μερίδιο στον πλούτο που δημιουργούν οι μεγάλες εταιρείες Τεχνητής Νοημοσύνης δείχνει την ίδια μετατόπιση. Δεν πρόκειται για προαναγγελία «εθνικοποίησης» των εργαλείων AI.  Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν πρόωρο. Αναδεικνύει όμως ένα νέο ερώτημα: όταν μια τεχνολογία παράγει πλούτο, ισχύ και εξάρτηση σε τέτοια κλίμακα, μπορεί να παραμείνει αποκλειστικά ιδιωτική υπόθεση;

Υπό αυτό το πρίσμα, το EU AI Act αποκτά διαφορετική ανάγνωση. Όταν παρουσιάστηκε, αντιμετωπίστηκε συχνά ως διοικητικό βάρος: περισσότερη συμμόρφωση, περισσότεροι κανόνες, λιγότερη καινοτομία. Μετά τη διακοπή διάθεσης του  Fable 5 στην Ευρώπη, το εν λόγω κανονιστικό πλαίσιο φαίνεται ως μοχλός μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής να ορίσει κανόνες σε ένα πεδίο που δεν είναι πια μόνο τεχνολογικό, αλλά γεωπολιτικό.

Το επεισόδιο με τη διακοπή διάθεσης του Fable 5 αμφισβητεί την αισιόδοξη υπόθεση ότι η ανάπτυξη εργαλείων AI σε παγκόσμια κλίμακα θα δημιουργεί αυτόματα ευκαιρίες για όλους. Από εδώ και πέρα, το κρίσιμο ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος φτιάχνει τα καλύτερα μοντέλα. Θα είναι ποιος ελέγχει την πρόσβαση σε αυτά  και τι σημαίνει αυτό για κράτη, επιχειρήσεις και κοινωνίες.


*Ο Νίκος Ιωάννου είναι Head of Advocacy & Public Affairs, V+O Greece | SEC Newgate. Το άρθρο εκφράζει προσωπικές απόψεις.